Ο «Σαράντα καθιστός και που να σηκωθώ ορθός»

παιδί με σπαθί(Παραμύθι από τη Πελοπόννησο)

Μιά φορά κι ένα καιρό, στην φημισμένη καστροπολιτεία της Κορίνθου, ζούσε ένας γέρος βασιλιάς, καλός και δίκαιος, μαζί με την μονάκριβη και πεντάμορφη κόρη του. Στην άλλη άκρη της πολιτείας αυτής, ζούσε με την μάνα του την κυρά Πολυξένη, ο Θοδωρής, ένα νέο κι όμορφο παλικάρι, με μάτια γεμάτα όνειρα κι άδειες τσέπες. Η μάνα του πολύ τον εκαμάρωνε τον γιόκα της, τέτοιο λεβέντη , μα είχε κι ένα καημό: βλέπετε, ο Θοδωρής ήταν γερός και καλόψυχος, έστυβε δε πέτρα με τα χέρια του, αλλά όπως όλοι οι ονειροπόλοι, ήταν τεμπελάκος. Ο,τι δουλειά και να τον έβαζες να κάνει, κουραζόταν εύκολα, το έριχνε στην ξάπλα. Μόνο ένα πράμα είχε κατά νου, να σκοτώνει μύγες, μάλιστα το είχε αναγάγει σε τέχνη, καθόταν ξαπλωτός και με το σπαθί του πατέρα του , κατάφερνε το θηρίο και σκότωνε μύγες, μάλιστα τις έκοβε στα δύο, κι όσο πιο πολλές, τόσο πιο καλά!

Η αλήθεια είναι ότι σε αυτό το αγώνισμα δεν τον έφτανε κανείς, με τόσο ζήλο το εξασκούσε κι αφοσίωση, σε βαθμό που απέλπιζε την μάνα του και προκαλούσε το γέλιο στους φίλους και συγχωριανούς. ’Eφτασε μάλιστα ο αθεόφοβος να θερίσει με μία σπαθιά τόσες πολλές μύγες, ώστε έβαλε να χαράξουν στο σπαθί την επιγραφή : «ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΑΘΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ ΟΡΘΟΣ»!

‘Ολα αυτά , διασκέδαζαν τον κόσμο, που δεν άργησαν να του το κολλήσουν σαν παρατσούκλι , κι αντί να τον φωνάζουν με το ονομά του, τον φώναζαν ο «σαράντα καθιστός και που να σηκωθώ ορθός», προς μεγάλη αγανάκτηση της κυρα-Πολυξένης, και προς μεγάλη ικανοποίηση του Θοδωρή, που δεν καταλάβαινε την πλάκα.

Ο καιρός περνούσε, ήρθε το καλοκαίρι, αυξήθηκαν οι μύγες-θύματα του Θοδωρή, η κυρά Πολυξένη έταζε λαμπάδες στην Παναγιά , μπας και συνέλθει το βλαστάρι της, αλλά ο Θοδωρής το βιολί του, ξάπλα, σωροί από σκοτωμένες μύγες κι άγιος ο Θεός.

Όμως, με το πού μέστωσε το στάρι κι άρχισε ο θερισμός, μάζευαν με γέλια και τραγούδια οι κοπέλες και οι κολλήγοι το χρυσό καρπό, πλάκωσαν και οι ληστές, που ήθελαν να κάνουν τις προμήθειές τους κι αυτοί για τον χειμώνα. Βλέπετε, η καστροπολιτεία ήταν φημισμένη για τα καλά της κι ακόμα και οι πιο φτωχοί το χαν πάντα εξασφαλισμένο και πλούσιο το τραπέζι τους.

Οι βιγλάτορες έστειλαν τα μαντάτα μάνι-μάνι στον βασιλιά, ότι ένα τσούρμο κατευθυνόταν προς τα μέρη τους κι αυτός ευθύς αμέσως συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Έλα όμως που η καλοπέραση, η ησυχία και η καλοκαιρινή ραστώνη είχε βαρύνει τους υπερασπιστές του κάστρου, κι έτσι άρχισαν να τα μασάνε στον γέρο-βασιλιά.

«Ξέρετε, αφέντη μας, εμείς κατέχομε την ευγενή τέχνη του πολέμου, σύμφωνα με τους νόμους της ιπποσύνης, δεν σκαμπάζομε από …κοινούς ληστές», δικαιολογήθηκαν.

Ο βασιλιάς στράβωσε και τους κοίταξε αυστηρά, αλλά κατάλαβε ότι δεν είχε τίποτα να περιμένει από τους τεμπελχανάδες αυτούς, ο κίνδυνος πλησίαζε κι αυτός δεν μπορούσε λόγω αρθριτικών και γεραμάτων να ηγηθεί εναντίον των ληστών.

«Ας είναι», διέταξε « Βρείτε μου ανάμεσα στον γενναίο λαό μας τον υπερασπιστή μας και φέρτε τον μπροστά μου. Τουλάχιστον, αυτό μπορείτε να το κάνετε».

Οι ιππότες έσκυψαν το κεφάλι και υποκλίθηκαν, ήξεραν ότι έπεσαν στην δυσμένεια του βασιλιά, αλλά το κεφάλι τους στη θέση τους είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τον θυμό του βασιλιά. Στο μεταξύ, οι φήμες για το σκυλολόι των ληστών, που πλησίαζε απειλητικά, θέριεψαν, μέχρι που ένας γέρος πλακατζής φώναξε στον Θοδωρή «άντε γιέ μου, εσύ θα διώξεις τους ληστές, σαν τις μύγες θα τους θερίσεις, που σαι κι εξασκημένος!!!!». Ο Θοδωρής κορδωνόταν κι απολάμβανε τις ζητωκραυγές των άλλων πλακατζήδων, αγνοώντας πάντα το δούλεμα που του έκαμαν. Γέλια παντού, η μάνα του Θοδωρή κούναγε το κεφάλι αμίλητη, βλέποντας τον ανόητο το γιο της να φουσκώνει από υπερηφάνεια και να δηλώνει ότι θα τους σώσει! Με τα πολλά, όλη αυτή η φάρσα ξεπέρασε τα σύνορα της γειτονιάς κι εξαπλώθηκε, αρκούντως αλλαγμένη και ηρωοποιημένη, από άκρη σε άκρη σε όλη την καστροπολιτεία.

Όπως ήταν φυσικό, τα νέα έφτασαν και στο παλάτι, κι οι υπασπιστές του βασιλιά ξαμολήθηκαν να φέρουν τον υπερασπιστή της καστροπολιτείας ενώπιον του βασιλιά. Ο Θοδωρής έσφιξε το ζωνάρι με το περίφημο σπαθί του γερά στη μέση του, φίλησε τη μάνα του κι ακολούθησε τους άντρες του βασιλιά, γεμάτος καμάρι και αποφασιστικότητα. Στην διαδρομή προς το παλάτι, του διηγήθηκαν τα κατορθώματα των ληστών κι ο φουκαράς άρχισε να ιδρώνει και να ξεροκαταπίνει, αλλά ντράπηκε να δείξει τον φόβο του.

Ο βασιλιάς τον κοίταξε με το αετίσιο βλέμμα του καλά-καλά, σαν να μην του γέμιζε το μάτι τούτο το παλικαρόπουλο, αλλά του έγνεψε να πλησιάσει στον θρόνο. Το παλικάρι, εντυπωσιασμένο από την αίθουσα του θρόνου και το μεγαλείο του γέρου βασιλιά, μιας και τον έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή του από τόσο κοντά, γονάτισε και φίλησε το δαχτυλίδι που φορούσε στο ρυτιδιασμένο χέρι του ο βασιλιάς, έμβλημα της καστροπολιτείας.

«Αυτός που θα νικήσει τους ληστές και αποδειχτεί άξιος υπερασπιστής μας, θα πάρει το μισό βασίλειό μου και την κόρη μου για γυναίκα του» είπε ο βασιλιάς

«Με την βοήθεια του Θεού, θα αγωνιστώ και θα νικήσω» αποκρίθηκε ο Θόδωρος.Μέσα του το φυλλοκάρδι του έτρεμε, αλλά τώρα που είχε μπει στον χορό, θα χόρευε.

«Οι ληστές έχουν κρυφτεί για την ώρα στην Τυφλή σπηλιά, άρα είναι τρεις ώρες με το άλογο μακριά από τα Πέρα Χτήματα», τον πληροφόρησε ο υπασπιστής.

«Οι τρεις υπασπιστές μου θα σε συνοδέψουν και θα σε υπηρετούν. Καλή επιτυχία», είπε ο βασιλιάς και ζήτησε να δώσουν άλογο και πανοπλία στον υπερασπιστή. Οι υπασπιστές χλόμιασαν, κοιτάχτηκαν απελπισμένοι αλλά δεν τόλμησαν να αντιταχθούν στην βούληση του βασιλιά.

Όταν έφτασαν στα Πέρα Χτήματα, ο Θοδωρής έβγαλε το σπαθί του κι άρχισε να το κραδαίνει για να εντυπωσιάσει τους υπασπιστές. ‘Ύστερα, ξάπλωσε χαλαρός κάτω από μία χοντρή ελιά, έτοιμος για όλα.

Οι υπασπιστές διάβασαν την επιγραφή στο σπαθί και τον ρώτησαν με μία φωνή: «Αλήθεια, έχεις φάει με μία σπαθιά σαράντα ξαπλωτός;»

«Αμέεεε», γέλασε το παλικάρι, «και πού να σηκωθώ ορθός», παραλείποντας να διευκρινίσει οτι αναφερόταν σε μύγες και όχι σε ληστές.

«Αν είναι έτσι, τότε εμάς δεν μας χρειάζεσαι…», είπε ο μεγαλύτερος από τους υπασπιστές και τον χαιρέτησε. Ετσι, οι γενναίοι υπασπιστές του βα-σιλιά, όπως αρμόζει στους βασιλικούς κύκλους, έκοψαν ρόδα μυρωμένα, που λέει κι ο λαός, μπροστά στον κίνδυνο και άνανδρα τον παράτησαν μονάχο.

Ο Θοδωρής, δεν ανησύχησε, ξάπλωσε πιο αναπαυτικά και σκέφτηκε με την τεμπέλικη αισιοδοξία που τον χαρακτήριζε, ότι κάπως θα ξελάσπωνε, αρκεί να έπαιρνε έναν υπνάκο, γιατί όλες αυτές οι συγκινήσεις τον είχαν κουράσει.

Ο υπερασπιστής κοιμόταν του καλού καιρού , με τον βαθύ ύπνο της ανέμελης νιότης, όταν έφτασαν κοντά του δύο από το τσούρμο ληστών. Βλέπετε, ο αρχιληστής ήξερε ότι ο βασιλιάς ήταν σκληρό καρύδι κι έστειλε δύο άντρες να κατασκοπεύσουν για να δουν τι ετοίμαζαν εναντίον τους. Νευρικοί κι ανήσυχοι, οι δύο ληστές κοίταζαν να δουν στρατό,
φρουρά αλλά μόνο το ελαφρύ ροχαλητό του Θοδωρή ακουγόταν και πουθενά κανείς. Άρχισαν να χαλαρώνουν, παραξενεμένοι από τον γαλήνιο ύπνο του παλικαριού, που κοιμόταν χωρίς έγνοιες, ολομόναχος χωρίς φρουρά , χωρίς τίποτα.

Ξαφνικά, ο ένας από δαύτους είδε το σπαθί, διάβασαν την επιγραφή, πίστεψαν ότι ο κοιμισμένος ήταν μεγάλος πολεμιστής , για να κοιμάται μάλιστα στη μέση του πουθενά ολομόναχος και χωρίς κανένα να τον φυλάει, και το έβαλαν στα πόδια ανάστατοι. Αν αυτός σκότωνε με μια σπαθιά σαράντα ανθρώπους, είπαν στον αρχηγό τους φοβισμένοι, τι ελπίδα είχαν είκοσι ξεθεωμένοι από την πείνα, την αϋπνία και το κυνηγητό φουκαράδες σαν κι αυτούς; Ο αρχιληστής παραξενεύτηκε, αλλά ύστερα το ξανασκέφτηκε, ο βασιλιάς δεν ήταν από αυτούς που άφηνε τίποτα στην τύχη, από την άλλη οι σκληροτράχηλοι κατάσκοποί του έδειχναν εντυπωσιασμένοι από τον μεγάλο πολεμιστή, κι έτσι συνετά αποφάσισε να αλλάξει ρότα και να αναζητήσει κάποια πιο εύκολη λεία.

Τα μαντάτα για την άτακτη υποχώρηση των ληστών, χωρίς καν μάχη τα πρόφτασαν οι βιγλάτορες πριν καλά καλά ο Θοδωρής ξυπνήσει. Χαρούμενοι, οι υπασπιστές, νομίζοντας ότι η ανδρεία του παλικαριού έδιωξε μακριά τους ληστές, τον πήραν σηκωτό και τον επευφημούσαν.

Ο Θοδωρής έτριβε τις τσίμπλες από τα μάτια του ακόμα, ενώ τον οδηγούσαν στο παλάτι, μέσα από ένα πλήθος λαού που ζητωκραύγαζε για την σωτηρία τους. Μέχρι να υποκλιθεί στον βασιλιά, το είχε πιστέψει μέσα του ότι η ανδρεία του έσωσε τον τόπο και έδιωξε το κακό μακριά.

Αμέσως έγιναν οι γάμοι του με την βασιλοπούλα, που ήταν πολύ ευχαριστημένη που πήρε άντρα ένα τόσο γενναίο κι όμορφο παλικάρι και ο βασιλιάς τον έχρισε διάδοχό του.

Η κυρά Πολυξένη , καμάρωνε χωρίς να πολυκαταλαβαίνει πώς ο ακαμάτης ο γιος της που βάραγε μύγες όλη μέρα, πήρε προίκα το μισό βασίλειο και γυναίκα του την βασιλοπούλα, όσο για τους άλλους που τον κοροίδευαν, πείστηκαν κι αυτοί ότι όντως ο « σαράντα ξαπλωτός και πού να σηκωθώ ορθός» ήταν σπουδαίος πολεμιστής, και ξέχασαν την καζούρα που του έκαναν.

Κι έτσι ζήσαν αυτοί καλά και μείς καλύτερα.

Απάντηση