Χριστουγεννιάτικη Ιστορία: Το Πρωινό των Χριστουγέννων

κερί, βιβλίο και χιόνι

Ένα πανέμορφο, χριστουγεννιάτικο αφήγημα από την Pearl S. Buck

Ξύπνησε άξαφνα. Η ώρα ήταν τέσσερις, η ώρα που πάντα ο πατέρας του τον ξυπνούσε για να τον βοηθήσει στο άρμεγμα. Πόσο περίεργο που οι συνήθειες της νιότης παρέμεναν! Πενήντα χρόνια είχαν περάσει, ο πατέρας του είχε πεθάνει εδώ και τριάντα, κι όμως ξυπνούσε στις τέσσερις το πρωί. Είχε μάθει τον εαυτό του να γυρνάει και να ξανακοιμάται, αλλά σήμερα ήταν Χριστούγεννα και δεν δοκίμασε να κοιμηθεί.

Γιατί αισθανόταν τόσο ξύπνιος σήμερα; Περιπλανήθηκε στο παρελθόν, όπως τόσο εύκολα συνέβαινε τελευταία. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών και ακόμη στη φάρμα του πατέρα του. Τον αγαπούσε τον πατέρα του. Δεν το ήξερε μέχρι που μια μέρα, κοντά στα Χριστούγεννα, κρυφάκουσε τον πατέρα του να μιλάει με τη μητέρα του.

«Μαίρη, το μισώ που ξυπνάω τον Ρομπ τα πρωϊνά. Αν μπορούσες να δεις το πως κοιμάται όταν πάω να τον ξυπνήσω! Μακάρι να τα κατάφερνα μόνος μου.»

«Ναι, αλλά δεν μπορείς Άνταμ.» Η φωνή της μητέρας του ήταν τραχιά. «Άλλωστε, δεν είναι παιδί πια. Έχει έρθει η ώρα να σε βοηθήσει.»

«Ναι» είπε ο πατέρας του αργά. «Αλλά το μισώ να τον ξυπνάω.»

Όταν άκουσε αυτές τις λέξεις, σαν κάτι να του μίλησε: ο πατέρας του τον αγαπούσε! Δεν το χε σκεφτεί ποτέ πριν, θεωρώντας δεδομένους τους δεσμούς του αίματος. Ούτε ο πατέρας ούτε η μητέρα του μιλούσαν για την αγάπη τους στα παιδιά τους – δεν είχαν ώρα για τέτοια πράγματα. Υπήρχαν πάντα τόσα να γίνουν στη φάρμα.

Τώρα που ήξερε πως ο πατέρας του τον αγαπούσε, δεν θα καθυστερούσε πια τα πρωινά, δεν θα χρειαζόταν να τον ξυπνήσουν ξανά. Σηκωνόταν πια, σκουντουφλώντας έστω, ντυνόταν με τα μάτια κλειστά, αλλά σηκωνόταν.

Και τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα, τότε που ήταν δεκατεσσάρων, έμεινε ξαπλωμένος για λίγο, σκεπτόμενος την επόμενη μέρα. Ήσαν φτωχοί και η μόνη χαρά της ημέρας ήταν η γαλοπούλα που είχαν εκθρέψει μόνοι τους και οι κιμαδόπιτες που η μητέρα του έφτιαχνε. Οι αδερφές του θα έπλεκαν κάποιο δώρο και η μητέρα και ο πατέρας του πάντα θα του αγόραζαν κάτι που χρειαζόταν, όχι μόνο ένα ζεστό πανωφόρι, αλλά ίσως και κάτι περισσότερο, όπως ένα βιβλίο. Και έκανε και αυτός οικονομίες, και κάτι έπαιρνε για τον καθένα τους.

Ευχήθηκε, εκείνα τα Χριστούγεννα που ήταν δεκατεσσάρων, να είχε ένα καλύτερο δώρο για τον πατέρα του. Ως συνήθως, είχε πάει στο κοντινό φθηνομάγαζο και είχε αγοράσει μια γραβάτα. Του είχε φανεί αρκετά καλή, μέχρι εκείνη τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα, καθώς σκεφτόταν ξαπλωμένος . Κοίταξε από το παράθυρο της σοφίτας τα αστέρια που έλαμπαν.

‘Πατέρα,» τον είχε ρωτήσει κάποτε, όταν ήταν μικρό αγόρι, «Τι είναι μια φάτνη»;

»Είναι απλώς ένας στάβλος» ο πατέρας του είχε απαντήσει, «σα τον δικό μας. «

Ο Χριστός είχε γεννηθεί σε φάτνη, και σε φάτνη είχαν έρθει οι βοσκοί…

Η σκέψη του καρφώθηκε σαν ασημένιο στιλέτο. Γιατί να μην έκανε στον πατέρα του ένα δώρο ιδιαίτερο, εκεί, στη δικιά τους φάτνη. Θα μπορούσε να σηκωθεί νωρίς, νωρίτερα κι από τις τέσσερις, και θα μπορούσε να τρυπώσει στο στάβλο και να κάνει αυτός όλο το άρμεγμα. Θα το έκανε μόνος, ακόμη και το καθάρισμα, και σαν πήγαινε ο πατέρας του να ξεκινήσει θα έβλεπε ότι όλα είχαν γίνει. Και θα καταλάβαινε ποιος τα είχε κάνει. Γέλασε μόνος του, καθώς κοιτούσε τα αστέρια. Αυτό έπρεπε να κάνει, και θα έπρεπε να κοιμηθεί λίγο και ελαφριά για να το πετύχει.

Θα πρέπει να ξύπνησε είκοσι φορές, ανάβοντας ένα σπίρτο για να κοιτάξει το παλιό του ρολόι – μεσάνυχτα, και μιάμιση, και δύο…

Στις τρεις και τέταρτο σηκώθηκε και έβαλε τα ρούχα του. Κατέβηκε κάτω στις άκρες των δακτύλων του, προσέχοντας τις σανίδες που έτριζαν, και βγήκε έξω. Οι αγγελάδες τον κοίταξαν, νυσταγμένα και ξαφνιασμένα. Ήταν νωρίς και για αυτές.

Δεν είχε αρμέξει ολομόναχος ξανά, μα του φάνηκε σχεδόν εύκολο. Η σκέψη του ήταν στην έκπληξη του πατέρα του. Ο πατέρας του θα ερχόταν να τον πάρει, λέγοντας του πως πρέπει να ξεκινήσουν, και ο Ρομπ θα έκανε πως ετοιμαζόταν. Θα πήγαινε στο στάβλο, θα άνοιγε τη πόρτα και θα έπιανε τα δυο μεγάλα δοχεία για το γάλα. Μα δεν θα ήσαν άδεια αυτή τη φορά, θα τον περίμεναν ολόγιομα.

«Μα πως…» σχεδόν άκουγε τον πατέρα του να μουρμουρίζει.

Χαμογέλασε και συνέχισε το άρμεγμα, δυο σταθερά, γιομάτα άρωμα ρυάκια να γεμίζουν τους κάδους.

Η δουλειά του φάνηκε ευκολότερη από ποτέ. Το άρμεγμα, για πρώτη φορά, δεν ήταν χαμαλίκι. Ήταν κάτι άλλο, ένα δώρο στον πατέρα του, που τον αγαπούσε. Τελείωσε, και τα δυο δοχεία ήσαν γεμάτα, και τα κάλυψε και έκλεισε τη τη πόρτα  προσεκτικά, σιγουρεύοντας τον σύρτη.

Πίσω στο δωμάτιο του, είχε μόνο ένα λεπτό να βγάλει τα ρούχα του στο σκοτάδι και να πέσει στο κρεβάτι, καθώς άκουσε τον πατέρα του να σηκώνεται. Τράβηξε τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι του και προσπάθησε να ηρεμήσει την ανάσα του. Η πόρτα άνοιξε.

«Ρομπ!», ο πατέρας του είπε. «Πρέπει να ξεκινήσουμε γιέ μου, κι ας είναι Χριστούγεννα.»

«Ε-εντάξει» είχε αποκριθεί συσταγμένα.

Η πόρτα έκλεισε, και παρέμεινε ακίνητος, γελώντας μόνος του. Σε λίγα λεπτά ο πατέρας του θα ήξερε. Η καρδιά του σα να χόρευε μόνη της.

Τα λεπτά φαινόντουσαν ατελείωτα – δέκα, δεκαπέντε, ούτε που ήξερε πόσα – και άκουσε τα βήματα του πατέρα του ξανά. Η πόρτα άνοιξε μα αυτός έμεινε ακίνητος.

«Ρομπ!»

«Ναι, Μπαμπά…»

Ο πατέρας του γελούσε, ένα περίεργο λίγο σα λυγμός είδος γέλιου.

«Ώστε νόμιζες πως θα με κοροϊδέψεις, λοιπόν;» Ο πατέρας του στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του, ψάχνοντας τον, τραβώντας τα σκεπάσματα.

«Είναι για τα Χριστούγεννα, Μπαμπά!»

Βρέθηκαν, και τον άρπαξε στην αγκαλιά του. Ένιωσε τα χέρια του πατέρα του να τον σφίγγουν. Ήταν σκοτάδι, και δεν έβλεπαν το πρόσωπο ο ένας του άλλου.

«Γιε μου, σ’ ευχαριστώ. Κανείς δεν έκανε κάτι πιο όμορφο…»

«Ω, Μπαμπά, θέλω να ξέρεις … το θέλω να είμαι καλός!» Οι λέξεις βγήκαν μόνες τους. Δεν ήξερε τι να πει. Η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη.

Φόρεσε τα ρούχα του ξανά και κατέβηκε στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ω, τι Χριστούγεννα, και πως η καρδιά του γέμιζε ξανά με περηφάνια καθώς ο πατέρας του είπε στη μητέρα του και τα μικρά του αδέρφια άκουγαν, πως αυτός, ο Ρομπ, σηκώθηκε ολομόναχος.

«Το καλύτερο Χριστουγεννιάτικο δώρο που μου έκαναν ποτέ, και θα το θυμάμαι γιέ μου κάθε πρωϊνό των Χριστουγέννων, για όσο θα ζω.»

Τα θυμόντουσαν και οι δύο, και τώρα που ο πατέρας του είχε φύγει, το σκεφτόταν μόνος του: την αυγή εκείνη των Χριστουγέννων που, μόνος με τις αγελάδες στο στάβλο, είχε κάνει το πρώτο του δώρο αληθινής αγάπης.

Αυτά τα Χριστούγεννα, ήθελε να γράψει μια κάρτα στη γυναίκα του και να της πει πόσο την αγαπούσε. Είχε περάσει καιρός από τότε που της το είχε πει, αν και την αγαπούσε τώρα με τρόπο ιδιαίτερο, πολύ περισσότερο απ’ όσο την αγαπούσε σαν ήταν νεαροί. Ήταν τυχερός και τον αγαπούσε και αυτή. Και ναι, αυτή ήταν η πραγματική χαρά της ζωής, η ικανότητα της αγάπης. Η αγάπη που ήταν ακόμη ζωντανή μέσα του, ακόμη ήταν.

Και κατάλαβε ξαφνικά ότι ήταν ζωντανή γιατί πριν από πολύ καιρό γεννήθηκε, σαν έμαθε ότι ο πατέρας του τον αγαπούσε. Αυτό ήταν: μόνο η Αγάπη μπορούσε να ξυπνήσει την αγάπη. Και μπορούσε να δώσει το δώρο της ξανά και ξανά. Αυτό το όμορφο Χριστουγεννιάτικο πρωινό θα το δώριζε στη αγαπημένη γυναίκα του. Θα της το έγραφε σε ένα γράμμα, να το διαβάσει και να το κρατήσει για πάντα.

Κατέβηκε στο γραφείο του και ξεκίνησε το γράμμα αγάπης στη γυναίκα του:

«Μονάκριβη μου αγάπη …»

Απάντηση