Η Σακοράφα

Χανς Κριστιαν Αντερσεν(Μια ιστορία του μεγάλου παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

Παραμύθι μύθι μύθι,
το κουκί και το ρεβύθι
εμαλώνανε στη βρύση.
Πέρασε και η φακή
και τα βάζει φυλακή,
μα η φάβα της φωνάζει,
φακήηη, βγάλτα έξω,
δεν πειράζει.

Ήτανε κάποτε μια Σακοράφα τόσο λεπτή, που νόμιζε πως ήτανε Βελόνα. «Προσέξτε να με κρατάτε καλά!», είπε η Σακοράφα στα Δάχτυλα που την πήρανε. «Προσέξτε μη με χάσετε, παρακαλώ! Αν σας πέσω στο πάτωμα, θα είναι αδύνατον να με ξαναβρείτε, γιατί είμαι πολύ λεπτή!».

«Α, βέβαια!», της είπανε τα Δάχτυλα, καθώς την έπιαναν.

«Κοιτάξτε, έχω και ακολουθία!», πρόσθεσε η Σακοράφα, που πίσω της έσερνε μια μακριά κλωστή χωρίς ούτ’ έναν κόμπο.

Τα Δάχτυλα οδήγησαν τη Σακοράφα στην παντόφλα της μαγείρισσας· είχε σκιστεί το δέρμα από πάνω κι έπρεπε να ραφτεί.

«Τι χυδαία δουλειά!», είπε η Σακοράφα· «δε θα καταφέρω να περάσω, θα σπάσω, σπάω!». Και πράγματι έσπασε. «Δε σας το είπα;», συνέχισε, «είμαι πολύ λεπτή!».

«Τώρα είναι άχρηστη», σκεφτήκανε τα Δάχτυλα· όμως έπρεπε να συνεχίσουνε να την κρατάνε. Η μαγείρισσα έσταξε βουλοκέρι στη Σακοράφα και μετά την έμπηξε στο μαντίλι της.

«Τώρα έγινα καρφίτσα διακοσμητική!», είπε η Σακοράφα. «Το ήξερα ότι κάποια μέρα θα διακρινόμουνα· όταν κάποιος αξίζει, έρχεται μια μέρα που η αξία του αναγνωρίζεται». Και μ’ αυτό γέλασε, από μέσα της φυσικά, γιατί κανένας δεν είδε ή άκουσε ποτέ Σακοράφα να γελάει. Και κάθισε εκεί να τους κοιτάζει όλους αφ’ υψηλού, σαν να βρισκότανε στ’ αμάξι της και κοίταζε γύρω.

«Παίρνω το θάρρος να σε ρωτήσω, είσαι από χρυσάφι;», ρώτησε την καρφίτσα που βρισκότανε δίπλα της. «Έχεις πολύ ωραία εμφάνιση και παράξενο κεφάλι, μόνο που είναι πολύ μικρό. Πρέπει να κάνεις κάτι να μεγαλώσει το κεφάλι σου», πρόσθεσε· «σου το λέω εγώ που έχω βουλοκέρι πάνω μου!». Και, περήφανη γι’ αυτό της το χαρακτηριστικό, η Σακοράφα έστρεψε το κεφάλι από την άλλη μεριά τόσο απότομα, που έπεσε μέσα στο νεροχύτη, όπου η μαγείρισσα ξέπλενε εκείνη τη στιγμή τα πιάτα.

«Τι ωραίο είναι να ταξιδεύεις!», είπε η Σακοράφα. «Όμως ελπίζω να μη βρεθώ πολύ μακριά». Βέβαια, ταξίδεψε μακριά, πολύ μακριά.

«Είμαι πολύ λεπτή γι’ αυτό τον κόσμο», είπε όταν τελικά κατακάθισε στον υπόνομο. «Όμως ξέρω την αξία μου, είναι κι αυτό κάτι». Έτσι η Σακοράφα πήρε κουράγιο και δεν έχασε την καλή της διάθεση.

Πέρασαν από μπροστά της ένα σωρό πράγματα. Σκλήθρες από ξύλα, καλαμάκια, κομμάτια από παλιές εφημερίδες. «Κοίτα πώς φεύγουν!», είπε η Σακοράφα. «Και πού να ξέρανε ποιος βρίσκεται από κάτω τους. Εγώ! Που μένω εδώ και δε μετακινούμαι. Να μία σκλήθρα, που δε σκέφτεται τίποτ’ άλλο από τον εαυτό της — τι εγωισμός! Να κι ένα καλαμάκι που πλέει στριφογυρίζοντας γύρω από τον εαυτό του! Πρόσεχε, μη θεωρείς τον εαυτό σου επίκεντρο του κόσμου, γιατί θα φας τα μούτρα σου στις πέτρες! Να και μια εφημερίδα, που όλα όσα γράφει είναι μπαγιάτικα και ξεχασμένα, κι όμως αυτή επιδεικνύεται και πλέει ανοιχτή! Μόνον εγώ κάθομαι ήσυχη!», αποφάνθηκε η Σακοράφα. «Ξέρω τι αξίζω και ξέρω ότι δε θα χάσω ποτέ την αξία μου!».

Μια μέρα βρέθηκε δίπλα της κάτι τόσο λαμπερό, που η Σακοράφα το πέρασε για διαμάντι· κι όμως, ήταν ένα κομμάτι Γυαλί. Αλλά η Σακοράφα ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που συστήθηκε μόνη της και μάλιστα σαν Καρφίτσα πέτου! «Φυσικά, εσύ είσαι διαμάντι!». —«Ναι, ναι, κάτι τέτοιο!», απάντησε το Γυαλί. Καθένα από τα δύο πίστευε τώρα πως ο συνομιλητής του είναι σπάνιο κόσμημα· κι αρχίσανε και τα δυο να παραπονιούνται για την αλαζονεία του κόσμου.

«Α, βέβαια, πού να σου τα λέω!», ξεκίνησε η Σακοράφα. «Εγώ έμενα σ’ ένα κουτί που ανήκε σε μια κυρία, μαγείρισσα το επάγγελμα. Αυτή λοιπόν είχε πέντε δάχτυλα σε κάθε χέρι, όλα τόσο ψηλομύτικα, τόσο φαντασμένα, τα πιο σνομπ δάχτυλα που έχω δει· και για ποιο λόγο; Μήπως κάνανε και καμιά δουλειά σπουδαία; Εμένα μόνο παίρναν απ’ το κουτί, με κρατάγανε για λίγο και με ξαναβάζανε μέσα!».

«Και ήτανε φωτεινά —εννοώ, λάμπανε;», ρώτησε το Γυαλί.

«Να λάμπουνε; Τι είν’ αυτά που λες;», του απάντησε η Σακοράφα. «Όλο πόζα ήτανε, τίποτ’ άλλο. Αδέρφια ήτανε: «Δάχτυλα» τα λέγαν όλα. Στεκόντουσαν συνήθως κορδωμένα, το ένα δίπλα στ’ άλλο, αν και δεν είχαν όλα το ίδιο ύψος. Το πρώτο, ο Αντίχειρας, ήτανε κοντόχοντρο και στεκότανε λίγο πιο πέρα, σαν να ήθελε να είναι πιο μπροστά από τ’ άλλα· είχε μόνον έναν αρμό στη ράχη του, έτσι δεν μπορούσε να σκύψει τόσο εύκολα όσο τ’ άλλα· όμως το ίδιο έλεγε πως, αν το κόβαν από τον άνθρωπο, αυτός δεν μπορούσε πια να πάει στο στρατό. Το δεύτερο, ο Δείκτης, έχωνε τη μύτη του παντού, δοκίμαζε τα πάντα, γλυκά και ξινά, έδειχνε τον ήλιο και το φεγγάρι, και κρατούσε την πένα μαζί με τον Αντίχειρα όταν τα Δάχτυλα έγραφαν. Το τρίτο, ο Μέσος, ήτανε τόσο μακρύ, που κοιτούσε τ’ άλλα αφ’ υψηλού. Το τέταρτο, ο Παράμεσος, φορούσε χρυσή ζώνη. Και το πέμπτο, ο Μικρός, δεν έκανε τίποτα απολύτως και περηφανευόταν γι’ αυτό. Τόσο ποζάτα και φαντασμένα ήταν όλα τους, που εγώ αποφάσισα να φύγω· πήρα των ομματιών μου και ήρθα στον υπόνομο!».

«Και τώρα καθόμαστε δίπλα δίπλα και λάμπουμε!», αποφάνθηκε το Γυαλί. Αλλά εκείνη τη στιγμή κύματα νερού ορμήσανε στον υπόνομο και παρασύρανε το Γυαλί.

«Πάει, έφυγε», μονολόγησε η Σακοράφα. «Ενώ εγώ έμεινα σταθερή, παρόλο που είμαι τόσο λεπτή». Και συνέχισε να στέκεται εκεί, ευθυτενής, βυθισμένη στις σκέψεις της.

«Τείνω να πιστέψω πως γεννήθηκα από ηλιαχτίδα, για να είμαι τόσο λεπτή· κι όμως, καμιά ηλιαχτίδα δεν έψαξε να με βρει εδώ, κάτω από το νερό. Αχ, είμαι τόσο λεπτή, που ούτε η μάνα μου δεν μπορεί να με βρει! Αν είχα ακόμα το μάτι μου, θα έκλαιγα· παρόλο που το κλάμα δεν είναι τόσο σικ».

Μια μέρα ήρθανε κάτι παιδιά που ψάχνανε στους υπονόμους για παλιά καρφιά, κέρματα και τα τοιαύτα. Βρόμικο χόμπι, αλλά γι’ αυτό τα διασκέδαζε.

παραμύθια - βιβλίο και ρόδο

«Οχ!», ακούστηκε η φωνή ενός παιδιού που τρυπήθηκε από τη Σακοράφα· «κάτι βρήκα!».

«Δεν είμαι «κάτι», είμαι Κυρία εγώ!», μονολόγησε η Σακοράφα, αλλά κανένας δεν την άκουσε. Το βουλοκέρι τής είχε φύγει κι είχε γίνει κατάμαυρη η καημένη· αν και η ίδια πίστευε ότι τα μαύρα τής πηγαίνανε, διότι τη λεπταίναν ακόμα πιο πολύ.

«Να ένα τσόφλι», είπανε τα παιδιά· και βάλανε τη Σακοράφα στο τσόφλι, που έπλεε στο νερό.

«Λευκοί τοίχοι γύρω μου κι εγώ ντυμένη στα μαύρα!», είπε η Σακοράφα. «Τώρα όλοι θα με προσέχουν! Ελπίζω μόνο να μη με πιάσει ναυτία, γιατί τότε θα σπάσω». Οι φόβοι της όμως αποδείχτηκαν υπερβολικοί, γιατί ούτε ναυτία έπαθε ούτε έσπασε.

«Άμα είσαι από ατσάλι, ούτε ναυτία δεν παθαίνεις», είπε η Σακοράφα. «Είδες πόσο καλύτερη είμαι από τους ανθρώπους! Κι όσο λεπτότερος είναι κάποιος, τόσο περισσότερο αντέχει στα βάσανα».

«Κρατς!» ακούστηκε και το τσόφλι έγινε κομμάτια. Το είχε λιώσει ένα κάρο. «Αχ, πόσο πιέστηκα!», αναστέναξε η Σακοράφα· «μου φαίνεται ότι τώρα δε θα τη γλιτώσω τη ναυτία. Και φοβάμαι ότι θα σπάσω! Θα σπάσω!». Όμως δεν έσπασε, αν και πέρασε από πάνω της ολόκληρη ρόδα. Έμεινε εκεί ανέπαφη, μπορεί ακόμα και τώρα εκεί να βρίσκεται: στον υπόνομο!

Απάντηση