Η Μυγδαλιά κι ο Τζίντζιρας

(Παραδοσιακό Ελληνικό Παραμύθι)

Μια μέρα ένας φτωχός περνούσε στη γειτονιά του από έναν υφαντή και είδε μια μαύρη κότα δεμένη με κόκκινο σπάγκο στο εργαστήρι του. Όταν πήγε σπίτι του, άκουσε τη γειτόνισσα που φώναζε κιμυγδαλιά έλεγε ότι της πήραν τη μαύρη κότα και να το βρουν από τον Θεό και άλλα. Αυτός τότε της φώναξε και της είπε:
-Αν μου δώσεις δυο γρόσια, σου δείχνω εγώ που είναι η κότα.Και εκείνη υποσχέθηκε. Αφού έκανε εκείνος πως διάβαζε σε κάτι βιβλία, της είπε :-Την βρήκα! Είναι στο τάδε εργαστήρι και τρέξε!

Αυτή έτρεξε, την βρήκε και του έδωσε και τα δυο γρόσια.

Τότε του λέει η δική του η γυναίκα :

-Σαν καλή δουλειά είναι αυτή ! Να γίνεις μάντης!

Και αυτός αποφάσισε να γίνει μάντης.

Εκεί που κάθονταν στο σταυροδρόμι μια μέρα, πέρασαν οι δούλοι του βασιλιά και τον ρώτησαν και αυτοί τι θα αποχτήσει η βασίλισσα, κορίτσι ή αγόρι;

Κι αυτός , επειδή δεν ήξερε τι να πει, έκανε πως διάβαζε ένα βιβλίο

κι έλεγε ολοένα :

-Αγόρι, κορίτσι, αγόρι, κορίτσι….

Κι εκείνοι βαρέθηκαν να τον ακούν κι έφυγαν.

Όταν όμως γέννησε η βασίλισσα , έκανε και αγόρι και κορίτσι, διδυμάκια. Τότε θυμήθηκαν οι δούλοι τον μάντη και είπαν του βασιλιά , τι τους είχε πει . Αυτές τις μέρες του είχαν κλέψει του βασιλιά την κάσα και, σαν έμαθε έτσι για τον μάντη , έστειλε και τον έφερε με μεγάλη τιμή και παράταξη, με στρατό, με μουσικές.

Ο καημένος ο μάντης έτρεμε από τον φόβο του, αλλά τι να κάνει.

Που ήξερε εκείνος ποιος πάτησε την κάσα !

Πέρασε μια μέρα, δυο , τρεις, τίποτα. Μια βραδιά ζήτησε και του πήγαν ένα πιάτο μύγδαλα , τα έσπαγε κι έτρωγε.

Εκεί οι κλέφτες ήταν τρεις. Ο ένας ήταν απέξω στην πόρτα και παραφύλαγε να δει, αν θα μαντέψει σωστά.

Αφού έφαγε πολλά αμύγδαλα, νύσταξε ο μάντης κι είπε :

-Ήρθε ο πρώτος ! (ο ύπνος εννοούσε βέβαια!)

Εκείνος που ήταν απ’ έξω κι άκουσε αυτά τα λόγια, φοβήθηκε .

Πάει και λέει στους άλλους :

-Ρε παιδιά , μας κατάλαβε ο μάντης. Πήγα απ’ έξω από την κάμαρα κι άκουσα κι που έλεγε “ήρθε ο πρώτος” !

Αυτοί δεν πίστεψαν και πήγε ο δεύτερος πίσω στην πόρτα.

Ο μάντης ξύπνησε κι έσπασε πάλι τα μύγδαλα κι έτρωγε.

Νύσταξε πάλι κι είπε :

-Ήρθε και ο δεύτερος!

Αυτός που το άκουσε, πήγε και το πε στους άλλους.

-Με κατάλαβε και μένα, τους λέει. Πήγα κι εγώ κι άκουσα
κι είπε “ήρθε ο δεύτερος” .

Πήγε κι ο τρίτος να δει.

Ο μάγος πάλι ξύπνησε κι έσπασε μύγδαλα κι έτρωγε.

Νύσταξε πάλι και είπε :

-Ήρθε και της στραβής ο γιος ! (ο τρίτος ύπνος!)

Πήγε κι αυτός και το είπε :

-Μας κατάλαβε ο σατανάς ο μάντης.

Πήγαν τότε όλοι και βρόντηξαν την πόρτα κι είπαν του μάντη :

-Ξέρουμε ότι είσαι καλός μάγος και μας βρήκες και τους τρεις, μόνο μην τύχει και μας προδώσεις στο βασιλιά και θα σου δείξουμε που την έχουμε την κάσα.

Πήγαν και του έδειξαν.

Πέρασαν κάμποσες μέρες. Ο βασιλιάς τον ρώτησε :

-Ε, μάντη, κατάλαβες τίποτα ;

-Κάτι κατάλαβα, του λέει. Δώσε μου ένα δούλο να σκάψω.

Του έδωσε δούλο, πάει σε ένα μέρος του περιβολιού, σκάβουν, βρίσκουν την κάσα απείραχτη, γεμάτη φλουριά, και χάρηκε ο βασιλιάς και του έδωσε πολλά δώρα. Και αφού έφαγαν το γεύμα μαζί, τον πήρε και βγήκαν στον κήπο.

Εκεί που περπατούσαν , ο βασιλιάς άρπαξε από μια μυγδαλιά έναν τζίντζιρα στο χέρι και του λέει :

-Αν είσαι αληθινός μάντης, να δούμε τι θα πεις. Τι έχω εδώ στο χέρι;

Ο καημένος ο μάντης που τον έλεγαν στο όνομά του Τζίντζιρα και τη γυναίκα του Μυγδαλιά, είπε τότε φοβισμένος και τρομαγμένος:

-Χαλάλι σου , Τζίντζιρα, που σ’ άφησεν η Μυγδαλιά κι έπεσες στα χέρια του βασιλιά!

Ο βασιλιάς που νόμιζε ότι το έλεγε για τον τζίντζιρα που είχε στο χέρι και τη μυγδαλιά που τον πήρε, χάρηκε πολύ και του έδωσε πολύ χρυσάφι και πάει πια στο σπίτι του κι έζησε καλά κι ακόμα καλύτερα.

 

Απάντηση