Ο Πιτσιρίκος και το Διαμάντι της Βασίλισσας

παραμύθι με διαμάντι

Ένα παραμυθάκι της Ανατολής

Συγγραφέας: Eli Meid

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας τρανός βασιλιάς δώρισε στην γυναίκα του ένα διαμάντι μοναδικής ομορφιάς και αξίας. Μα κάποια μέρα η βασίλισσα, περίλυπη, όρμησε στην αίθουσα του θρόνου και ανακοίνωσε πως το πανέμορφο δώρο του είχε εξαφανιστεί.

Είχε ψάξει παντού. Μα αμφιβολία δεν είχε καμία: μια και το διαμάντι δεν το έβγαζε σχεδόν ποτέ από τη βαρύτιμη θήκη του, τοποθετημένη πάντα στο σκαλιστό κομοδίνο της, πιθανότητα να είχε παραπέσει δεν υπήρχε. Κάποιος το είχε κλέψει!

Ο βασιλιάς εξοργίστηκε. Ξεστόμισε τρομερές απειλές για το τι θα συνέβαινε αν όποιος είχε πάρει το διαμάντι δεν το επέστρεφε αμέσως. Η ώρα περνούσε και παρά τις όποιες έρευνες, άκρη δεν έλεγε να βρεθεί. Και ο βασιλιάς ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του και μια τρομερή απόφαση πήρε και βροντοφώναξε. Όλοι οι αυλικοί που είχαν πρόσβαση στο δωμάτιο της βασίλισσας, θα βασανίζονταν το επόμενο πρωί, εάν το διαμάντι δεν βρισκόταν μέχρι τότε.

Το πρωί ήρθε και το διαμάντι δεν βρέθηκε. Στο προαύλιο του παλατιού, δυο ντουζίνες ψυχές μαζεύτηκαν από τους βλοσυρούς φρουρούς, στενάζοντας και βογκώντας, καθώς ξέραν ότι η οργή του βασιλιά θα έπεφτε πάνω τους. Γιατί αυτοί ήταν όλοι όσοι είχαν πρόσβαση στα διαμερίσματα της βασίλισσας. Τριγύρω, ένα πλήθος από αυλικούς που για καλή τους τύχη δεν είχαν πατήσει ποτέ πόδι στα βασιλικά διαμερίσματα, περίμεναν να δούν τι θα γίνει – λυπημένοι και ανακουφισμένοι ταυτόχρονα.

Ο θυμωμένος βασιλιάς εμφανίστηκε στο μπαλκόνι και φώναξε: «θα ομολογήσει ο κλέφτης ή θα γνωρίσετε όλοι μαζί το μαστίγιο του βασανιστή;»

Κανείς δεν μίλησε για λίγο. Ξάφνου, ένας πιτσιρίκος, βοηθός στη κουζίνα και γνωστός για την εξυπνάδα του, ξεχώρισε από το πλήθος που παρακολουθούσε και φώναξε: «Ω μεγάλε βασιλιά! Αν μου δώσεις μια ευκαιρία θα βρώ εγώ ποιός είναι ο κλέφτης, και δεν θα χύσει η μεγαλειότητα σου αθώο αίμα». Ο βασιλιάς απόρησε μα τον διέταξε να βρεί τον κλέφτη αμέσως, εάν μπορούσε. Αλλιώς, τον απείλησε, και το δικό του πετσί θα γνώριζε το μαστίγιο.

«Μεγάλε βασιλιά» ξαναφώναξε ο πιτσιρίκος. «Μια μαγική λέξη έχουμε στο χωριό μου, που σαν ξεστομιστεί, όποιος πρόσφατα έχει κλέψει κάτι πολύτιμο, θα βαφτούν τούφες από τα μαλλιά του κόκκινες σαν το αίμα. Μου επιτρέπεις να τη φωνάξω;»

«Εμπρός λοιπόν!» τον πρόσταξε ο βασιλιάς, που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.

 «Ανακαταμάτατα!» φώναξε ο πιτσιρίκος. Και λίγο μετά ξαναφώναξε, θριαμβευτικά: «και να ο κλέφτης» δείχνοντας μια γριά παραμάνα, πασίγνωστη για τη φιλαργυρία της.

«Με κοροϊδεύεις;» ρώτησε σαστισμένος ο βασιλιάς, πλησιάζοντας τη παραμάνα. «Πού είναι οι πορφυρές τούφες στα μαλλιά της, όπως μας είπες;»

«Ω βασιλιά μου, πορφυρές τούφες δεν έχει. Μα σαν φώναξα τη λέξη τη μαγική, ενώ οι υπόλοιποι κοίταξαν τα μαλλιά των τριγύρω τους, αυτή κοίταξε στην ασπίδα του φρουρού δίπλα της, για κόκκινες τρίχες στα δικά της…»

Ο βασιλίας κατάλαβε το έξυπνο κόλπο του πιτσιρίκου. Και πράγματι, στο δωμάτιο της γερο-παραμάνας, το κλεμένο διαμάντι βρέθηκε. Όσο για τον πιτσιρίκο, κέρδισε μια θέση συμβούλου στην αυλή του βασιλιά.

Εδώ το παραμυθάκι μας τελειώνει. Και ζήσαν αυτοί καλά, εκτός από τη γριά παραμάνα που γνώρισε τα μπουντρούμια του παλατιού.

Απάντηση