Το Πιτσιρίκι και ο Αγώνας του Σεϊχη

παραμύθι της ερήμουΠαραμύθι εμπνευσμένο από αραβικό αίνιγμα.

Συγγραφέας: Eli Meid

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα από τα βασίλεια της ερήμου, ένας σεΐχης είχε δυο γιους γεννημένους την ίδια μέρα και ώρα. Οι δυό πρίγκηπες μεγάλωσαν αγαπημένοι και με τη καλοσύνη τους, τη δυναμικότητα τους, τη λεβεντιά και την εξυπνάδα τους κάναν πάντοτε περήφανο τον πατέρα τους. Σαν ένιωσε αυτός πως ήρθε η ώρα να αφήσει το βασίλειο του και να αποσυρθεί τιμημένος και αγαπημένος από τον λαό του, έπεσε σε κατάθλιψη. Βλέπετε δεν ήξερε ποιον γιο να ορίσει Σεϊχη και φώλιασε μέσα του ο φόβος πως, όσο αγαπημένοι κι αν ήσαν οι γιοί του, αν γρήγορα δεν έπαιρνε μια απόφαση, η διχόνοια θα φύτρωνε ανάμεσα τους και θα διέλυε το βασίλειο του.

Μάζεψε λοιπόν τους συμβουλάτορες του και τους είπε να βρούν μια πραγματικά δίκαιη λύση στο πρόβλημα. Μα λύση δεν έβρισκαν! Θέμα «πρωτότοκου» δεν μπορούσε να τεθεί. Οπότε συμφώνησαν πως μια τίμια δοκιμασία θα ήταν ο μόνος τρόπος επιλογής. Τι δοκιμασία όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί τίμια; Όλοι ήξεραν σε τι υπερτερούσε ο ένας αδερφός και σε τι ο άλλος. Τους είχαν, βλέπετε, μεγαλώσει από μωρά και ξέραν τα πάντα γι΄ αυτούς.  Ο ένας ήταν πιο γρήγορος μα ο άλλος πιο  δυνατός, ο ένας πιο ψηλός μα ο άλλος πιο ευέλικτος, ο ένας πιο καλός με το σπαθί μα ο άλλος με το τόξο. Το να διαλέξουν συνηθισμένη δοκιμασία θα ήταν σα να διαλέγαν από πριν αυτόν που προτιμούσαν. Και η ώρα περνούσε και απόφαση δεν έπαιρναν. Ώσπου αποκαμωμένοι, αποφάσισαν να δεχτούν ό,τι σκεφτόταν ο γηραιότερος ανάμεσα τους. Και η μόνη ιδέα που αυτός σκέφτηκε ήταν κομματάκι περίεργη: θα έκαναν έναν αγώνα δρόμου με καμήλες, μα νικητής και επόμενος Σεϊχης θα ήταν εκείνος που η καμήλα του θα τερμάτιζε τελαυταία. Λίγο η κούραση, λίγο η ζέστη της ερήμου και όλοι συμφώνησαν στην ιδέα αυτή. Την παρουσίασαν στον Σεϊχη που δέχτηκε κι αυτός.

Έτσι, λίγες μέρες μετά, οργανώθηκε και ξεκίνησε ο περίεργος αυτός αγώνας. Πλήθος κόσμου από αυτό και όλα τα γειτονικά βασίλεια μαζεύτηκε την ανατολή στη γραμμή του τερματισμού, 10 λεύγες μακριά από την αφετηρία και περίμενε να δει ποιός θα ήταν ο επόμενος Σεϊχης. Μα η μέρα κόντευε να τελειώσει και οι πρίγκηπες δεν φαινόντουσαν πουθενά. Δεν είχαν καν ξεκινήσει, καθώς κανείς τους δεν ήθελε να τερματίσει πρώτος και να χάσει έτσι το βασίλειο. Την επόμενη μέρα το ίδιο. Και οι μέρες περνούσαν. Το πλήθος πια μαζευόταν στην αφετηρία και χάζευε τους πρίγκηπες, που χαζομερούσαν με κάθε πιθανή δικαιολογία για να μην ξεκινήσουν τον αγώνα. Κι άλλες μέρες πέρασαν. Ο κόσμος είχε αρχίσει να δυσανασχετεί και ο Σεϊχης να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να πάρει το κεφάλι του γερο-συμβούλου του και πιθανόν και όλου του συμβουλίου! Ώσπου μια μέρα, καθώς το σούρουπο είχε αρχίσει να ξεκινά, ένα πιτσιρίκι ξέκοψε από το πλήθος και κατευθύνθηκε προς τους δυο πρίγκηπες. Κάποιοι πήγαν να αντιδράσουν και να το σταματήσουν, με έδειχνε τόση σιγουριά καθώς τους πλησίασε, που κανείς δεν ανέδρασε.

Σαν έφτασε στους πρίγκηπες, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και τους είπε κάτι στα σύντομα. Για λίγο, οι πρίγκηπες κοιταχτήκαν σα χαμένοι. Και μετά, σα να τους είχε τσιμπήσει μέλισσα, πήδηξαν στις καμήλες και άρχισαν να καλπάζουν σα τρελοί. Μπορείτε να φανταστείτε τη κατάπληξη του πλήθους! Ητάν τόσο μεγάλη που οι περισσότεροι ξέχασαν τον αγώνα, δεν κοίταξαν καν ποιός προηγούταν και περικύκλωσαν το πιτσιρίκι, ζητώντας να μάθουν τι είχε πει στους πρίγκηπες.

Και το πιτσιρίκι, αγέρωχο, με ένα μειδίμια στα χείλη τους και με φωνή που έσταζε μέλι και πονηριά τους απάντησε: «Ε, είχα αρχίσει να βαριέμαι. Έτσι τους πρότεινα να ανέβουν ο ένας στη καμήλα του άλλου. Αφού η καμήλα που θα ερχόταν δεύτερη θα κέρδιζε, ο πρίγκηπας που θα τερματίσει πρώτος, θα είναι και ο επόμενος Σεϊχης σας».

Απάντηση