Παραμύθι: Η Βασίλισσα του Χιονιού

η βασίλισσα του χιονιού

(Μια γλυκόπικρη ιστορία του μεγάλου Δανού παραμυθά Hans Christian Andersen)

Υπάρχει ένας θρύλος πως, μια φορά κι έναν καιρό, μια όμορφη νεράιδα, η Βασίλισσα του Χιονιού, ζούσε στις ψηλότερη, και τις πιο μοναχική κορυφή των Άλπεων. Άντρες πολλοί αναρριχήθηκαν στις επικίνδυνες κορυφές για να τη θαυμάσουν, και σαν την είδαν, την ερωτεύτηκαν παράφορα.

Καθένας  από τους άντρες αυτούς θα έδινε τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του, για να την παντρευτεί. Μα, οι ζωές τους ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να δώσουν, γιατί η Μοίρα είχε αποφασίσει ότι κανένας θνητός δεν θα παντρευόταν  ποτέ τη Βασίλισσα του Χιονιού. Πολλές γενναίες ψυχές έκαναν το καλύτερό τους για να την πλησιάσουν, ελπίζοντας πως θα την έπειθαν. Και σε κάθε μνηστήρας επετράπη να εισέλθει το μεγάλο παγωμένο παλάτι με την κρυστάλλινη οροφή, όπου ο θρόνος της Βασίλισσας είχε στηθεί. Αλλά τη στιγμή που κάποιος δήλωνε την αγάπη του και ζητούσε το χέρι της, χιλιάδες ξωτικά εμφανίζονταν να τον αρπάξουν και να τον ωθήσει πέρα από τους βράχους, σε απύθμενες αβύσσους. Χωρίς την παραμικρή συγκίνηση, η Βασίλισσα παρακολουθούσε τη σκηνή, μιας και από πάγο ήταν η καρδιά της, ανίκανη να νιώσει οτιδήποτε.

Ο θρύλος του κρυστάλλινου παλατιού και της όμορφης, άκαρδης βασίλισσας έφτασε ως τη πιο μακρινή κοιλάδα των Άλπεων. Έφτασε και στο σπίτι που έμενε ένας γενναίος, νεαρός κυνηγός. Γοητευμένος από την ιστορία, αποφάσισε να δοκιμάσει και την δική του τύχη. Άφησε την κοιλάδα του, ταξίδεψε για ημέρες μέρες πολλές και έφτασε στους πρόποδες των Βουνών. Αψηφώντας τον κρύο αέρα που σάρωνε τις πλαγιές των Άλπεων, ξεκίνησε να σκαρφαλώνει, και αγνοώντας τους παγετούς, της μυτερές κορυφές, τις χιονοστιβάδες, συνέχισε την ανάβαση του.

Περισσότερο από μία φορά ένιωσε ότι όλα είχε χαθεί, αλλά η σκέψη της υπέροχης Βασίλισσας του Χιονιού του έδινε νέα δύναμη και τον κρατούσε, πεισμωμένο, να σκαρφαλώνει. Επιτέλους, μετά από πολλές ημέρες αναρρίχησης, είδε να ακτινοβολούν κόντρα στον ήλιο, τα ψηλά διαφανή καμπαναριά από το παλάτι του πάγου.

Μαζεύοντας όλο το θάρρος του, ο νεαρός άνδρας μπήκε στο Αίθουσα του Θρόνου. Αλλά θαμπώθηκε τόσο από την ομορφιά της Βασίλισσας του Χιονιού, που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ντροπαλός και συνεσταλμένος, δεν τόλμησε να μιλήσει. Έτσι, γονάτισε από θαυμασμό μπροστά στη Βασίλισσα, για ώρες δίχως τέλος, χωρίς να ανοίξει το στόμα του. Η βασίλισσα τον κοίταξε σιωπηλά, στην αρχή σκεπτόμενη ότι, εφόσον δεν είχε ζητήσει το χέρι της σε γάμο, δεν υπήρχε λόγος να καλέσει τα ξωτικά.

Στη συνέχεια, προς μεγάλη της έκπληξη, ανακάλυψε ότι η συμπεριφορά του είχε αγγίξει την καρδιά της. Συνειδητοποίησε ότι είχε άρχιζε να της αρέσει αυτός ο κυνηγός, τόσο νεότερος και τόσο ομορφότερος από όλους τους άλλους επίδοξους μνηστήρες της. Ο χρόνος περνούσε και η Βασίλισσα του Χιονιού δεν τολμούσε να παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό της, ότι θα ήθελε να παντρευτεί αυτόν το νεαρό άνδρα.

Εν τω μεταξύ, τα ξωτικά παρακολουθούσαν, στην αρχή έκπληκτα, στη συνέχεια όλο και πιο αναστατωμένα. Γιατί δικαίως φοβήθηκαν ότι η βασίλισσα τους θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να σπάσει το νόμο, προκαλώντας, με ανυπολόγιστες συνέπειες, τη μανία της Μοίρας.

Βλέποντας ότι η βασίλισσα αργούσε να δώσει την εντολή να απαλλαγούν από τον επίδοξο μνηστήρας της, τα ξωτικά αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ένα βράδυ, μόλις το σούρουπο έπεσε, ξεπήδησαν από τις ρωγμές των βράχων και μαζεύτηκαν γύρω από τον νεαρό κυνηγό, τον άρπαξαν και τον πέταξαν στην άβυσσο. Η Βασίλισσα του Χιονιού παρακολούθησε ολόκληρη τη σκηνή, μα δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει για να τους σταματήσει. Η παγωμένη καρδιά της μόνο έλιωσε, και η όμορφη σκληρή νεράιδα έγινε ξαφνικά γυναίκα.

Ένα δάκρυ γλίστρησε από τα μάτια της, το πρώτο που είχε κυλήσει ποτέ. Και το δάκρυ της Βασίλισσας του Χιονιού έπεσε επάνω σε μια πέτρα, και μετατράπηκε σε ένα μικρό ασημί αστέρι.

Αυτή ήταν η πρώτη Edelweiss … το λουλούδι που φυτρώνει μόνο στις υψηλότερες, τις πιο απρόσιτες κορυφές των Άλπεων, στην άκρη των γκρεμών και των βαράθρων…

Απάντηση