Παραμύθι – Ο Δράκος της Κρακοβίας

δράκος από παραμύθι

(Μύθος της Πολωνίας)

Πριν από χρόνια πολλά, στην πρώιμη ιστορία της Πολωνίας, στις όχθες του ποταμού Βιστούλα, υπήρχε ένας μικρός οικισμός με ξύλινες καλύβες που κατοικούταν από ειρηνικούς ανθρώπους που καλλιεργούσαν τη γη και ψάρευαν στο ποτάμι.

Κοντά στο χωριό ήταν ο λόφος Wawel. Στην πλαγιά του υπήρχε μια βαθιά σπηλιά. Η είσοδος ήταν κατάφυτη με ψηλά χορτάρια, θάμνους και ζιζάνια. Κανένας άνθρωπος δεν είχε τολμήσει ποτέ να εξερευνήσει το σπήλαιο αυτό, και κάποιοι λέγαν πως ένας τρομακτικός δράκος ζούσε μέσα του.

Οι αμούστακοι νέοι του χωριού λέγαν πως δεν πιστεύουν στο δράκο. Οι ηλικιωμένοι του χωριού, τους λέγαν ότι είχαν ακούσει τους πατεράδες τους για το δράκο που κοιμόταν στη σπηλιά, και κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να τολμήσει να τον ξυπνήσει ή θα υπάρχαν ολέθριες συνέπειες για όλους. Κάποιοι από τους νέους αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπήλαιο και να θέσουν ένα τέλος σε αυτές τις ανόητες συζητήσεις, σίγουροι  ότι γνώριζαν καλύτερα και ότι οι δράκοι ήταν  παραμύθια από το παρελθόν.

Πήραν λοιπόν μερικές δάδες και πήγαν στο σπήλαιο. Μπήκαν βαθιά στη καρδιά του, μέχρι που σχεδόν ακούμπησαν σε μια μεγάλη σκοτεινή μάζα που έφραζε το δρόμο τους και άκουσαν τον ήχο μιας βαριάς, υπόκωφης αναπνοής. Τα αγόρια ίσα που πρόλαβαν να τρέξουν ουρλίαζοντας, καθώς ο δράκος, που ένιωσε τη παρουσία τους, ξύπνησε και βρυχήθηκε. Φωτιά ξεχύθηκε από το στόμα του, και ψιλοτσουρούφλισε  τις πλάτες των αγοριών. Όταν ήταν πια αρκετά μακριά, κοίταξαν πίσω και είδαν το θεόρατο δράκο στην είσοδο του σπηλαίου, πολύ θυμωμένο που ξύπνησε από τον μακάριο, μακρόχρονο ύπνο του.

Από εκείνη την ημέρα, οι κάτοικοι της περιοχής, δεν γνώρισαν ησυχία. Κάθε μέρα ο δράκος εμφανιζόταν και άρπαζε ένα πρόβατο ή και κάποιο μικρό παιδάκι. Γίνανε πολλές προσπάθειες για να σκοτώσουν τον δράκο, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν και πολλοί από εκείνους που προσπάθησαν κατέληξαν στη κοιλιά του.

Στο χωριό ζούσε ένας έξυπνος τσαγκάρης που ονομαζόταν Krakus. «Εγώ θα τον κανονίσω το δράκο» δήλωσε στη πλατεία του χωριού. Πήρε λοιπόν κάποια πρόβατα και τα άλειψε  με μια παχιά, κίτρινη πάστα από θείο και πιπέρι.  Στη συνέχεια τα οδήγησε σε ένα μέρος όπου σίγουρα ο δράκος θα τα έβλεπε.

Όταν ο δράκος βγήκε από τη σπηλιά το πρώτο πράγμα που είδε ήταν τα πρόβατα. Βρυχήθηκε, έσπευσε κάτω από το λόφο και τα καταβρόχθισε. Μα λίγο μετά ένισε μια φοβερή φωτιά στα σωθικά του, και μια τρομερή δίψα. Έτρεξε στον ποταμό Βιστούλα και άρχισε να πίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έπινε και έπινε και δεν μπορούσε να σταματήσει. Περρνούσε η ώρα και άρχισε να πρήζεται, αλλά εξακολουθούσε να πίνει όλο και περισσότερο. Ώσπου ξαφνικά ακούστηκε μια μεγάλη έκρηξη, και ο δράκος έσκασε.

Μεγάλη χαρά νιώσαν οι κάτοικοι και πανηγύρι μεγάλο έγινε. Ο Krakus, εκλέχτηκε ομώφονα κυβερνήτης του χωριού. Η περιοχή ευημέρευσε κάτω από την ηγεσία του Krakus και η πλούσια και όμορφη πόλη που δημιουργήθηκε γύρω από το λόφο, ονομάστηκε Κρακοβία, προς τιμήν του.

 

Απάντηση