Παραμύθι: Το Πουλί της Φωτιάς

το πουλί της φωτιάς

(Παραμύθι αγαπημένο, από τις Ρώσικες στέπες)

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δώσε κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει…

Ζούσε κάποτε, σε κάποιο βασίλειο κάτω απ’ τον ήλιο, ο τσάρος Ντεμιάν, που ‘χε τρία παιδιά: τον Πιοτρ, τον Βασίλη και τον Ιβάν. Κι είχε ο τσάρος έναν κήπο, τόσο θαυμαστό, που καλύτερος δε βρίσκεται σε καμιά πολιτεία. Σ’ αυτόν τον κήπο, λοιπόν, φύτρωναν λογιώ – λογιώ σπάνια λουλούδια και δέντρα κι ανάμεσα τους μια μηλιά που ‘κάνε χρυσά μήλα. Ο τσάρος την περιποιότανε πολύ τη μηλιά και κάθε πρωί μέτραγε τους καρπούς της. Μια μέρα, κατάλαβε ο τσάρος πως κάποιος τρυπώνει τη νύχτα στον κήπο του. Έβλεπε το βράδυ τα μήλα να κρέμονται ώριμα – ώριμα και το πρωί κάποια ήσαν άφαντα! Κανένας από τους φύλακες δεν μπορούσε ν’ ανακαλύψει τον κλέφτη. Κάθε πρωί, ο τσάρος μετρούσε και ξαναμετρούσε τα μήλα της αγαπημένης του μηλιάς κι όλο λειψά. Από τη στενοχώρια του πήγαινε να σκάσει, ούτε να φάει, ούτε να πιει να ξεδιψάσει, ούτε ύπνο να χορτάσει. Ώσπου μια μέρα, είδε κι απόειδε, φωνάζει τα τρία βασιλόπουλα και τους λέει:

– Να τι τρέχει, αγαπημένα μου παιδιά! Όποιος καταφέρει να πιάσει τον κλέφτη του κήπου μου, θα ‘χει το μισό μου βασίλειο όσο ζω και τ’ άλλο μισό όταν πεθάνω.

Οι γιοι του τα συμφώνησαν και πρώτος κάθισε να φυλάξει ο Πιοτρ. Πήγε από δω, πήγε
από κει στον κήπο, δεν είδε τίποτα, κι ύστερα ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι, κάτω από τη μηλιά – χρυσομηλιά και αποκοιμήθηκε. Και πάλι εξαφανίστηκαν τα μήλα.

Ο τσάρος το πρωί τον ρώτησε:

– Έχεις καμιά χαρά να μου δώσεις, αγαπημένο μου παιδί; Μήπως είδες τον κλέφτη;

– Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου. Έμεινα άγρυπνος όλη τη νύχτα μα τίποτα δεν είδα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εξαφανίστηκαν τα μήλα.

Είδε ο τσάρος πως είναι άπιαστος ο κλέφτης και πικράθηκε ακόμη πιο πολύ. Την άλλη νύχτα πήγε να φυλάξει το βασιλόπουλο ο Βασίλης. Στέκει κάτω από τη μηλιά, κοιτάει εδώ, κοιτάει εκεί, πουθενά κλέφτης. Κι όταν έπεσε η νύχτα, τον πήρε ο ύπνος, και κοιμήθηκε τόσο βαθιά που τίποτα δεν άκουγε και δεν ένιωθε. Κι όσο για τα μήλα, άφαντα κι αυτή τη φορά. Το πρωί ο τσάρος τον ρώτησε:

– Έχεις καμιά χαρά να μου δώσεις, καλό μου παιδί; Μήπως είδες τον κλέφτη;

– Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου! Φύλαξα σαν κέρβερος, δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω της κι ούτε είδα, ούτε ξέρω πώς χάθηκαν τα μήλα!

Και πιο πολύ πικράθηκε ο τσάρος. Την τρίτη νύχτα πήγε να φυλάξει στον κήπο ο μικρότερος γιος, ο Ιβάν. Άρχισε να γυροφέρνει τη μηλιά-χρυσομηλιά. Φοβότανε και να καθίσει για να μην αποκοιμηθεί. Φύλαξε μια ώρα, φύλαξε δύο, φύλαξε τρεις. Τα μάτια του κλείνανε από τη νύστα. Πέρασε έτσι η μισή νύχτα. Και ξαφνικά ένα φως φάνηκε από μακριά, και σε λίγο ήρθε ίσια απάνω του – και ο κήπος φωτίστηκε σα να ‘ταν μέρα. Και να σου! Φάνηκε το Πουλί της Φωτιάς (που το λένε και Φοίνικα), κάθισε πάνω στη μηλιά κι άρχισε να τσιμπολογάει τα χρυσόμηλα. Τινάχτηκε ο Ιβάν, στριφογύρισε, έκανε να αρπάξει το Πουλί της Φωτιάς, μα το ‘πιάσε μόνο από την ουρά. Εκείνο φτεροκόπησε τόσο δυνατά, που δεν ήταν δυνατό να το κρατήσει. Έτσι, κατάφερε να πετάξει ο Φοίνικας, αφήνοντας στα χέρια του Ιβάν ένα πολύχρωμο φτερό απ’ την ουρά του.φοίνικας

Μόλις ξύπνησε το πρωί ο τσάρος ρώτησε τι απόγινε. Ο Ιβάν του ‘πε τα καθέκαστα και του ‘δείξε και το φτερό από την ουρά του Πουλιού της Φωτιάς. Ο τσάρος χάρηκε που ο μικρότερος γιος του κατάφερε να τους φέρει έστω και μόνο το φτερό και άρχισε να βρίσκει την ησυχία του. Στο μεταξύ δεν ξαναφάνηκε το Πουλί της Φωτιάς στον κήπο κι ο τσάρος άρχισε να τρώει και να πίνει και ύπνο γλυκό να κοιμάται. Μα όσο κοίταζε το φτερό, τόσο τ’ άρεσε, και το μυαλό του πήγαινε ολοένα στο Πουλί της Φωτιάς και σκέφτηκε να στείλει τους γιους του να το βρουν και να του το φέρουν. Τους κάλεσε κοντά του και τους είπε:

– Να τι τρέχει, αγαπημένα μου παιδιά! Πάρτε τα καλύτερα άτια, καλπάστε στον κόσμο, βρείτε το Πουλί της Φωτιάς και φέρτε το σε μένα, γιατί μπορεί να ξαναπετάξει στον κήπο μας να κλέψει τα χρυσά μήλα.

Οι μεγαλύτεροι γιοι του φίλησαν το χέρι του πατέρα τους και ετοιμάστηκαν για μακρινό δρόμο. Καβάλησαν τα περήφανα φαριά τους, ντύθηκαν στα χρυσοπλούμιστα άρματα τους και πήραν τους ατέλειωτους κάμπους, να βρουν το Πουλί της Φωτιάς. Επειδή ήταν ακόμη μικρός, ο τσάρος δεν άφησε τον Ιβάν να φύγει, μα εκείνος τόσο παρακάλεσε και παρακάλεσε, που ο τσάρος στο τέλος άλλαξε τη γνώμη. Καβάλησε ο Ιβάν το περήφανο φαρί άτι του και ξεκίνησε καλπάζοντας. Και πάει και πάει, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Στο παραμύθι αστραπή, πιο δύσκολα όμως στη ζωή! Έφτασε τέλος σ’ ένα τρίστρατο και σ’ ένα πέτρινο στύλο είδε μιαν επιγραφή:

ιππότης σε άτι«Όποιος πάει ίσα – μπρος,

παγωμένος, νηστικός.

Όποιος στα δεξιά του κάνει

ζει, μα τ’ άλογο του χάνει.

Και αριστερά όποιος γέρνει,

ζει το άλογο, μ’ αυτός πεθαίνει!».

Διάβασε ο Ιβάν αυτά τα λόγια, σκέφτηκε, σκέφτηκε και τέλος πήρε το στρατί δεξιά του, τουλάχιστο να ζήσει. Και πήγε και πήγε, μια μέρα, δυο και την τρίτη έφτασε σ’ ένα πυκνό δάσος, ολοσκότεινο. Και ξαφνικά, από ένα θάμνο, βγαίνει ένας σταχτής λύκος και ρίχνεται στ’ άλογο του. Χωρίς να χάνει καιρό ο Ιβάν, βγάζει το σπαθί του, αλλά ο λύκος πρόλαβε, έκοψε στα δύο τ’ άλογο και ξανακρύφτηκε στις λόχμες.

Πικράθηκε ο Ιβάν, που ‘μείνε χωρίς το άξιο άτι του και συνέχισε το δρόμο του με τα πόδια. Πέρασε μια μέρα, δυο και την τρίτη άρχισε να τον βασανίζει η πείνα. Πεθαμένος απ’ την κούρα-ση, κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου να ξαποστάσει, όταν ξάφνου, ποιος ξέρει από πού, φανερώνεται ο σταχτής λύκος και του λέει:

– Γιατί πικραίνεσαι, Ιβάν και σκύβεις το κεφάλι;

– Πώς να μην πικραίνομαι, σταχτόλυκε; Τι θα κάνω χωρίς τ’ άλογο μου, που το κομμάτιασες;

– Μόνος σου διάλεξες αυτό το δρόμο, μην τα ρίχνεις σε μένα. Πες μου πού πας και τι γυρεύεις;

– Μ’ έστειλε ο πατέρας μου, ο τσάρος, να βρω το Πουλί της Φωτιάς, που κλέβει τα χρυσόμηλά μας.

– Αμ, με το άλογο σου, στον αιώνα των αιώνων δε θα ‘φτανες στο Πουλί της Φωτιάς. Μόνο εγώ ξέρω πού κουρνιάζει. Ανέβα καλύτερα στη ράχη μου, μα κρατήσου καλά! Σε αντάλλαγμα για το άλογο σου, θα μπω στη δούλεψη σου και θα σε υπηρετήσω πιστά και τίμια

Καβάλησε ο Ιβάν στη ράχη του σταχτόλυκου, που άρχισε να τρέχει σαν την σκέψη! Μ’ έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Λίγο κάλπασε, πολύ κάλπασε, ποιος ξέρει; Έφτασε μπροστά σ’ έναν πέτρινο τοίχο, σταμάτησε και είπε:

-Λοιπόν Ιβάν, πήδα τον τοίχο! Πίσω του είναι ένας κήπος και εκεί θα βρεις το Πουλί της Φωτιάς μέσα σ’ ένα χρυσό κλουβί. Είναι η ώρα που κοιμούνται όλοι και μπορείς να πάρεις το Πουλί της Φωτιάς, μα πρόσεξε μην αγγίξεις το κλουβί γιατί θα σε βρει μεγάλο κακό. 

ΣΕΛΙΔΕΣ — 1 2

ΣΕΛΙΔΕΣ — 1 2

2 thoughts on “Παραμύθι: Το Πουλί της Φωτιάς

  1. Ευχαριστούμε για την κστορία. Μία διόρθωση παρακαλώ. Όποιος πάει ίσα μπρος «θα κρυώνει και θα πεινάει», αλλιώς δεν βγάζει λογική συνέχεια. Έτσι το βρήκα σε Αγγλικό.

Απάντηση