Παραμύθι: Βατράχια και Διαμάντια

παραμύθι με πριγκίπισσες(Ένα παλιό παραμύθι από την Κεντρική Ευρώπη)

Μιά φορά και έναν καιρό ήταν μια χήρα που είχε δύο κόρες. Η μεγαλύτερη ήταν ίδια σε χαρακτήρα και παρουσιαστικό με τη μητέρα της. Και ήταν, μάνα και κόρη, τόσο δυσάρεστες, πονηρές και ψωροπερήφανες, που κανείς δεν τις άντεχε.

Η νεότερη όμως θύμιζε τον πατέρα της, άνθρωπο ξακουστό για την ευγένεια, τη γλυκύτητα και τη ψυχραιμία του. Και ήταν και όμορφη σα τη πρώτη μέρα της άνοιξης. Μα η μάνα και η αδερφή της την κακομεταχειρίζονταν και της συμπεριφέρονταν σα να ήταν υπηρέτρια τους.

Ανάμεσα σε όλα όσα τη βάζαν να κάνει, αναγκάζαν το όμορφο κορίτσι να τρέχει κάθε μέρα στο μακρινό πηγάδι στη άλλη μεριά του χωριού και να κουβαλάει νερό για το σπίτι.  Μια μέρα, όπως ήταν σε αυτό το πηγάδι, ήρθε και στάθηκε δίπλα της μια φτωχή γυναίκα, η οποία τη παρακάλεσε να της δώσει λίγο νερό.

«Ω, μα με όλη την καρδιά μου, μητερούλα,» είπε το όμορφο κορίτσι και, αφήνοντας για λίγο τη βαριά κανάτα που κουβαλούσε, καθάρισε τη κούπα της και τη γέμισε με φρέσκο νερό για τη γυναίκα.

Η καλή γυναίκα, σαν είχε πιει, της είπε:

«Είσαι τόσο όμορφη μικρή μου, τόσο γλυκιά και με τόσο καλούς τρόπους, που θέλω να σου κάνω ένα δώρο για να σε βοηθήσω». «Γυναίκα απλή δεν είμαι» συνέχισε «μα νεράιδα από το μαγεμένο δάσος». «Και το δώρο μου θα είναι, κάθε κουβέντα που θα βγαίνει από το γλυκομίλητο σου στόμα, λουλούδι ή πολύτιμο περτάδι να γίνεται!».

Σαν το όμορφο κορίτσι γύρισε στο σπίτι, η μητέρα της την επέπληξε που κάθησε τόσο πολύ στο πηγάδι .

«Με συγχωρείτε, μητέρα», είπε ο φτωχό κορίτσι, «που δεν βιάστηκα περισσότερο».

Και λέγοντας αυτά τα λόγια νάσου και βγήκαν από το στόμα της δύο τριαντάφυλλα, δύο μαργαριτάρια, και δύο διαμάντια!

«Τι είναι αυτό που βλέπω;» είπε η μητέρα της, έκπληκτη. «Νομίζω ότι βλέπω μαργαριτάρια και διαμάντια να βγαίνουν από το στόμα του κοριτσιού! Πώς συμβαίνει αυτό, κορούλα μου;»

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε καλέσει έτσι το παιδί της!

Η μικρή της είπε την ιστορία του πηγαδιού και της Νεράιδας. Η άπληστη χήρα σκέφτηκε τότε να στείλει και την άλλη κόρη, και με λίγη τύχη να διπλασιάσει τα αμύθητα πλούτη που ήδη φανταζόταν να σωρεύονται γύρω της.

«Τρέξε αμέσως» της φώναξε. «Και άμα καμία φτωχή γυναίκα σου ζητήσει νερό, να τσακιστείς να της δώσεις!»

Η άσχημη κόρη, άμαθη να της μιλάει έτσι η μάνα της που την είχε αλλιώς στα όπα-όπα, ξεκίνησε για το πηγάδι μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας σε όλο το δρόμο.

Κάποια στιγμή έφτασε στο πηγάδι, έριξε το βαρύ κουβά, τον τράβηξε με χίλια ζόρια γεμάτο νερό, και γέμισε τη κανάτα της. Μόλις έπαιρνε να ξεκινήσει προς το σπίτι, όταν μια νεαρή και πλούσια γυναίκα τη πλησίασε και τη παρακάλεσε να γεμίσει την ασημένια κούπα της με λίγο νερό. «¨Άσε μας κι εσύ πριγκιπέσσα» της λέει το κακομαθημένο κορίτσι. «Έδώ είναι ο κουβάς. Γέμισε τον και βάλε και στη κουπίτσα σου την ασημένια!»

«Τώρα θα μάθεις να είσαι ευγενική, κακόγλωσσα» της λέει θυμωμένη η νεαρή γυναίκα που δεν ήταν άλλη από τη νεράιδα του μαγεμένου δάσους. «Βάτραχοι και φίδια θα βγαίνουν από το στόμα σου, από εδώ και μπρος!»

Μόλις είδε τη μεγαλύτερη κόρη της να πλησιάζει η μητέρα της έτρεξε να τη συναντήσει.

«Λοιπόν, κόρη;» της λέει.

«Τι λοιπόν, μάνα;» απαντά η κακόγλωσσα, και αμέσως ξεπηδούν από το στόμα της δύο οχιές και δυο βατράχια.

«Ω έλεος», φώναξε η μητέρα «τι είναι αυτό που βλέπω; Σίγουρα η μικρή φταίει που με κοροίδεψε, και τώρα συμφορά μεγάλη βρήκε το σπιτικό μου. Μα σα τη βρώ θα τη βράσω ζωντανή για το κακό που μας έκανε».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά η μικρή αδερφή τρόμαξε και έτρεξε να κρυφτεί στο δάσος.

Ο Βασιλιάς που έτυχε να περνάει από εκεί, είδε το όμορφο κορίτσι που έκλεγε μόνο στο δάσος. «Τι σου συμβαίνει όμορφη κόρη;» τη ρώτησε.

«Αλίμονο ευγενικέ Βασιλιά! Η μάνα μου με ψάχνει να με τιμωρήσει για κάτι που δεν έκανα» του λέει η μικρή, και πεντε-έξι μαργαριτάρια έπεσαν στα πόδια του.

«Μα τι θαύμα είναι αυτό;» φώναξε εκείνος. «Εμπρός, πες μου όλη την ιστορία σου!». Έτσι και έγινε, το κορίτσι του είπε την ιστορία και εκείνος την κοίταγε θαμπωμένος από την ομορφιά της, αλλά και τα πολύτιμα πετράδια που μαζεύονταν στα πόδια του.

Σα τελείωσε την ιστορία τη παρακάλεσε να τον ακολουθήσει στο παλάτι. Εκεί τη γνώρισε στο γιό του που την ερωτεύτηκε τρελά και λίγο καιρό μετά την έκανε γυναίκα του. Και έζησαν για πολλά χρόνια, πλούσιοι και ευτυχισμένοι.

Όσο για την αδελφή και τη μητέρα, κάποοι λένε πως ακόμη περιπλανιούνται στα δάση, με ένα πλήθος από φίδια και βατράχους να τις ακολουθούν.

Απάντηση