Παραμύθι – Η Χελώνα που έγινε Βασιλιάς των Πουλιών

παραμύθι Αφρική, χελώνα

(Παραμύθι – Μύθος από την Αφρική)

Σε έναν τόπο μακρινό, πριν από καιρό πολύ, εκτός από τα ζώα της γης και τα πουλιά του αέρα που όλοι γνωρίζουμε, ζούσαν κάποια παράξενα πλάσματα που το σπίτι τους ήταν πολύ πάνω από τα σύννεφα. Ήταν πλάσματα καλά και ευγενικά, και παρόλο που μόνο τα πουλιά που μοιράζονται τον χρόνο τους ανάμεσα στον ουρανό και τη γη τα είχαν δει, όλα τα ζώα ήξεραν ότι ήταν εκεί. Αλλά κανείς δεν ήξερε το όνομά τους και τους φώναζαν: οι-άνθρωποι-που-ζούσαν-στα-σύννεφα.

Κάποια χρονιά υπήρχε ξηρασία παντού και τα πουλιά και τα ζώα είχαν απελπιστεί από την πείνα. Οι-άνθρωποι-που-ζούσαν-στα-σύννεφα λυπήθηκαν και είπαν, «ελάτε πάνω, όλοι εσείς που έχετε φτερά, και αφήστε μας να σας ταίσουμε, γιατί εδώ υπάρχει τροφή άφθονη για όλους». Τα πουλιά που το άκουσαν χάρηκαν – η είδηση μαθεύτηκε ότι θα έπρεπε να συγκεντρωθούν πάνω από ένα μεγάλο βράχο, στη βάση του μεγάλου βουνού, και θα πετούσαν όλα μαζί από εκεί.

Ενώ περίμεναν και τις τελευταίες καθυστερημένες αφίξεις, κελαηδούσαν με ενθουσιασμό για τη γιορτή που τους περίμενε ψηλά στα σύννεφα. Σε αυτό το μεγάλο βράχο υπήρχαν πολλές τρύπες και σε μια από αυτές ζούσαν δύο χελώνες. Και αυτές υπέφεραν από την πείνα, και ενώ η σύζυγός ήταν μακριά ψάχνοντας για μια μπουκιά φαγητό, ο σύζυγός της άκουσε την ενθουσιασμένη φλυαρία των πουλιών.

«Ω, θα ήθελα να είχα φτερά σαν εσάς, τους φίλους μου!» τους είπε.  «Δεν μπορείτε να με πάρετε μαζί σου; Είμαι εξίσου πεινασμένος με εσάς!» Φυσικά, ήξεραν, ότι δεν μοιάζει με πουλί, αλλά δεδομένου ότι η πρόσκληση περιελάμβανε όλα τα πλάσματα που είχαν φτερά, οι-άνθρωποι-που-ζούσαν-στα-σύννεφα, σίγουρα δεν θα αρνιόντουσαν, αν έβρισκαν μόνο κάποιο τρόπο να τον πάρουν μαζί τους». «Θα χαιρόμασταν να σας έχουμε κοντά μας», του απάντησαν, «αλλά είσαι πολύ βαρύς για να σε κουβαλήσουμε και δεν μπορείς να πετάξεις χωρίς φτερά.» «Ω, μα πεινάω τόσο!» τους είπε με δάκρυα.

Τα πουλιά έκατσαν και συζήτησαν το θέμα μεταξύ τους. «Δεν θα μπορούσε ο καθένας μας να βγάλει ένα φτερό και να το κολήσουμε στα άκρα του;» αναρωτήθηκαν. Αυτή ήταν μια συναρπαστική ιδέα. Στη συνέχεια, όταν έφταναν στα σύννεφα, θα μπορούσαν να παρουσιάσουν τη χελώνα ως βασιλιά τους. Χωρίς καθυστέρηση εφάρμοσαν το σχέδιο τους, και ήταν σίγουρα περίεργο το θέαμα της χελώνας με τα κολλημένα φτερά, όταν επιτέλους τινάχτηκε στον αέρα με τη συνοδεία των φτερωτών φίλων του.

«Πώς θα τον φωνάζουμε;» ρώτησαν τα πουλιά, καθώς πλησίαζαν στα σύννεφα. Πολλά ονόματα προτάθηκαν, και τελικά αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να ονομάζεται «Γιαόλους», αφού είχε ένα φτερό από τον καθένα τους και αφού θα τον παρουσίαζαν σα βασιλιά-εκπρόσωπο τους.  Σαν έφτασαν, ανακοίνωσαν ότι μαζί τους ήταν και ο βασιλιάς Γιαόλους. Οι-άνθρωποι-που-ζούσαν-στα-σύννεφα το θεώρησαν μεγάλη τιμή ότι τα πουλιά έφεραν και τον βασιλιά τους και τους οδήγησαν στο σύννεφο που είχαν ετοιμάσει τη μεγάλη γιορτή. «Τίνος φαγητό είναι αυτό;» ρώτησαν ευγενικά τα πουλιά όταν όλα τα ωραία πιάτα απλώθηκαν. «Είναι Γιαόλους», απάντησαν οι-άνθρωποι-που-ζούσαν-στα-σύννεφα. Η χελώνα, άκουσε το νέο της όνομα, μπήκε μπροστά και, με μεγάλη ευχαρίστηση, έφαγε σχεδόν όλα τα φαγητά της γιορτής, αφήνοντας πολύ λίγα για τους συντρόφους του. «Πρέπει να είναι κάποιο έθιμο τους», σκέφτηκαν οι-άνθρωποι-που-ζούσαν-στα-σύννεφα», να χορταίνει πρώτα ο βασιλιάς, πριν φάνε οι υπόλοιποι.»

παραμύθια - βιβλίο και ρόδο

Τα πουλιά όμως ήταν τόσο θυμωμένα με την απληστία της χελώνας, που αφού τσιμπήσαν τα λίγα κομμάτια φαγητού που είχε μείνει, πήραν πίσω όλα τα φτερά που είχε τόσο προσεκτικά κολήσει στα άκρα του, και μετά πέταξαν μακριά του. Τώρα πια, ο φίλος μας δεν είχε τρόπο να επιστρέψει στη γη.  Ο παπαγάλος ήταν ο τελευταίος που έκανε να φύγει. «Σε παρακαλώ, φίλε παπαγάλε,» παρακάλεσε η ατυχή και άπληστη χελώνα, «λυπήσου με. Πήγαινε στη σύζυγό μου πες της να συγκεντρώσει όσο μαλακό γρασίδι μπορέσει να βρει και να το βάλει κάπου κοντά στο μεγάλο βράχο, έτσι ώστε να μπορέσω να προσγειωθώ με ασφάλεια, διότι διαφορετικά δεν με βλέπω καλά!»

¨Ομως ο παπαγάλος ήταν τόσο πεινασμένος όσο και τα άλλα πουλιά, και θυμωμένος και αυτός. Το μήνυμα που πήγε ήταν ότι ο σύζυγός της την παρακάλεσε να μαζευτούν πολλοί βράχοι και πέτρες και να χτίσουν μια πέτρινη βάση, πάνω στην οποία θα προσγειωνόταν. Αυτό έκανε και η καημένη σύζυγος – και σαν πήδηξε η χελώνα, ω τι προσγείωση ακολούθησε! Το ωραίο και ομαλό κέλυφος του ράγισε σε πολλά κομμάτια, και παρόλο που η γυναίκα του των πρόσεξε όσο μπορούσε, τα σημάδια που άφησαν τα ραγίσματα του κέλυφους δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Έχουν μάλιστα μείνει μέχρι σήμερα σε όλες τις χελώνες – μια υπενθύμιση της ημέρας που η χελώνα-βασιλιάς των πουλιών, πήδηξε από τα σύννεφα.

Απάντηση