Κυπριακό παραμύθι: Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν

Πασχαλινά Αυγά

(Παραμυθάκι από τη Μεγαλόνησο, γραμμένο στη όμορφη ντοπλιολαλιά )

Αρχή του παραμυθιού, καλωσήρθε η αφεντιά σας

Μιαν βολάν κ’ έναν καιρόν είχεν έναν κοπελλούιν κι αγγιόστην* δκυό σελίνια. Εκράτεν τα κάμποσες ημέρες κ’ εσκέφτετουν είντα να τα κάμη. Να τα φυλάξη έσσω;* Αν του τα κλέψουν; Να τα παίξη κουμάριν* να τα πολλύνη; Αν του τα πάρουν; Σκέφτου-σκέφτου, αποφάσισεν ν’ αγοράση τίποτε, να το πουλήση, να τα πολλύνη. Εγόρασεν λοιπόν αυκά*.

Εγέμωσεν ένα καλάθιν, επήεν στην Χώραν,* επούλησέν τα και κείνα κ’ εκέρτισεν κι άλλα. Τε, τε,* επόλλυνεν τα σελίνια. Εγινήκαν δκυό ολόκληρες λίρες.

Μιαν ημέραν εγέμωσεν το καλάθιν του αυκά κ’ ελάμνησε* που το Δάλιν* να πά΄ στην Χώραν. Άμαν έφτασεν στον Αλυκόν* ηύρεν τον κατσασμένον.* Εσκέφτην να κάτση νάκκου* να πνάση* ώστοι να κάτση λλίον ο ποταμός να μπορήση να ρέξη.*

Έβαλεν λοιπόν το καλάθιν χαμαί κ΄έκατσεν πα΄στην πέτραν. Σαν εκάθετον έπκιασέν τον η συλλοή. Ελάλεν ΄που μέσα του «Έτσι που πάω, εννά κερτίσω πολλά ριάλια. Άμαν κερτίσω άλλα λλία, να γοράσω έναν γαούριν να μεν τυραννιούμαι μέσ΄στες στράτες. Άμαν τα πολλύνω κι άλλον, να πουλήσω το γαούριν να γοράσω μούλαν, κ΄ύστερα να πουλήσω την μούλαν να γοράσω άππαρον*, να περνώ ππασιάς. Να πααίνω στον καβενέν να βάλλω τό΄ναν πόϊν πα΄στ΄άλλον, έτο* έτσι.»

Την ώραν που σήκωσεν το πόϊν του νκρίζει* του καλαθκιού, εποκουππίστην* μέσ΄τον ποταμόν κ’ έπαιρνέν το το νερόν. Ήτουν να σκάση ΄που το μαράζιν του. Κείνην την ώραν έφτασεν κειαμαί ένας που τον έξερεν κι αρώτησεν τον είντα ΄παθεν κ΄ εν΄μαραζωμένος. Με δκυό χείλη καμένα λαλεί του: «Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν». Και είπεν του την ιστορίαν, καλή ώρα, όπως σας την λαλώ εγιώ τωρά.

Γλωσσάρι:

αγγιόστην = απόκτησε,
έσσω = μέσα στο σπίτι,
κουμάριν = στα χαρτιά,
πολλύνη = πληθύνη,
αυκά= αυγά,
Χώρα = Λευκωσία,
τε, τε = σιγά, σιγά,
ελάμνησε = ξεκίνησε,
Δάλιν = χωριό στην επαρχία Λευκωσίας,
Αλυκός = παραπόταμος του ποταμού Γιαλιά,
κατσασμένον = φουσκωμένο ή ανεβασμένο,
νάκκου = λίγο,
πνάση= ξεκουραστεί,
ρέξη = περάσει,
άππαρος = άλογο,
έτο = νά,
νκρίζει = αγγίζει ή σπρώχνει,
εποκουππίστην = αναποδογύρισε.

Απάντηση