Παραμύθι: O Γλάρος κι ο Κάβουρας

γλάρος ζωγραφιά

(Λαϊκή αφήγηση από το νησί του μυστηρίου και των παράξενων φαινομένων, τη πανέμορφη Κεφαλλονιά)

 

Κόκκινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ την κλώτσο να γυρίση παραμύθι ν’ αρχινίση.

 

Μια φορά κι έναν καιρό, μια μέρα που κανε φρυγούρα*, ένας γλάρος κατάλευκος επήγε μπροστά στη θάλασσα, κι είπε στα ψάρια:

– «Kαλά μου ψάρια, που κολυμπάτε αμέριμνα, ξέρετε τι σας μέλλεται;»

– «Όχι, δεν ξέρουμε! Υπάρχει κάτι που δες ή άκουσες και θα έπρεπε να ξέρουμε;»

– «Nά! Εσείς του βυθού τα πράματα τα ξέρετε. Μα εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και χορεύω με τον αγέρα. Μακριά βλέπω, και είδα πως πριν ο μήνας φύγει, και ξανάχει μολημέρι* και μοληνύχτι*,  θα ξεραθεί ετούτη η θάλασσα, που μέσα κολυμπάτε, και θα χαθείτε όλα. Μα εγώ, μαγκλανιάς* δεν είμαι! Aν θέλετε να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω, θα σας πάρω λίγα-λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλήσω σε μια άλλη θάλασσα. Κι αν είμαστε τυχεροί, η θάλασσα αυτή ποτέ δε θα στερέψει».

Πολλά ψάρια σκιάχτηκαν*, και δέχτηκαν να τα μεταφέρει ο γλάρος στην θάλασσα που δεν θα στέρευε. Eκείνος όμως άλλα είχε στο νού: ήθελε, χωρίς κόπο, να τα τρώει. Παίρνοντας λίγα-λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ’ ένα μέρος στη στεριά και χωρίς δεύτερη κουβέντα, τα κατάπινε.

Ένας κάβουρας που έμενε εκεί γύρω, ψιλιάστηκε τη παγαποντιά του γλάρου. Πριν χαθούν τα ψάρια όλα, πάει και λέει του γλάρου:

– «Γλάρε ψυχοπονιάρη, κι εγώ θέλω να σωθώ! Στη θάλασσα την αστέρευτη πήγαινε με λοιπόν και κάνε δελέγκου*. Mη με βάνεις όμως στο στόμα σου, γιατί εγώ, με τις δαγκάνες μου, μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου».

O γλάρος, για να μη φανεί ύποπτος στα ψάρια, δέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος ήθελε να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε να τον πνίξει, και του ’λεγε:

– «Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε».

Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα. Την τελευταία μάλιστα στιγμή, του ’δωσε και με μια με τις δαγκανάρες του, και για καιρό τον ετραυμάτισε, και στην ανεμορριπή τον έστειλε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.

Κεφαλλονίτικη Διάλεκτος

Κάνει φρυγούρα: αφόρητη ζέστη ή ζέστα
Μαγκλανιάς: τεμπέλης άχρηστος
Σκιάζομαι: φοβάμαι
Στην ανεμορριπή: στον αγύριστο
Κάνε δελέγκου: κάνε γρήγορα
Έχει μολημέρι: βρέχει όλη μέρα
Έχει μοληνύχτι: βρέχει όλη νύχτα

 

Απάντηση