Ο βασιλιάς των πουλιών.

κουκουβάγια(Λαϊκό παραμύθι από τις Κυκλάδες).

Μια φορά κι έναν καιρό τα πουλιά αποφάσισαν να διοργανώσουν ένα συνέδριο για να εκλέξουν τον βασιλιά τους. Μαζεύτηκαν λοιπόν μόλις χάραζε ο ήλιος σ’ ένα μεγάλο γέρικο δέντρο. Στριμώχτηκαν οι εκπρόσωποι απ’ όλα τα είδη στα κλαδιά του δέντρου, κι άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί και να προσπαθούν να προβάλουν ο καθένας το είδος του.

-Εγώ, λέει το αηδόνι, κελαηδώ πιο όμορφα απ’ όλους.

-Εγώ όμως, τσίριξε το παραδείσιο πουλί, είμαι πιο όμορφο απ’ όλους.

-Εγώ, έκρωξε η μάϊνα, κάνω τις καλύτερες μιμήσεις απ’ όλους.

Ο καθένας έβρισκε το δικό του χαρακτηριστικό ως το καλύτερο απ’ όλα και κανείς δεν δεχόταν για βασιλιά του κανέναν. Εκεί που όλοι τσίριζαν κι έκρωζαν, η κουκουβάγια, που ήταν η μόνη που κοιτούσε χωρίς να μιλά, μίλησε ήρεμα αλλά πιο δυνατά απ’ όλους. Βασιλιάς των πουλιών είπε, θα αξιωθεί να γίνει, όποιος μπορέσει να πετάξει πιο ψηλά στον ουρανό. Τα πουλιά δυσανασχέτησαν, γιατί ήξεραν το πλεονέκτημα του αετού σ’ αυτή τη δοκιμασία, αλλά δέχτηκαν.

Το άλλο πρωί όλοι ήταν μαζεμένοι στο ίδιο μέρος, έτοιμοι να δώσουν ο καθένας τον αγώνα του. Τέντωναν και μάζευαν τα φτερά τους, κελαηδούσαν και χοροπηδούσαν, κι όλοι προετοιμάζονταν για τον μεγάλο αγώνα. Η κουκουβάγια ήταν αυτή που ομόφωνα επιλέχτηκε για την θέση του δίκαιου κι αμερόληπτου κριτή. Αφού λοιπόν μπήκαν όλοι σε μια σειρά κι ετοιμάστηκαν, εκείνη ήταν που έδωσε το σφύριγμα της έναρξης του αγώνα.

Πετάχτηκαν όλα τα πουλάκια, μεγάλα και μικρά, και χτυπώντας τα φτερά τους προσπαθούσαν το ένα να περάσει το άλλο. Ένας ένας όμως κουράζονταν και τα παρατούσαν και τέλος έμεινε μόνο ο αετός, που παρότι ήταν ολοφάνερο πως είχε κερδίσει τον αγώνα, συνέχιζε κι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και δεν σταματούσε.

Κάποια στιγμή όταν επτέλους κουράστηκε, αποφάσισε να σταματήσει και να χαρεί τη νίκη
του. Αλαζόνας όπως ήταν, κοίταξε με το υπεροπτικό ύφος του τους υπόλοιπους διαγωνιζόμενους και με δυνατή φωνή τους φώναξε:

“Ποιος λοιπόν μπορεί να με ξεπεράσει; Ποιος είναι ο Βασιλιάς των πουλιών;”.

Εκείνη τη στιγμή που όλοι ήταν εκνευρισμένοι μαζί του και σιγομουρμούριζαν ο ένας στον άλλο για τον κακό χαρακτήρα του αετού, ξεπετάχτηκε από τη ράχη του ένα μικρούτσικο πουλάκι και πέταξε ακόμα πιο ψηλά απ’ τον αετό.

“Εγώ”, φώναξε με την αδύναμη ψιλή φωνούλα του, “Εγώ είμαι ο βασιλιάς των πουλιών!”

Κι έτσι ο καλογιάννος, το μικρό κι αδύναμο πουλάκι με την ψιλή φωνούλα, έγινε ο βασιλιάς των πουλιών.

Κι όλοι έζησαν πολύ καλά, όλοι εκτός απ’ τον αετό που δεν μπορεί ακόμα να χωνέψει την ήττα του αυτή.

κουκουβάγια με τριαντάφυλλο

Απάντηση