Η ιστορία ενός ταξιδιώτη

(Παραμύθι από τη Κωνσταντινούπολη).μυγδαλιά

Ήταν κάποτε ένας άντρας που γυρνούσε τον κόσμο όλο. Μπορεί να ήταν φτωχός παρόλα αυτά ήταν πολύ σοφός γιατί μέσα από τα ταξίδια που είχε κάνει είχε μάθει πολλά πράγματα. Ένα από αυτά τα ταξίδια λοιπόν έμελλε να του αλλάξει και την ζωή.

Αφού περπάτησε δυο μέρες με παρέα τον ήλιο και δύο νύχτες με συντροφιά τα αστέρια έφτασε στο βασίλειο του Ταμ-Ταμ. Εκεί κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το παλάτι του βασιλιά ο άντρας ήταν περίεργος να μάθει τι συνέβαινε.

Ρώτησε λοιπόν μια κυρία:

– Με συγχωρείτε τι συμβαίνει γιατί έχει μαζευτεί τόσος κόσμος έξω από το παλάτι;

– Μάλλον θα είσαι ξένος και δεν γνωρίζεις για την κόρη του βασιλιά, σωστά;

– Εγώ είμαι ταξιδιώτης και περαστικός από τα μέρη σας. Μα πείτε μου την ιστορία της πριγκίπισσας.

Και τότε η κυρία του αφηγήθηκε την ιστορία της πριγκίπισσας. Ο βασιλιάς ζούσε μόνος του με την κόρη του και ήταν πολύ ευτυχισμένος, όμως ένα βράδυ η κόρη του έπαψε να μιλά από εκείνη την στιγμή ο βασιλιάς είναι πολύ δυστυχισμένος. Διέταξε πως όποιος καταφέρει να κάνει την κόρη του να μιλήσει θα του την έδινε για να την παντρευτεί. Έτσι
κάθε χρόνο την ημέρα των γενεθλίων της εκατοντάδες βασιλόπουλα μαζεύονται από κάθε γωνιά της γης με σκοπό να κάνουν την πριγκίπισσα να μιλήσει. Αν δεν τα καταφέρουν όμως ο βασιλιάς τους σκοτώνει και μέχρι τώρα κανένας δεν τα έχει καταφέρει.

Ο άντρας μόλις άκουσε την ιστορία σκέφτηκε πως ίσως μπορούσε να την κάνει να μιλήσει. Μπήκε λοιπόν στην σειρά και περίμενε. Είχε μείνει τελευταίος. Όταν πλέον ήρθε η σειρά του έσκυψε πρώτα και υποκλίθηκε στον βασιλιά και του είπε:

–  Μεγαλειότατε εγώ είμαι αυτός που θα κάνω την κόρη σας να μιλήσει ξανά.

– Αν έχεις στο μυαλό σου να της πεις πόσο όμορφη είναι για να την κάνεις να μιλήσει καλύτερα να μην μπεις στον κόπο, μάταιη προσπάθεια, του απάντησε ο βασιλιάς.

Τότε ο άντρας πείρε μια καρέκλα και την έβαλε μπροστά από τον θρόνο της πριγκίπισσας και κοιτούσε προς το πλήθος, και τους είπε:

– θα σας διηγηθώ μια ιστορία και να την ακούσετε προσεκτικά . Ήταν κάποτε ένας
βασιλιάς και είχε μια μόνο κόρη και ο βεζίρης του είχε τρείς γιούς έτσι αποφάσισε να την παντρέψει με έναν από τους τρείς. Ο βεζίρης του όμως του είπε «βασιλιά μου δώσε μου λίγο χρόνο για να διαλέξω ποιον από τους τρεις».

Έτσι λοιπόν ο βεζίρης έδωσε από 200 χρυσά νομίσματα στον καθένα από τους γιούς του και τους είπε να φύγουν για την πόλη και να αγοράσουν κάτι για να καταλάβει ποίος είναι ο πιο έξυπνος. Τα τρία αδέλφια έφτασαν στην πόλη και πήγαν στο παζάρι. Ο μεγαλύτερος είδε έναν άνθρωπο με ένα βιβλίο στο χέρι τον ρώτησε πόσο κοστίζει και εκείνος απάντησε
200 χρυσά νομίσματα γιατί είναι μαγικό, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος σε κάποια χώρα το βιβλίο το φανερώνει. Έκπληκτος ο μεγάλος γιος του βεζίρη το αγόρασε και γύρισε στο πανδοχείο .

Την επόμενη μέρα ο δεύτερος αδελφός βγήκε στο παζάρι. Είδε έναν άνθρωπο με ένα χαλί στον ώμο τον ρώτησε λοιπόν πόσο κόστιζε και εκείνος απάντησε 200 χρυσά νομίσματα γιατί είναι μαγικό αν καθίσεις επάνω του σε μεταφέρει όπου θέλεις εσύ. Ενθουσιασμένος ο δεύτερος γιος του βεζίρη το αγόρασε και γύρισε στο πανδοχείο.

Την Τρίτη μέρα ο μικρός αδελφός βγήκε στο παζάρι. Εκεί είδε έναν άνθρωπο που κρατούσε μια κούπα τον ρώτησε πόσο κοστίζει και εκείνος απάντησε 200 χρυσά νομίσματα γιατί είναι μαγικό αν το γεμίσεις με νερό και το ρίξεις πάνω σε έναν πεθαμένο τότε αμέσως θα ζωντανέψει. Εντυπωσιασμένος ο τρίτος γιός του βεζίρη την αγόρασε και γύρισε στο πανδοχείο.

Την ίδια νύχτα ο μεγάλος αδελφός κοίταξε το βιβλίο του και φώναξε «συμφορά, η κόρη του βασιλιά πέθανε». Τότε ο μεσαίος αδελφός έφερε το χαλί του και με αυτό επέστρεψαν στο παλάτι. Εκεί μόλις έφτασαν είδαν όντως νεκρή την πριγκίπισσα, και ο μικρός αδελφός είπε »περιμένετε μέχρι να γυρίσω με την κούπα μου γεμάτη» . Επέστρεψε λοιπόν και έριξε το νερό στο πρόσωπο της και η πριγκίπισσα ζωντάνεψε. Ανάμεσα όμως στα αδέλφια ξέσπασε διαμάχη. Τώρα πείτε μου εσείς ποιο από τα τρία αδέλφια πρέπει να πάρει την κόρη του βασιλιά;

Κάποιοι από το πλήθος φώναξαν “ ο μεγάλος αδελφός γιατί αυτός είδε ότι η πριγκίπισσα είχε πεθάνει” άλλοι είχαν διαφορετική γνώμη “το δίκαιο είναι να την πάρει ο μεσαίος γιατί με το χαλί του επέστρεψαν εγκαίρως στο παλάτι.’’

Η κόρη του βασιλιά όμως είπε “ανόητοι άνθρωποι, το δίκαιο είναι με την μεριά του μικρού αδελφού που έδωσε πάλι ζωή στην πριγκίπισσα.”

Και ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος που άκουσε και πάλι την κόρη του να μιλά και έτσι ο ταξιδιώτης παντρεύτηκε την πριγκίπισσα!

Απάντηση