Μύθος: Η Αλεπού και ο Κορυδαλλός

Μύθος του Αισώπου
(Μύθος του Αισώπου)

Παραμύθι μύθι μύθι,
το κουκί και το ρεβύθι
εμαλώνανε στη βρύση.
Πέρασε και η φακή
και τα βάζει φυλακή,
μα η φάβα της φωνάζει,
ρε φακήηη, για βγάλτα έξω,
μη σε νοιάζει, δεν πειράζει…

Μια φορά κι έναν καιρό μια αλεπού, που πεινούσε και δεν είχε τι να βάλει στο στόμα της, είδε από μακριά έναν κορυδαλλό να κρύβεται ανάμεσα σε μερικούς θάμνους.

«Σίγουρα εκεί έχει φτιάξει τη φωλιά του, σκέφτηκε η πεινασμένη αλεπού. Θα πλησιάσω σιγά – σιγά, χωρίς να με δει και θα τον αρπάξω στα νύχια μου. Βέβαια, θα τον κάνω όλο κι όλο μια μπουκιά αλλά, τι να γίνει; Με την πείνα που έχω, καλός είναι και ο κορυδαλλός».

Προχώρησε σιγά – σιγά, είδε σε λίγο τον κορυδαλλό στη φωλιά του κι έδωσε ένα σάλτο να τον αρπάξει. Μα ο κορυδαλλός, πιο γρήγορος, κατάφερε να της ξεφύγει και πέταξε πάνω από το κεφάλι της.

– Ε… γείτονα, καλημέρα! του είπε η αλεπού, ύστερα από το πάθημα της. Γιατί έφυγες; Άδικα τρόμαξες.

– Μπα; της είπε ο κορυδαλλός. Άδι κα τρόμαξα; Εσύ όρμησες στη φωλιά μου να με φας.

– Με παρεξήγησες γείτονα μου. Σκόνταψα σ’ ένα κλαδί κι έπεσα πάνω στη φωλιά σου. Έλα, μη φοβάσαι. Κατέβα να τα πούμε. Έχω μεγάλη όρεξη για κουβέντα. Έχω να σου πω αρκετά νέα.

– Ποια είναι λοιπόν τα νέα σου;

– Τα ‘μαθες; του είπε η αλεπού για να τον καταφέρει να κατεβεί. Άκουσα τον σπουργίτη να λέει ότι τραγουδάει καλύτερα από σένα…

– Μα ο σπουργίτης κυρ-αλεπού; Αν μου έλεγες κανένα άλλο πουλί, μπορεί και να σε πίστευα, μα ο σπουργίτης δεν τραγουδάει καθό λου. Μου λες ψέματα.

– Όχι, όχι, δε σου λέω ψέματα. Έχω και κάτι άλλο να σου πω…

– Σε ακούω…

– Καημένε μου, κατέβα κάτω να μιλήσουμε με την ησυχία μας, τι κά- νεις εκεί ψηλά; Δεν μπορώ να σε κοιτάζω, με πόνεσε ο λαιμός μου!

Μα ο κορυδαλλός δεν ήταν τόσο κουτός, όσο τον νόμιζε η αλεπού.

– Έλα εσύ εδώ πάνω, κυρα-γειτόνισσα να μιλήσουμε, της είπε. Γιατί να κατεβώ εγώ στη γη;

Η αλεπού κατάλαβε ότι ο κορυδαλλός ήταν έξυπνος και δε θα κατάφερνε να τον φάει. Έτσι, έβαλε την ουρά στα σκέλια της και απομα- κρύνθηκε, ενώ έτρεχαν τα σάλια της από την πείνα και της πονούσε το στομάχι. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο κορυδαλλός την κορόιδευε από ψηλά. Έκανε συνέχεια βόλτες από πάνω της και τραγουδούσε, μα εκείνη έκανε πως δεν τον έβλεπε και δεν τον άκουγε…

Απάντηση