Η γοργόνα και ο κάβουρας

female1(Λαϊκό παραμύθι από τη Κεφαλονιά)

Μια φορά και πολλούς καιρούς πίσω, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένα πανέμορφο βασιλόπουλο που είχε όλα τα καλά. Κάθε μέρα ήταν όπως και η προηγούμενη, γεμάτη χαρά, φωνές και ξεγνοιασιά. Όμως όλη αυτή την χαρά την παρατήρησε και τη ζήλεψε μια κακιά μάγισσα, η οποία ζούσε σε ένα σπιτάκι έξω από το βασίλειο, δεν συμπαθούσε ούτε τη σκιά της.

Έτσι μια μέρα όταν το βασιλόπουλο είχε βγει για κυνήγι μαζί με τη βασιλική συνοδεία η μάγισσα βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που είχε στο νου της. Σε κάποια στιγμή το βασιλόπουλο μαγεμένο από ένα φωτεινό ελάφι ξέφυγε από την βασιλική συνοδεία στην προσπάθεια του να το πιάσει. Έτρεχε, έτρεχε μέχρι που έ
φτασε σε ένα ξέφωτο και εκεί είδε το ελάφι σε μια λιμνούλα να πίνει νερό. Του άρεσε τόσο πολύ αυτή η εικόνα που του ήταν αδύνατο να το σκοτώσει. Καθώς είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής για να βρει τους άλλους έπεσε πάνω σε μία γριούλα που δε φαινόταν να είναι καλά αμέσως πήγε κοντά της να την βοηθήσει και τότε αυτή σήκωσε το ραβδί της είπε κάτι που το βασιλόπουλο δεν το κατάλαβε και την επόμενη στιγμή εκεί που κοίταζε τα χέρια του, βλέπει δύο δαγκάνες και ξαφνικά ο κόσμος γύρω του ήταν τόσο διαφορετικός και μεγάλος!

Η μάγισσα γέλασε δυνατά και είπε: «τόσο καιρό έβλεπες τον κόσμο από ψηλά τώρα ήρθε ο καιρός να τον δεις και από τα χαμηλά! Ήσουν όμορφο και δυνατό παλικάρι, τώρα είσαι ένα μικρός κάβουρας, για να μάθεις ότι δεν υπάρχει μόνο η ομορφιά και η δόξα σε αυτή τη ζωή». Το καημένο το βασιλόπουλο τα ‘χε χάσει τελείως. Πότε δεν είχε κάνει κακό σε κανένα κι απορούσε που έφταιξε και του μιλούσε έτσι η μάγισσα που χάθηκε μες στο
σκοτάδι της νύχτας χωρίς να πει κάτι άλλο.

Το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το βασίλειο του κουρασμένο από το δρόμο έπεσε κάτω από ένα δέντρο να ξαποστάσει και ‘κει τον πείρε ο ύπνος. Ακόμη και στα όνειρα του τον κυνηγούσε η κακιά μάγισσα κι έβλεπε εφιάλτες. Το επόμενο πρωί όταν έφθασε επιτέλους στο σπίτι του κανένας δεν τον αναγνώρισε, ούτε οι γονείς του. Και έκλαιγε με λυγμούς γιατί δεν ήξερε που ανήκει, Έπειτα, όταν έκατσε και το σκέφτηκε αποφάσισε να πάει στη θάλασσα – άλλωστε εκεί ήταν η θέση του πια ως καβούρι.

Κατέβηκε στη παραλία και κει τραγουδούσε όλη μέρα και όλη νύχτα το καημό του, ώσπου το τραγούδι του έγινε γνωστό σε όλη την θάλασσα. Έμαθε γι αυτόν μια μέρα η πριγκίπισσα του βυθού ,η πιο όμορφη γοργόνα της θάλασσας και ένιωσε τον πόνο του και θέλησε να πάει να τον βρει. Ένα βράδυ πήγε κοντά στη παραλία και τον άκουσε. Η θλίψη γέμισε τα μάτια της με δάκρυα και αμέσως πήγε στην ακτή και του έσκασε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο.

Ήταν μεγάλη η έκπληξη του βασιλόπουλου και ακόμα μεγαλύτερη όταν είδε τα χέρια του ξανά. Ναι, ήταν και πάλι ο εαυτός του! Ευχαρίστησε την γοργόνα και της διηγήθηκε όλη την ιστορία του και εκείνη με τη σειρά της του είπε: ότι μόνο αγάπη χρειαζόταν για να λυθούν τα μάγια και ότι η γριούλα ζήλευε πολύ και ήθελε και εκείνη στην πραγματικότητα λίγη αγάπη!

Η γοργόνα και το βασιλόπουλο παντρευτήκαν και έζησαν μαζί μέχρι τα βαθειά τους γεράματα έχοντας μαζί τους όλους τους φίλους τους ακόμη και την κακιά μάγισσα που στο τέλος έγινε καλή και έκανε πολλά καλά για όσο καιρό έζησε

 

Απάντηση