Παραμύθι: Το Πουλί της Φωτιάς

Άκουσε ο Ιβάν τον σταχτύ λύκο, πήδησε τον τοίχο και είδε στον κήπο το Πουλί της Φωτιάς στο χρυσό κλουβί του. Πήρε το πουλί κι έκανε να γυρίσει πίσω, μα σκέφτηκε: «Γιατί δεν παίρνω και το κλουβί, πού θα το βάλω το πουλί, στην τσέπη μου; Μ’ αρέσει αυτό το κλουβί, είναι και αδαμαντοκόλλητο». Ξέχασε τι του ‘πε ο σταχτής ο λύκος, πήρε το κλουβί, μα εκεί μέσα ήταν κρυμμένες χορδές και κουδούνια, και στη στιγμή ακούστηκε φασαρία κι αχός, γιατί άρχισαν να βροντάνε και να κουδουνίζουν όλα μαζί!

1e16583d800eeec83d56310031ee34e81Ξύπνησαν οι φρουροί, τρέξανε στον κήπο, πιάσανε τον Ιβάν, του δέσανε τα χέρια και τον πήγανε μπροστά στο βασιλιά τους, τον Άμυαλο. Θύμωσε πολύ εκείνος κι έβαλε τις φωνές στον Ιβάν:

—Ποιος είσαι συ κι από πού έρχεσαι και ποιανού γιος είσαι και πώς σε λένε;

—Είμαι ο γιος του τσάρου του Ντεμιάν και με λένε Ιβάν. Το Πουλί της Φωτιάς πετάει και τρυπώνει στον κήπο μας και κλέβει τα αγαπημένα χρυσόμηλα του πατέρα μου. Μ’ έστειλε λοιπόν να το πιάσω και να του το πάω…

—Αμ, εσύ βασιλόπουλο Ιβάν, θα ‘πρεπε να ‘ρθεις να μου γυρέψεις το Πουλί της Φωτιάς, και γω θα στο ‘δινα από μοναχός μου ή θα σου ζήταγα και κάποιο αντάλλαγμα. Μα τώρα, εγώ θα στείλω τελάλη σ’ όλη τη γη, σ’ όλες τις πολιτείες και τους δρόμους, να μάθουν όλοι πως το βασιλόπουλο είναι κλέφτης. Αλλά, ό,τι έγινε, έγινε… Άκου, λοιπόν: Αν μου κάνεις μια εκδούλεψη, θα σου σχωρέσω το φταίξιμο σου και θα σου δώσω και το Πουλί της Φωτιάς με τη θέληση μου. Θα περάσεις τριάντα πολιτείες και στην τριακοστή θα βρεις και θα μου φέρεις το άλογο με τη χρυσή χαίτη,του βασιλιά Κούσμαν.

Έφυγε ο Ιβάν, πήγε και βρήκε το λύκο, του ‘πε τι έγινε και τι του γύρεψε ο βασιλιάς ο Άμυαλος.

—Τ’ είναι αυτά Ιβάν, γιατί δεν άκουσες την ορμήνια μου, παρά άρπαξες και το χρυσό κλουβί για να σε βρει συφορά; είπε ο λύκος.

—Είμαι φταίχτης απέναντι σου και συχώρεσε με, είπε ο Ιβάν.

– Τώρα, ό,τι έγινε, έγινε! Ανέβα στη ράχη μου, κρατήσου καλά και θα σε πάω όπου πρέπει.

Ανέβηκε ο Ιβάν στη ράχη του λύκου, που άρχισε να καλπάζει σαν τον αγέρα. Μ’ έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Πόσο τρέξανε, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Κάποτε φτάσανε στο βασίλειο του Κούσμαν. Στάθηκε ο λύκος μπροστά σ’ έναν τοίχο, που πίσω του ήταν χτισμένοι οι στάβλοι με άσπρες πέτρες και είπε:

-Ξεπέζεψε Ιβάν, περνά τον τοίχο, πάρε το άλογο με τη χρυσή τη χαίτη, μα πρόσεξε μην αγγίξεις τα γκέμια, γιατί μεγάλο κακό θα σε ξαναβρεί.

Πέρασε τον τοίχο ο Ιβάν και μπήκε στον ασπροπετρινοχτισμένο στάβλο. Όλοι οι φρουροί κοιμόντουσαν, πήρε ο Ιβάν το άλογο με τη χρυσή τη χαίτη κι έκανε να φύγει, αλλά είδε κρεμασμένα στον τοίχο τα ολόχρυσα γκέμια. «Και πώς θα κουμαντάρω τ’ άλογο χωρίς τα χαλινάρια; Πρέπει να τα πάρω κι αυτά!», σκέφτηκε ο Ιβάν. Δεν πρόλαβε καλά-καλά ν’ αγγίξει τα χάμουρα και ξεσηκώθηκε αχός, που έτριζε όλος ο στάβλος, θαρρείς και γκρεμιζότανε. Ξυπνάνε οι σταυ-λίτες, τρέχουν, τον πιάνουν και τον πάνε στον τσάρο Κούσμαν.

—Ποιος είσαι συ, από ποια χώρα, ποιανού γιος και πώς σε λένε; Και πώς τόλμησες να κλέψεις τ’ άλογο μου;

—Είμαι γιος του τσάρου του Ντεμιάν και με λένε Ιβάν.

—Αχ, αχ, τσάρεβιτς Ιβάν, είπε ο Κούσμαν. Είναι για παλικάρια τέτοιες δουλειές; Ας ερχόσουνα να μου ζητήσεις το άλογο με τη χρυσή τη χαίτη και θα στο ‘δινα από μοναχός μου ή θα σου γύρευα κάποιο αντάλλαγμα. Τώρα, όμως, θα στείλω τελάληδες να διαλαλήσουν σ’ όλες τις χώρες πως ο γιος του τσάρου είναι κλέφτης. Άσε, όμως, ό,τι έγινε, έγινε. Αν μου κάνεις μια δουλειά που θέλω, θα σου σχωρέσω το φταίξιμο και θα σου δώσω κι από πάνω τ’ άλογο, μονάχος μου. Θα πας σε τριάντα χώρες, θα φτάσεις στο τριακοστό ρηγάτο και θα μου φέρεις την Ωραία Ελένη, τη θυγατέρα του βασιλιά Δαλματού. Φεύγει ο Ιβάν, βρίσκει το σταχτή το λύκο και του τα λέει όλα.

—Τι τρέχει με σένανε, Ιβάν, του ‘πε ο λύκος. Δεν άκουσες και πάλι την ορμήνια μου. Τραβάω τόσα για να σε συντρέξω κι εσύ όλο συφορές!

-Φταίω και πάλι απέναντι σου, παραδέχτηκε ο Ιβάν. Συχώρεσέ με.

-Ό,τι έγινε, έγινε. Μια και μπήκαμε στο χορό, θα χορέψουμε! Ανέβα στη ράχη μου, κρατήσου καλά και πάμε να βρούμε την Ωραία Ελένη.

Ανέβηκε στη ράχη του ο Ιβάν και πέταξε σαν τον άνεμο ο λύκος. Μ’ έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Φτάνουν στο ρηγάτο του βασιλιά του Δαλματού, στον κήπο του με τα χρυσά κάγκελα.

-Λοιπόν Ιβάν. Τώρα δε σ’ αφήνω να μπεις στον κήπο, παρά το ‘χω καλύτερα να πάω μονάχος μου να φέρω την Ωραία Ελένη. Κατέβα και περίμενε με κάτω από την πράσινη βελανιδιά.

Περιμένει ο λύκος να νυχτώσει, πηδάει τα κάγκελα και κρύβεται σ’ ένα θάμνο. Κάθεται ως το πρωί αλλά δε βλέπει την Ωραία Ελένη. Περνάει η μέρα και μόνο σαν σουρούπωσε, τη βλέπει να βγαίνει από το παλάτι με τις παραμάνες της και τις αυλικές της. Καθώς σκύβει να κόψει ένα λουλουδάκι, περνάει ο λύκος κάτω από τα πόδια της, την παίρνει στη ράχη του, πηδάει τα κάγκελα, φτάνει στη βελανιδιά και λέει στον Ιβάν:

-Ανέβα γρήγορα με την Ωραία Ελένη στη ράχη μου, για να μη μας πιάσουν!

Παίρνει στην αγκαλιά του την Ωραία Ελένη ο Ιβάν, ανεβαίνουν στη ράχη του λύκου και πετάνε σαν τον άνεμο. Στο μεταξύ, οι παραμάνες και οι αυλικές τσιρίζανε, φωνάζανε, μιλάγανε όλες μαζί, και κανείς δεν καταλάβαινε τι έγινε. Όταν πια κατάλαβαν, τρέξανε όλοι οι κυνηγοί και τα κυνηγόσκυλα να πιάσουν το λύκο, μα αυτός ήταν πια μακριά και γύρισαν άπραχτοι στο παλάτι.

γκριζόλυκος

Η Ωραία Ελένη, που ‘χε λιποθυμίσει, ανοίγει τα μάτια της και βλέπει πως την κρατάει στην αγκαλιά του ένα πανέμορφο παλικάρι. Ήταν τόσο σφιχταγκαλιασμένοι στη ράχη του λύκου, που τίποτα δεν μπορούσε να τους χωρίσει. Κι αγαπήθηκαν μεμιάς.

Όταν έφτασε ο σταχτής ο λύκος στο παλάτι του Κούσμαν, είδε τον Ιβάν που έκλαιγε.

—Τι σε πίκρανε, Ιβάν και για τί κλαις;

—Πώς να μην κλαίω, σταχτόλυκε. Αγάπησα την Ωραία Ελένη και πώς ν’ αφήσω τέτοιαν ομορφιά;

Τι να κάνει ο λύκος, τους κοίταξε καλά-καλά και είπε:

—Σε υπηρέτησα μέχρι τώρα Ιβάν, ας σου κάνω τώρα κι αυτή τη χάρη, να μη σε χωρίσω από τέτοιαν ομορφιά. Θα μεταμορφωθώ εγώ σε Ωραία Ελένη, θα με πας στον τσάρο Κούσμαν, ύστερα θα πάρεις το άλογο με τη χρυσή χαίτη, θα το καβαλήσετε με την κοπελιά και θα το σκάσετε αμέσως. Εγώ θα σας φτάσω σε λίγο.

Τρεις τούμπες ο λύκος κάνει και μια πανέμορφη κοπέλα εφάνη!

Ο Ιβάν την παρουσίασε στον Κούσμαν κι αυτός του ‘δοσε το χρυσό άλογο με τη χρυσή χαίτη και τα χαλινάρια από πάνω. Ανέβηκε ύστερα με την αληθινή Ελένη στο άλογο και κίνησαν για το παλάτι του Άμυαλου.

Όσο για τον τσάρο Κούσμαν, έστησε κιόλας τη γιορτή για τους γάμους. Άνοιξαν στο παλάτι τα μεγάλα δρύινα τραπέζια με λογιώ-λογιώ καλούδια και κρασιά μελίτες! Άδειασαν τις κούπες κι άρχισαν τα συχαρίκια. Κι έπρεπε τώρα ο Κούσμαν να φιλήσει τη νέα γυναίκα του. Έσκυψε αυτός να τη φιλήσει, αλλά αντί τα κοραλλένια χείλη της Ωραίας Ελένης, βρίσκει τη μουσούδα του λύκου! Τρόμαξε ο Κούσμαν, ούρλιαξε και πάνω στη φασαρία, βρίσκει ο λύκος ευκαιρία, βγαίνει από το παραθύρι κι άντε βρέστον στο τσαΐρι!

Πρόφτασε ο λύκος τον Ιβάν και την Ωραία Ελένη και τους λέει:

-Ανέβα εσύ στη ράχη μου Ιβάν κι άσε την πανέμορφη πριγκίπισσα στο άλογο με τη χρυσή τη χαίτη.

Έτσι έκανε ο Ιβάν, μα σαν φτάσανε στο παλάτι του βασιλιά του Άμυαλου, κόντεψε να σκάσει από τη στενοχώρια του.

-Ποια σκέψη σε τρώει Ιβάν;

-Πώς να μη με τρώει η σκέψη; Δύσκολο μου ‘ρχεται να αποχωριστώ το άλογο και να το ανταλλάξω με το Πουλί της Φωτιάς. Μα αν δεν το κάνω, θα βγάλει τελάληδες να διαλαλήσουν σ’ όλη τη γη πως είμαι κλέφτης.

-Μην πικραίνεσαι! Και πάλι εγώ θα σε συντρέξω. Θα μεταμορφωθώ σε άλογο με χρυσή χαίτη και θα με πας στο βασιλιά.

Έκανε πάλι τις τούμπες του ο λύκος, μεταμορφώθηκε σε άλογο με χρυσή χαίτη και ο Ιβάν το πήγε στον βασιλιά τον Άμυαλο. Εκείνος βγήκε να τον προϋπαντήσει, τον έπιασε με το δεξί του χέρι και τον έμπασε στο παλάτι. Είπε να τον φιλέψει, να φάει να πιει, μα ο Ιβάν βιαζότανε να γυρίσει στην Ωραία του. Του ‘δωσε λοιπόν το Πουλί της Φωτιάς μαζί με το χρυσό κλουβί, φεύγει ο Ιβάν, ανεβαίνουν με την Ωραία Ελένη στο άλογο με τη χρυσή τη χαίτη, μαζί και το Πουλί της Φωτιάς και κινάνε για τη χώρα του.

Όσο για τον Άμυαλο, την άλλη μέρα παίρνει τ’ άλογο με τη χρυσή τη χαίτη να το δοκιμάσει και καλπάζει στον ανοιχτό κάμπο. Μαζί με τους κυνηγούς του μπαίνουν στο δάσος για παγανιά, βάζουν τα δόκανα, στήνουνε καρτέρι και περιμένουν τα θεριά. Πάνω στην ώρα, να, μια αλεπού. Όλοι οι κυνηγοί ρίχτηκαν το κατόπι της μα αυτή ήταν πιο γρήγορη και δεν την πρόφτασαν. Μόνο ο Άμυαλος έτρεχε τόσο γρήγορα που ξεμάκρυνε από τους άλλους.

Κι όλοι ξαφνικά βλέπουν το άλογο του να σκουντουφλάει, να μεταμορφώνεται, κάτω από τα σκέλια του βασιλιά, σε λύκο και να το βάζει στα πόδια. Πέφτει φαρδύς-πλατύς ο βασιλιάς ο Άμυαλος και χτυπάει στη γη την κούτρα του και σπάει τα μούτρα του! Έτρεξαν οι αυλικοί ποιος να τον πρωτοσηκώσει, να τον πρωτοξεσκονίσει κι ύστερα ρίχτηκαν να κυνηγήσουν το λύκο, μα εκείνος τους έστελνε χαιρετίσματα!

Ο λύκος πρόφτασε τον Ιβάν, τον έβαλε στη ράχη του και σα σιμώσανε στο μέρος που είχαν πρωτοσυναντηθεί του είπε:

-Το λοιπόν Ιβάν, σ’ αυτό το μέρος έκοψα στα δύο τ’ άλογο σου, εδώ και σ’ αφήνω. Δεν είμαι πια στη δούλεψη σου.

Ο Ιβάν έκανε τρεις υποκλίσεις, χαιρετούρες ως τη γη, μα ο λύκος είπε:

-Μη μ’ αποχαιρετάς για πάντα, γιατί πάλι θα με χρειαστείς.

«Πώς θα σε ξαναχρειαστώ, —σκέφτηκε ο Ιβάν. Δε σε χρειάζομαι πια». Πήρε το κλουβί με το Πουλί της Φωτιάς, ανέβηκε με την Ωρα’ια Ελένη στ’ άλογο με τη χρυσή τη χαίτη και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν. Έφτασαν στη χώρα του, μα πριν να μπούνε μέσα, στάθηκαν και ξάπλωσαν να ξαποστάσουν. Καθώς κοιμόντουσαν βαθιά, πέρασαν από κει τ’ άλλα τα δυο του αδέρφια. Είχαν πάει κι αυτοί εδώ κι εκεί να βρούνε το Πουλί της Φωτιάς, μα γύρναγαν στο πατρικό τους μ’ άδεια χέρια. Είδαν τον αδελφό τους να κοιμάται παρέα με την Ωραία Ελένη, το Πουλί της Φωτιάς και τ’ άλογο με τη χρυσή τη χαίτη και είπαν συναμετάξυ τους:

— Αρκετά μας ντρόπιασε ως τώρα μπροστά στον πατέρα μας. Εμείς δεν μπορέσαμε να παραφυλάξουμε το Πουλί της Φωτιάς, μα αυτός του άρπαξε ένα φτερό και του το πήγε. Και τώρα, κοίτα λάφυρα που φέρνει. Όλο μπροστά από μας θέλει να βγαίνει. Τώρα θα του δείξουμε κι εμείς!

Βγάλανε τα σπαθιά τους και κόψανε το κεφάλι του Ιβάν. -ξυπνάει και η Ελένη, βλέπει τον Iβάν νεκρό κι άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Τότε ο μεγαλύτερος, ο Πιοτρ, ακουμπάει τη μύτη του σπαθιού του στην καρδιά της και της λέει:

—Τώρα είσαι στα χέρια μας! Θα σε πάμε στον πατέρα μας και θα του πεις πως εμείς σ’ αποχτήσαμε, το ίδιο και για το Πουλί της Φωτιάς και για τ’ άλογο με τη χρυσή τη χα’ιτη! Αν δεν το κάνεις, αυτή τη στιγμή θα πεθάνεις!

Τρόμαξε η ωραία πριγκίπισσα και τους υποσχέθηκε πως θα κάνει ό,τι της πούνε. Τα δυο βασιλόπουλα ρίξανε κλήρο. Του Πιοτρ του ‘πέσε η Ελένη, του Βασίλη τ’ άλογο.

Κι ο Ιβάν, το βασιλόπουλο, τελειωμένος, στον κάμπο ξαπλωμένος, κι από πάνω του μια κορακοφαμίλια. Πού τον βρίσκεις, πού τον χάνεις, να και ο λύκος ο σταχτής, βλέπει τι γίνεται και στέκει στην άκρη περιμένοντας να πλησιάσουν τα κοράκια. Κατέβηκαν εκείνα και άρχισαν να τσιμπολογάνε τον Ιβάν, αλλά πετάγεται ο λύκος κι αρπάζει ένα κορακόπουλο. Τον βλέπει η κορακίνα και τον παρακαλάει ν’ αφήσει το μικρό της.

—Καλά, λέει ο λύκος. Θα το αφήσω να φύγει, μα εσύ θα πετάξεις πάνω από τριάντα πολιτείες και στην τριακοστή θα βρεις και θα μου φέρεις το νερό του θανάτου, μα και το Αθάνατο νερό! Τότε θα σου δώσω το κορακόπουλο σου.

Πέταξε η κορακίνα και πάει και πάει, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Τέλος γυρνάει με δυο μπουκαλάκια νερό: στο ένα του θανάτου, στο άλλο το Αθάνατο. Ο σταχτής ο λύκος κόβει στα δύο το κορακόπουλο, ύστερα το πιτσιλίζει με το νερό του θανάτου και ξανακολλάει, μετά με το Αθάνατο νερό και ζωντανεύει και πετάει στη μάνα του. Κάνει το ίδιο με τον Ιβάν κι εκείνος ξυπνάει, τρίβει τα μάτια του και λέει:

—Σα να παρακοιμήθηκα!

—Ναι Ιβάν! Και θα κοιμόσουνα τον αιώνιο, αν δεν ήμουνα εγώ. Μήπως δε σ’ είχαν σφάξει τ’ αδέλφια σου, οι ζηλιάρηδες και δε σου πήραν την Ελένη, τ’ άλογο και το Πουλί της Φωτιάς;  Ανέβα τώρα πάλι στη ράχη μου, να πάμε στο πατρικό σου, γιατί ο αδελφός σου ο Πιοτρ παντρεύεται σήμερα τη δική σου αγαπημένη.

Ανέβηκε στο λύκο ο Ιβάν και κίνησαν για το παλάτι. Όταν φτάσανε στις πύλες της πρωτεύουσας, ο λύκος είπε:

—Το λοιπόν Ιβάν, τώρα σ’ αποχαιρετώ για πάντα! Πήγαινε, βιάσου για το σπίτι σου!

Μπαίνει στην πόλη ο Ιβάν, πηγαίνει κατά το παλάτι και βλέπει κόσμο και κοσμάκη συναγμένο, στα γιορτινά ντυμένο. Τους ρώτησε το πώς και τι γιορτάζουν.

-Ο μεγάλος γιος του τσάρου παντρεύεται την Ωραία Ελένη.

0f7452a2b9f1446c9df0a1d76cf578ad1Βιάστηκε και μπήκε στο παλάτι ο Ιβάν κι όλοι τον γνώρισαν και τρέξανε να φέρουν το μαντάτο στον πατέρα του, μα μπήκε και ο Ίδιος στη μεγάλη σάλα. Μόλις τον είδαν τ’ αδέλφια του, κόντεψαν να πεθάνουν από το φόβο τους, και η Ελένη η πεντάμορφη χάρηκε, σηκώθηκε από το τραπέζι, έτρεξε στον Ιβάν τον έπιασε από το χέρι και είπε στον τσάρο:

-Να ποιος με πήρε και ποιανού γυναίκα είμαι! Και τα διηγήθηκε όλα χαρτί και καλαμάρι.

Αγανάκτησε τόσο ο τσάρος, που έδιωξε τους δυο μεγάλους γιους του από το παλάτι κι έκανε τον Ιβάν διάδοχο του. Χωρίς να χάνουν καιρό χορέψανε στους γάμους τους και στήσανε γλέντι γερό σ’ όλον τον κόσμο.

Και ζήσαν όσο ζήσανε, μα καλοζήσανε και ευτυχήσανε…

ΣΕΛΙΔΕΣ — 1 2

ΣΕΛΙΔΕΣ — 1 2

2 thoughts on “Παραμύθι: Το Πουλί της Φωτιάς

  1. Ευχαριστούμε για την κστορία. Μία διόρθωση παρακαλώ. Όποιος πάει ίσα μπρος «θα κρυώνει και θα πεινάει», αλλιώς δεν βγάζει λογική συνέχεια. Έτσι το βρήκα σε Αγγλικό.

Απάντηση