Σαβίτρι

 (ελέφανταςΠαραμύθι από την Ινδία)

Στην Ινδία, τον πολύ παλιό καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς με πολλές γυναίκες, αλλά χωρίς παιδιά. Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, πρωί και βράδυ, γονατισμένος μπροστά στις φλόγες που έκαιγαν άσβεστες στον ιερό βωμό, προσευχόταν να του χαρίσουν οι θεοί ένα παιδάκι.

Μια νύχτα, από τις φλόγες αναδύθηκε μια λαμπερή θεά.

«Είμαι η Σαβίτρι, κόρη του Ηλιου. Οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Πήγαινε στο καλό και περίμενε τον ερχομό της θυγατέρας σου».

Πέρασε ένας χρόνος, και η αγαπημένη σύζυγος του βασιλιά απέκτησε ένα κοριτσάκι. Την ονόμασαν Σαβίτρι για να τιμήσουν τη θεά.

Είχε πολλά χαρίσματα το παιδί. Ομορφιά, εξυπνάδα, και μάτια που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Ηταν τόσο ξεχωριστή, που οι άνθρωποι τη νόμιζαν θεά. Κι έτσι, όταν έφτασε η ώρα να παντρευτεί, κανένας άντρας δεν ήρθε να τη ζητήσει σε γάμο.

«Οι αδύναμοι άντρες αποστρέφουν το βλέμμα μπρος σε μια λάμψη όπως η δική σου», είπε ο πατέρας της. «Οι ανάξιοι σε φοβούνται. Πήγαινε μόνη σου να βρεις τον άντρα που σου αξίζει».

Κι έτσι η Σαβίτρι, με συνοδεία συμβούλων και υπηρετών, ξεκίνησε πάνω στον άσπρο της ελέφαντα να ταξιδέψει στη χώρα. Υστερα από μέρες πολλές έφτασε σε ένα ερημητήριο στις όχθες του ποταμού. Εκεί ζούσαν άνθρωποι πολλοί, που είχαν εγκαταλείψει τις πόλεις και τα χωριά τους, αναζητώντας την ηρεμία στην προσευχή και τη μελέτη.

Η Σαβίτρι μπήκε στην αίθουσα της λατρείας και γονάτισε μπροστά στον πιο ηλικιωμένο δάσκαλο· αλλά πριν προλάβει να σηκώσει το βλέμμα, ένας νεαρός άντρας με λαμπερά μάτια εμφανίστηκε στο κατώφλι, στηρίζοντας έναν άλλο άντρα, γέρο και τυφλό. «Ποιος είναι αυτός ο νέος;», ρώτησε η Σαβίτρι. «Είναι ο πρίγκιπας Σατιαβάν», είπε ο δάσκαλος, χαμογελώντας. «Οδηγεί τον πατέρα του, που κάποτε ήταν βασιλιάς, έχασε όμως τον θρόνο και μαζί το φως του. Το όνομα «Σατιαβάν» σημαίνει «γιος της αλήθειας», γιατί πραγματικά κανένας άντρας δεν έχει τις αρετές του».

Η Σαβίτρι κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν να ψάξει περισσότερο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μπαίνοντας στο παλάτι, βρήκε τον πατέρα της να συζητάει με τον προφήτη Ναράντα.

«Κόρη μου», ρώτησε ο βασιλιάς, «βρήκες τον άντρα που θα παντρευτείς;»

«Ναι, πατέρα μου. Το όνομά του είναι Σατιαβάν».

Ο Ναράντα έβγαλε μια κραυγή. «Οχι τον Σατιαβάν! Πριγκίπισσά μου, κανένας δεν είναι πιο άξιος απ’ αυτόν, αλλά δεν πρέπει να τον παντρευτείς! Γνωρίζω το μέλλον. Ο Σατιαβάν θα πεθάνει, σ’ έναν χρόνο από σήμερα».

Ο βασιλιάς τινάχτηκε από το κάθισμά του. «Ακούς, κόρη μου;» είπε. «Διάλεξε άλλο σύζυγο, σε ικετεύω».

Ρίγος διέτρεξε τη Σαβίτρι, κι όμως είπε: «Διάλεξα τον Σατιαβάν, και δεν θέλω κανέναν άλλον. Οσο μικρή κι αν είναι η ζωή του, θα τη μοιραστώ μαζί του».

Κι έτσι ο βασιλιάς δέχτηκε, θέλοντας και μη, την απόφαση της κόρης του. Ο Σατιαβάν πλημμύρισε από χαρά στην ιδέα του γάμου με μια τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα, όμως ο πατέρας του, ο τυφλός βασιλιάς, ρώτησε τη Σαβίτρι: «Μπορείς να αντέξεις τη σκληρή ζωή του ερημητήριου; Θα περιβληθείς το απλό μας ένδυμα; Θα φορέσεις τον μανδύα μας από φλοιό των δέντρων; Θα τρως μονάχα φρούτα κι άγρια χόρτα;»

«Θα αψηφήσω κάθε κακουχία», είπε η Σαβίτρι. «Το ερημητήριο, στα μάτια μου, φαντάζει παλάτι».

Την ίδια μέρα, η Σαβίτρι και ο Σατιαβάν έκαναν, πιασμένοι χέρι χέρι, τρεις κύκλους γύρω από την ιερή φωτιά και, μπροστά στους ιερείς και τους ερημίτες, έγιναν σύζυγοι.

Εναν χρόνο έζησαν ευτυχισμένοι. Ομως η Σαβίτρι δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι πλησίαζε ο θάνατος του Σατιαβάν. Οταν πια δεν είχαν απομείνει παρά μονάχα τρεις μέρες, η Σαβίτρι πήγε στην αίθουσα της λατρείας, γονάτισε μπροστά στην ιερή φωτιά και προσευχήθηκε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, χωρίς να φάει ούτε να κοιμηθεί.

Ανέτειλε ο ήλιος της τελευταίας μέρας, όταν η Σαβίτρι βγήκε από τον ναό. Είδε τον Σατιαβάν να κατευθύνεται προς το δάσος, μ’ ένα τσεκούρι στον ώμο. Ετρεξε στο πλευρό του. «Θα ‘ρθώ μαζί σου», είπε.

«Μείνε εδώ, αγαπημένη», είπε ο Σατιαβάν. «Πρέπει να φας και να αναπαυθείς».

«Η καρδιά μου λέει να σε ακολουθήσω», απάντησε η Σαβίτρι. Κι έτσι, πιασμένοι από το χέρι περπάτησαν στους δασωμένους λόφους. Τα λουλούδια μοσχοβολούσαν και οι φωνές των παγονιών αντιλαλούσαν ανάμεσα στους θάμνους. Στο τέλος σταμάτησαν σ’ ένα ξέφωτο. Η Σαβίτρι έγειρε να ξεκουραστεί και ο Σατιαβάν βάλθηκε να κόβει ξύλα για τη φωτιά από ένα πεσμένο δέντρο. Δούλεψε έτσι μερικά λεπτά, όταν, ξαφνικά, ο κόσμος σκοτείνιασε. Το τσεκούρι τού έπεσε απ’ τα χέρια.

«Πονάει το κεφάλι μου».

Η Σαβίτρι έτρεξε προς το μέρος του. Τον ξάπλωσε στη σκιά ενός δέντρου, με το κεφάλι του στα γόνατά της. «Το σώμα μου καίγεται! Τι μου συμβαίνει;», ψέλλισε τρομαγμένος ο Σατιαβάν. Υστερα έκλεισε τα μάτια. Η αναπνοή του λιγόστευε.

Η Σαβίτρι ύψωσε το βλέμμα. Ανάμεσα στα δέντρα διέκρινε έναν άντρα με βασιλική όψη, που ερχόταν να τη συναντήσει. Ελαμπε, μ’ όλο που το δέρμα του ήταν πιο σκούρο κι από την πιο σκοτεινή νύχτα. Τα μάτια και ο μανδύας του είχαν το χρώμα του αίματος.

Τρέμοντας, η Σαβίτρι ρώτησε: «Ποιος είσαι;»

Απάντησε μια βαθιά, ευγενική φωνή. «Πριγκίπισσα, με βλέπεις μόνο με τη δύναμη της προσευχής και της νηστείας σου. Είμαι ο Γιάμα, ο θεός του θανάτου. Ηρθε η ώρα να πάρω την ψυχή του Σατιαβάν».

Ο Γιάμα έβγαλε μια μικρή θηλιά, την πέρασε μέσα από το στήθος του Σατιαβάν, σαν μέσα από τον άνεμο, και τράβηξε έξω ένα ομοίωμα του Σατιαβάν, μικρό σαν δαχτυλάκι.

Η αναπνοή του Σατιαβάν σταμάτησε.

Ο Γιάμα έκρυψε το ομοίωμα μέσα στον μανδύα του. «Μεγάλη ευτυχία περιμένει τον σύζυγό σου στο βασίλειό μου», είπε. «Ο Σατιαβάν ήταν άντρας με μεγάλη αρετή».

Υστερα ο Γιάμα στράφηκε προς τον Νοτιά, παίρνοντας τον δρόμο για τον τόπο του.

Η Σαβίτρι σηκώθηκε και άρχισε να τον ακολουθεί.

Ο Γιάμα βάδιζε με μεγάλες δρασκελιές, σαν να μην πάταγε στη γη και η Σαβίτρι αγωνιζόταν να μην τον χάσει από τα μάτια της. Ωρες πολλές περπάτησαν έτσι, με τη Σαβίτρι να τρέχει πίσω του γεμάτη αγωνία, όταν εκείνος επιτέλους σταμάτησε.

«Σαβίτρι! Δεν μπορείς να περάσεις στη χώρα των νεκρών!»

«Αφέντη Γιάμα, γνωρίζω πως δική σου υποχρέωση είναι να πάρεις τον άντρα μου. Ομως δική μου είναι να σταθώ πλάι του».

«Πριγκίπισσα, αυτή η υποχρέωση τελειώνει. Ομως θαυμάζω την πίστη σου. Γι’ αυτό και θα εκπληρώσω μιαν ευχή σου – ζήτα μου ό,τι θες, εκτός από τη ζωή του άντρα σου».

«Παρακαλώ δώσε στον πεθερό μου πίσω το φως του και το βασίλειό του».

«Η όραση και ο θρόνος τού ανήκουν και πάλι».

Και ο Γιάμα συνέχισε να βαδίζει, με τη Σαβίτρι να τον ακολουθεί. Τα αγκάθια και το κοφτερό γρασίδι παραμέριζαν για να περάσει ο Γιάμα, κουρέλιαζαν όμως τα ρούχα της Σαβίτρι και κεντούσαν το δέρμα της.

«Σαβίτρι! Προχώρησες πάρα πολύ!»

«Αφέντη Γιάμα, ξέρω ότι ο άντρας μου θα βρει την ευτυχία στο βασίλειό σου. Ομως παίρνεις μακριά τη δική μου ευτυχία!»

«Πριγκίπισσα, ακόμη και ο έρωτας πρέπει να σκύβει το κεφάλι μπρος στη μοίρα. Ομως θαυμάζω την αφοσίωσή του. Ζήτα μου άλλη μια χάρη – ό,τι θελήσεις, εκτός απ’ τη ζωή του άντρα σου».

«Κάνε ο πατέρας μου να αποκτήσει πολλά παιδιά ακόμα».

«Ο πατέρας σου θα αποκτήσει πολλά παιδιά ακόμα».

Ο Γιάμα στράφηκε και πάλι προς τον Νότο, με τη Σαβίτρι να ακολουθεί ξοπίσω του. Εφτασε σε μια ψηλή κορφή και σταμάτησε.

«Σαβίτρι! Σου απαγορεύω να προχωρήσεις!»

«Αφέντη Γιάμα, όλοι σε σέβονται και σε τιμούν. Ομως ό,τι κι αν γίνει, εγώ θα μείνω με τον Σατιαβάν».

«Πριγκίπισσα, θα σου το πω για τελευταία φορά: αυτό δεν πρόκειται να γίνει! Ομως θαυμάζω τη σταθερότητα και το θάρρος σου. Θα σου κάνω μια τελευταία χάρη – ό,τι θελήσεις, εκτός απ’ τη ζωή του άντρα σου».

«Τότε χάρισε πολλά παιδιά σε μένα. Κι ας είναι αυτά, τα παιδιά του Σατιαβάν».

Τα μάτια του Γιάμα άνοιξαν διάπλατα. «Δεν ζήτησες να σου χαρίσω τη ζωή του άντρα σου, όμως δεν μπορώ να πραγματοποιήσω την επιθυμία σου χωρίς να τον ελευθερώσω. Πριγκίπισσα, το πνεύμα σου είναι πιο δυνατό και από τη θέλησή σου!»

Τράβηξε από τον μανδύα του την ψυχή του Σατιαβάν και έβγαλε τη θηλιά που την έπνιγε. Και η ψυχή πέταξε κατά τον Βορρά και γρήγορα χάθηκε απ’ τα μάτια τους.

«Γύρνα πίσω, Σαβίτρι. Κέρδισες τη ζωή του άντρα σου».

Ο ήλιος έγερνε στη δύση του, όταν η Σαβίτρι έπαιρνε ξανά το κεφάλι του Σατιαβάν στα γόνατά της. Ξαφνικά, το στήθος του άρχισε να πάλλεται. Τα μάτια του άνοιξαν.

«Νύχτωσε κιόλας; Κοιμήθηκα πολύ. Μα τι συμβαίνει, αγαπημένη μου; Κλαις και ταυτόχρονα γελάς;»

«Αγαπημένε μου», είπε η Σαβίτρι, «ας γυρίσουμε στο σπίτι μας».

Απάντηση