Αισώπου Μύθοι: Η Αλεπού και ο Πελαργός

αλεπού παραμυθιού

(Μύθος του Αισώπου, του μεγάλου αρχαίου Έλληνα μυθοποιού και μυθογράφου)

Μια φορά και έναν καιρό, πριν από χρόνια πολλά, στη στέγη ενός εγκαταλελειμμένου αγροτόσπιτου, ζούσε ένας πελαργός με τη φαμίλια του. Κοντά τους ζούσε μια πονηρή αλεπού με κοκκινωπή γούνα και φουντωτή ουρά. Μια μέρα, ο πελαργός και η αλεπού συναντήθηκαν στις παρυφές του παρακείμενου δάσους.

– «Καλημέρα Κύριε Πελαργέ! Πώς κι από δω;» τον ρώτησε η αλεπού.

– «Ήρθα εδώ στο δάσος για να μαζέψω τροφή για τα παιδιά μου», της απάντησε ο πελαργός.

– «Μιας κι ήρθες στη γειτονιά μου, δεν έρχεσαι να σου κάνω το τραπέζι»; του λέει η πονηρή αλεπού, ψάχνοντας πάντα τρόπους να διασκεδάσει.

Ο πελαργός παραξενεύτηκε με την πρόταση της αλεπούς, αλλά από ευγένεια δέχτηκε. Πήγε λοιπόν στο σπίτι της, κάθισε στο τραπέζι και η αλεπού τον σέρβιρε μια ζεστή και λαχταριστή σούπα σε ρηχό όμως, πιάτο. Τότε κατάλαβε ο πελαργός, πως η αλεπού ήθελε να γελάσει μαζί του, αφού με το μακρύ του ράμφος ήταν αδύνατο να φάει τη σούπα σε ρηχό πιάτο.

Έκανε λοιπόν πως έτρωγε και αφού τελείωσε και η αλεπού, την ευχαρίστησε και της είπε:

– «Ήταν πολύ νόστιμη η σούπα. Για να σου ανταποδώσω την φιλοξενία, δεν έρχεσαι αύριο στο δικό μου σπίτι, να φάμε μαζί;»

Η αλεπού, κρυφογελώντας ακόμη, δέχτηκε την πρόταση του και ο πελαργός ξεκίνησε για το σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι η αλεπού τον κορόιδεψε και ότι θα έπρεπε να πάρει το μάθημά της.

Την επόμενη μέρα, ο πελαργός εξήγησε στη κυρία πελαργίνα τι του έκανε η αλεπού. Μετά, της ζήτησε να ετοιμάσει ένα πολύ ωραίο δείπνο και να το σερβίρει σε γυάλες με ψηλό λαιμό. Όταν πλησίασε το μεσημέρι, η αλεπού, κουνιστή και λυγιστή, ξεκίνησε για το σπίτι του πελαργού. Χτύπησε την πόρτα και η οικογένεια την υποδέχτηκε με χαμόγελο.

– «Τι ωραία που μυρίζει το φαγητό που ετοιμάσατε! Μου τρέχουν τα σάλια!» σχολίασε η αλεπού.

Κάθισε στο τραπέζι, κι ο πελαργός με τη γυναίκα του έφεραν τις γυάλες. Ο πελαργός έχωσε αμέσως το ράμφος του μέσα στον ψηλό λαιμό της γυάλας και άρχισε να τρώει το φαγητό του με μεγάλη όρεξη. Η αλεπού προσπάθησε να χώσει τη μουσούδα της, αλλά άδικος κόπος. Ούτε μια μπουκιά δεν κατάφερε να φάει.

Αφού τελείωσε το φαγητό του ο πελαργός, σηκώθηκαν από το τραπέζι και η αλεπού προχώρησε μουτρωμένη και νηστική, αλλά χωρίς να πει λέξη. Καληνύχτισε την οικογένεια και έφυγε για το σπίτι της, όχι όμως πριν ακούσει τα χαχανητά που ξεχύνονταν από το πελαργόσπιτο. Στο δρόμο σκεφτόταν συνεχώς πως, αν μαθευόταν το πάθημά της, τα άλλα ζώα δε θα την είχαν πια σε υπόληψη και πως γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος!

Απάντηση