Παραμύθι: Η Ταβέρνα της Μεγαλόγατας

μυθική θάλασσα πήλιο

(Παραμύθι από το μαγευτικό Πήλιο)

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας τσιγγάνος με την αρκούδα του, αναζήτησαν καταφύγιο σε μια ταβέρνα στους πρόποδες του Πηλίου. Η μέρα ήταν βροχερή, κι ο ταβερνιάρης καλόκαρδος. Επισκέπτη δεν είχε διώξει ποτέ. Σα βεβαιώθηκε πως η αρκούδα υπάκουε το αφεντικό της, με χαρά τους δέχτηκε και τα καλύτερα φαγητά τους πρόσφερε. Και τσιπουράκι κέρασε τον τσιγγάνο, και έκατσε να τσουγκρίσουν και να ανταλλάξουν ιστορίες.

Η ώρα πέρασε, και ο τσιγγάνος ρώτησε αν υπήρχε δωμάτιο για να ξαποστάσει, πριν πάρει τους δρόμους ξανά, το επόμενο πρωϊ. «Φίλε μου», του απάντησε ο ταβερνιάρης. «Δωμάτια έχουμε, και μπόλικα! Μα πρέπει να σου πω, πως κάθε βράδυ ο Κάνος, το θαλάσσιο ξωτικό του Χορευτού, χούι το έχει να μας επισκέπτεται.»

Τον Κάνο, ο τσιγγάνος δεν τον ήξερε, και περίεργος ρώτησε να μάθει περισσότερα. Ο ταβερνιάρης του εξήγησε πως ένα χοντρόπετσο και φασαριόζικο θαλάσσιο ξωτικό ήταν. Κάθε βράδυ έβγαινε από τα αρμυρά νερά της παρακείμενης παραλίας και, καθώς αγαπούσε το τσίπουρο πιότερο από τους περισσότερους, τριγύρναγε στα καπελιά, μεθοκοπούσε, φώναζε, τραβιολογόταν, τσακωνόταν και, καθώς τη δύναμη του άνθρωπος δεν την έφτανε, ξυλοφόρτωνε συχνά τους ντόπιους. Και κάθε βράδυ, το τελευταίο τσίπουρο στην ταβέρνα τούτη το έπινε, γι’ αυτό και πελάτης δεν πάταγε μετά το απόγιομα.

«Ω, έχω αντιμετωπίσει πολύ χειρότερα» αποκρίθηκε με χαμόγελο ο τσιγγάνος. Ήπιαν ένα τσιπουράκι ακόμη, αντάλλαξαν φιλοφρονήσεις και, αφού φρόντισε η αρκούδα του να είναι στα ζεστά, κοντά στο γωνιακό τζάκι, ο τσιγγάνος πήγε να ξεκουραστεί στο δωμάτιο που του ετοίμασαν.

Ώρα πολύ δεν είχε περάσει, και εμφανίζεται μεθυσμένος και φωνακλάς ο Κάνος. Διατάσσει τσίπουρο και μεζέδες να του φέρουν. Πίνει σα σφουγγάρι και μια χορεύει, μια κάθεται, μια τραγουδά, μια βρίζει, μια παραγγέλνει. Την αρκούδα ούτε που την προσέχει μες το μεθύσι του, άθελα του τη πατά, και μια και δυό. Υπομονή κάνει το ζωντανό, ώσπου τα ποτήρια αρχίζει να σπάει στο τζάκι ο Κάνος, και οι σπίθες πετιούνται και καψαλίζουν τη γούνα του. Και τότε πετάγεται και τον αρπάζει. Τι κι αν τη δύναμη δέκα αντρών είχε ο Κάνος – αρκούδα δεν είχε ξανασυναντήσει! Μόλις και μετά βίας έσωσε τη ζωή του. Δαρμένος, ματωμένος και ξέπνοος, ίσα που κατάφερε να ξεφύγει και κουτρουβαλώντας τις σκάλες έτρεξε να γιατρέψει τις πληγές του στα γαλανά νερά του Χορευτού.

Μήνες πέρασαν, ο τσιγγάνος είχε προ πολλού φύγει και ο Κάνος δεν είχε εμφανιστεί στη ταβέρνα. Δειλά – δειλά οι πελάτες ξανάρχισαν να γυρίζουν τα βράδια, και ο ταβερνιάρης ήταν χαρούμενος. Ώσπου μια μέρα που περνούσε από τη παραλία του Χορευτού, άκουσε τον Κάνο να τον καλησπερίζει και να τον ρωτά: «Έ, κάπελα – εκείνη τη μεγάλη γάτα, την έχετε ακόμη στη ταβέρνα σας;»

Καταλαβαίνοντας τη πλάνη του ξωτικού, ο ταβερνιάρης του αποκρίνεται «μαζί μας είναι ακόμη φίλε μου – γέννησε και 12 γατάκια σωστά θεριά, που δεν προλαβαίνω να τα ταΐζω»! Και κρυφογελώντας απομακρύνθηκε, σίγουρος πως ο Κάνος δεν θα ξαναπλησίαζε στα μέρη του…

Απάντηση