Αφρικανικό Παραμύθι: Το Τετραπέρατο Τσακάλι

παραμύθι με ζώα(Παραμυθάκι από τις ζεστές χώρες τις Κεντρικής Αφρικής)

Μια ζεστή αφρικανική μέρα, πριν από πολύ-πολύ καιρό, ένα τσακάλι ταξίδευε μέσα από ένα στενό, βραχώδες πέρασμα. Όπως έκανε πάντα, είχε τη μουσούδα του στο έδαφος, έτοιμο να εντοπίσει κάθε ενδιαφέρουσα μυρωδιά. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα προκύψει το επόμενο γεύμα μου», σκεφτόταν. Ήταν βέβαια εξαιρετικά απίθανο να βρει κάτι πραγματικά νόστιμο μέσα στη ζέστη του μεσημέριου. Αλλά ίσως θα μπορούσε να πιάσει καμιά σαύρα ή κανένα φιδάκι.

Ξαφνικά ένιωσε μια παρουσία κοντά του. «Ωχ όχι!» σκέφτηκε και κοκάλωσε στη θέση του. Από μια στροφή του περάσματος, ένα μεγάλο λιοντάρι ερχόταν προς το μέρος του. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ κοντά για να καταφέρει να ξεφύγει και γέμισε με φόβο. Γιατί τα λιοντάρια ποτέ δεν συμπάθησαν τα παμπόνηρα τσακάλια, που αμέτρητες φορές τα είχαν ξεγελάσει. Ήταν σίγουρο ότι το λιοντάρι θα εκμεταλευόταν την ευκαιρία που το στενό πέρασμα του έδινε, για να πάρει την εκδίκησή του. Μα το τετραπέρατο τσακάλι, αν και έτρεμε από τον φόβο του,  σκέφτηκε ένα σχέδιο.

«Βοήθεια! Βοήθεια!» φώναξε ξαφνικά. Το μεγαλοπρεπές λοντάρι σταμάτησε απότομα από έκπληξη, καθώς δεν είχε καταλάβει τη παρουσία του ακόμη. «Βοήθεια!» ξαναφώναξε το τσακάλι, χρησιμοποιώντας όλο το φόβο που ένιωθε μέσα στο στήθος του για να τονίσει την κραυγή του. «Ω, μεγάλε βασιλιά των ζώων –  Βοήθεια! Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο! Βλέπεις εκείνο το μεγάλο βράχο που κρέμεται από πάνω μας; Είναι έτοιμος να πέσει! Και θα μας συνθλίψει και τους δυο, στο πέρασμα τούτο. Ω, ισχυρό λιοντάρι, κάντε κάτι! Σώσε μας!». Το λιοντάρι κοίταξε ψηλά, ανήσυχο. Πριν προλάβει καν να καταλάβει τι γίνεται, το τσακάλι το παρακαλούσε να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να εμποδίσει το προεξέχοντα βράχο να κυλήσει και να τους πλακώσει. Έτσι, πριν το καλοσκεφθεί, βρέθηκε να σπρώχνει με το ρωμαλέο ώμο του το βράχο, για να τον στηρίξει. «Ω, σας ευχαριστώ, μεγάλε βασιλιά!» έπιασε τις γλύκες το τσακάλι. «Εγώ θα φέρω γρήγορα κάποιον κορμό, ή ό,τι άλλο βρω τριγύρω, και θα το βάλουμε να στηρίξει το βράχο και θα έχουμε σωθεί και οι δύο!» Και με μικρές υποκλίσεις οπισθοχώρησε, ώσπου χάθηκε μακριά.

Το λιοντάρι έμεινε ολομόναχο, να σπρώχνει αναίτια τον τεράστιο και -φυσικά- ακίνητο βράχο. Πόσο καιρό έμεινε εκεί, πριν κατάλαβε ότι ήταν άλλο ένα τέχνασμα, δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά σίγουρο είναι πως η πονηριά είχε σώσει για μια ακόμη φορά το τσακάλι.

Απάντηση