O Σταχτοπούτης

(Ελληνικό Παραδοσιακό Παραμύθι).θησυρός

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια φτωχή χήρα μ’ ένα γιό που του άρεσε να κάθεται κοντά στο τζάκι και να ανακατεύει τις στάχτες. Γι’ αυτό η μητέρα του τον φώναζε Σταχτοπούτη. Ο Σταχτοπούτης δεν έβγαινε ποτέ έξω από το σπίτι κι η καημένη η μάνα του δεν ήξερε τι να τον κάνει!

–         Παιδί μου, βγες κι εσύ λίγο, σαν τ’ άλλα παιδιά, του είπε μια μέρα.

–         Καλά, απάντησε το παιδί. Αν μου δώσεις το χαρτζιλίκι μου θα βγω!

 Η μάνα του έδωσε χαρτζιλίκι και το παιδί βγήκε έξω. Καθώς περπατούσε βρέθηκε σ’ ένα στενό όπου μια παρέα παιδιών βασάνιζε ένα σκυλί. Κόντευαν να το σκοτώσουν το κακόμοιρο το ζωντανό αλλά ο Σταχτοπούτης πρόλαβε και τους είπε:

– Δώστε μου το σκύλο και θα σας δώσω το χαρτζιλίκι μου.

 Τα παιδιά του έδωσαν το σκύλο. Τον πήρε ο Σταχτοπούτης, τον πήγε στο σπίτι του και καθόταν ώρες κοντά στο τζάκι παίζοντας μαζί του. Της κακοφαινόταν της μάνας του αλλά δεν έλεγε τίποτα. Σαν πέρασε λίγος καιρός, του ξαναλέει:

–         Παιδί μου, δε βγαίνεις κι εσύ λίγο, σαν τ’ άλλα παιδιά;

–         Καλά, αν μου δώσεις το χαρτζιλίκι μου θα βγω! αποκρίθηκε εκείνος.

 Η μάνα του έδωσε πάλι χαρτζιλίκι και το παιδί βγήκε έξω. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του συνάντησε μια παρέα παιδιών που βασάνιζαν μια γάτα.

–         Δε μου δίνετε τη γάτα να σας δώσω το χαρτζιλίκι μου; τους είπε ο Σταχτοπούτης.

 Τα παιδιά του έδωσαν τη γάτα, την πήγε σπίτι του και καθόταν κοντά στο τζάκι ώρες πολλές, παίζοντας με το σκύλο και τη γάτα. Τάβλεπε αυτά η μάνα κι αναστέναζε, μα δεν έλεγε τίποτα. Πέρασαν μερικές μέρες και του λέει:

–         Παιδί μου, βγες και λίγο έξω, να πας μια βόλτα σαν τ’ άλλα παιδιά!

–         Καλά, δώσε μου το χαρτζιλίκι μου και θα βγω! της απαντάει εκείνος.

 Η μάνα του έδωσε το χαρτζιλίκι του κι ο Σταχτοπούτης βγήκε έξω. Περνώντας μπροστά από ένα μεγάλο χωράφι συνάντησε μια παρέα παιδιών που είχαν βρει ένα μικρό αδύναμο φιδάκι κι ήθελαν να το σκοτώσουν. Πρόλαβε ο Σταχτοπούτης και τους είπε:

– Δώστε μου το φιδάκι και θα σας δώσω το χαρτζιλίκι μου.

 Τα παιδιά του έδωσαν το φιδάκι που το πήρε κι αυτό στο σπίτι του. Κατατρόμαξε η μάνα του σαν το είδε! Αλλά ό,τι κι αν του είπε, όσο κι αν του φώναξε, ο
Σταχτοπούτης δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Το κράτησε λοιπόν κι αυτό, και καθόταν μέρες ολόκληρες κοντά στο τζάκι παίζοντας με τα τρία ζώα του. Σαν μεγάλωσε λίγο το φιδάκι και δυνάμωσε, σήκωσε μια μέρα το κεφαλάκι του και του είπε:

–         Σταχτοπούτη σ’ ευχαριστώ που μ’ έσωσες και με φιλοξένησες τόσο καιρό στο σπίτι σου. Ήρθε όμως η ώρα να με πας στην πατρίδα μου, τη Φιδοχώρα, γιατί θα με ψάχνουν οι γονείς μου!

–         Να σε πάω φιδάκι μου, του απάντησε ο Σταχτοπούτης.

 Ετοιμάστηκε λοιπόν και ξεκίνησε για το ταξίδι του στη Φιδοχώρα, έχοντας το φιδάκι οδηγό του. Καθώς πήγαιναν το φιδάκι του είπε:

–         Ο πατέρας μου είναι ο βασιλιάς της Φιδοχώρας. Τώρα που θα πάμε εκεί θα θελήσει να σε ευχαριστήσει επειδή με έσωσες και θα σου προσφέρει χρυσά νομίσματα και πολύτιμα πετράδια. Αλλά εσύ να μην πάρεις τίποτ’ απ’ αυτά, παρά να του ζητήσεις να σου δώσει το δαχτυλίδι που έχει φυλαγμένο κάτω από τη γλώσσα του.

 Σαν έφτασαν λοιπόν στη Φιδοχώρα, το φιδάκι σφύριξε και όλα τα φίδια βγήκαν από τις φωλιές τους και μαζεύτηκαν γύρω του, χαρούμενα που το είδαν ζωντανό. Ήρθαν και οι γονείς του φιδιού, που μια έκλαιγαν και μια γελούσαν από τη χαρά τους. Το φιδάκι τους διηγήθηκε πως ο Σταχτοπούτης το είχε σώσει από τα παιδιά που ήθελαν να το σκοτώσουν, πως το είχε πάρει σπίτι του και το είχε φροντίσει. Τότε ο Φιδοβασιλιάς είπε στο Σταχτοπούτη:

–         Παλικάρι μου, για το καλό που μας έκανες θα σου δώσω πολλά πλούτη!

 Και διέταξε τους υπηρέτες του να φέρουν τσουβάλια με χρυσά νομίσματα και κασέλες με πολύτιμα πετράδια. Αλλά ο Σταχτοπούτης του είπε:

–         Βασιλιά μου σ’ ευχαριστώ, αλλά δε θέλω ούτε χρυσά νομίσματα ούτε πετράδια. Το μόνο που σου ζητάω είναι το δαχτυλίδι που έχεις φυλαγμένο κάτω από τη γλώσσα σου.

–         Αυτό που μου ζητάς, παιδί μου, δε μπορώ να στο δώσω, απάντησε ο Φιδοβασιλιάς.

–         Τότε δεν πειράζει, κράτα τους θησαυρούς σου, του είπε ο Σταχτοπούτης και γύρισε να φύγει με άδεια χέρια.

 Αλλά το φιδάκι πετάχτηκε και είπε στον πατέρα του:

–         Πατέρα μου, τόσο λίγο αξίζω εγώ για σένα, που δε θέλεις να δώσεις το δαχτυλίδι σου σ’ αυτόν που μ’ έσωσε;

 Ο Φιδοβασιλιάς στενοχωρήθηκε πολύ από τα λόγια του γιού του, έβγαλε το δαχτυλίδι του και τόδωσε στο Σταχτοπούτη.

 Στο δρόμο, καθώς γύριζε, ο Σταχτοπούτης πείνασε. Αλλά δεν είχε χρήματα ν’ αγοράσει ψωμί!

–         Να πάρει η ευχή! Τόσα πλούτη μου έδινε ο Φιδοβασιλιάς κι εγώ πήρα μόνο αυτό το δαχτυλίδι. Και τώρα δεν έχω να φάω! σκέφτηκε και πέταξε κάτω το δαχτυλίδι θυμωμένος.

 Το δαχτυλίδι, μόλις έπεσε, χτύπησε πάνω σε μια πέτρα και ξαφνικά πετάχτηκε από μέσα ένα θεόρατο στοιχειό!

–         Τι ζητάς, αφέντη μου! ρώτησε το Σταχτοπούτη.

 Ο Σταχτοπούτης τάχασε αλλά συνήλθε γρήγορα και απάντησε:

– Πεινάω. Θέλω κάτι να φάω!

 Το στοιχειό του δαχτυλιδιού έστρωσε αμέσως ένα μεγάλο τραπέζι με πλούσια φαγητά. Ο Σταχτοπούτης έφαγε με την ψυχή του. Όταν χόρτασε, το στοιχειό μάζεψε το τραπέζι και μπήκε πάλι μέσα στο δαχτυλίδι.

Γύρισε στο σπίτι του ο Σταχτοπούτης κι από κείνη την ημέρα περνούσαν καλά αυτός κι η μάνα του, γιατί όποτε πεινούσαν χτυπούσε το δαχτυλίδι του και το στοιχειό έστρωνε τραπέζι. Κάθε πρωί πια ο Σταχτοπούτης κατέβαινε στο παζάρι κι έπιανε κουβέντα με τους πωλητές, παρατηρούσε πώς διαλαλούσαν την πραμάτεια τους και πώς έκαναν συμφωνίες με τους πελάτες. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκανε γνωριμίες και μάθαινε το εμπόριο.

Μια μέρα, καθώς γυρνούσε από το παζάρι, πέρασε μπροστά από τους κήπους του βασιλιά. Εκείνη την ώρα η βασιλοπούλα έπαιζε τόπι με τις φίλες της. Σε μια ριξιά αστόχησε και το τόπι πέρασε πάνω από το φράχτη κι έπεσε στα πόδια του Σταχτοπούτη. Εκείνος το μάζεψε και της το έδωσε. Η βασιλοπούλα τον ευχαρίστησε ευγενικά και του χαμογέλασε. Από κείνη την ώρα η εικόνα της δεν έφευγε από το μυαλό του. Το άλλο πρωί πέρασε πάλι από τους βασιλικούς κήπους όπου η βασιλοπούλα έπαιζε με τις φίλες της. Πάλι το τόπι της ξέφυγε και πάλι της το έδωσε πίσω ο Σταχτοπούτης, κι αυτό συνεχίστηκε για αρκετές μέρες. Ώσπου μια μέρα λέει το παλικάρι στη μάνα του:

–         Πήγαινε, μάνα μου, στο βασιλιά και ζήτα την κόρη του για γυναίκα μου.

–         Τι λες, παιδί μου; απάντησε η μάνα. Εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι, πώς θα μας δώσει ο βασιλιάς την κόρη του;

–         Μη νοιάζεσαι γι’ αυτό. Εσύ να πας να τη ζητήσεις.

Πήγε η μάνα στο βασιλιά και ζήτησε την κόρη του γυναίκα για το γιο της.

–         Θα του τη δώσω αν μπορέσει να ταϊσει όλο μου το στρατό. Σε σαράντα μέρες να έρθει στη μεγάλη πλατεία να στρώσει τραπέζι για το στρατό μου. Αν δεν τα καταφέρει, θα του πάρω το κεφάλι! της είπε ο βασιλιάς.

 Η μάνα γύρισε ανήσυχη και τα είπε όλα στο Σταχτοπούτη.

– Μην ανησυχείς, μάνα, αυτό που ζητάει ο βασιλιάς είναι εύκολο για μένα, της είπε.

Μετά από σαράντα μέρες πήγε ο Σταχτοπούτης πρωί πρωί στη μεγάλη πλατεία, χτύπησε το δαχτυλίδι του να βγει το στοιχειό και το διέταξε να γεμίσει την πλατεία με φαγητά. Το στοιχειό έστρωσε τραπέζια και τα γέμισε με όλα τα καλά του κόσμου. Όταν ήρθε ο στρατός του βασιλιά έτρωγε κι έπινε ώρες ολόκληρες αλλά τα φαγητά περίσσεψαν.

Πήγε πάλι η μάνα του Σταχτοπούτη στο βασιλιά και του είπε:

–         Ο γιος μου έκανε ό,τι του ζήτησες. Δώσε του την κόρη σου για γυναίκα.

–         Θα του τη δώσω αν μπορέσει να χτίσει ένα παλάτι καλύτερο από το δικό μου, απάντησε ο βασιλιάς. Του δίνω σαράντα μέρες διορία. Αν δεν τα καταφέρει θα του πάρω το κεφάλι!

 Σαν πέρασαν σαράντα μέρες, πήγε νύχτα ο Σταχτοπούτης απέναντι από το παλάτι του βασιλιά, χτύπησε το δαχτυλίδι του και διέταξε το στοιχειό να του φτιάξει ένα παλάτι πιο όμορφο από αυτό του βασιλιά. Το άλλο πρωί, όταν ο βασιλιάς άνοιξε το παράθυρό του, αντίκρισε ένα παλάτι δυο φορές πιο μεγάλο και πιο όμορφο από το δικό του.

Πήγε πάλι η μάνα του Σταχτοπούτη στο βασιλιά και του είπε:

–         Ο γιος μου έκανε ό,τι του ζήτησες. Δώσε του την κόρη σου για γυναίκα.

–         Θα του τη δώσω αν καταφέρει να φτιάξει ένα δρόμο από το παλάτι μου ως το δικό του, στρωμένο με φλουριά. Του δίνω σαράντα μέρες διορία. Αν δεν τα καταφέρει θα του πάρω το κεφάλι!

 Μετά από σαράντα μέρες χτύπησε το δαχτυλίδι ο Σταχτοπούτης και διέταξε το στοιχειό να φτιάξει ένα δρόμο που να ενώνει τα δυο παλάτια και να τον στρώσει με φλουριά. Το άλλο πρωί, όταν ο βασιλιάς άνοιξε το παράθυρό του, θάμπωσαν τα μάτια του από τα φλουριά που έλαμπαν στον ήλιο!

Τότε κάλεσε τη μάνα του Σταχτοπούτη και της είπε να ετοιμαστεί για το γάμο.

Έγινε ο γάμος με χαρές και γλέντια και το νέο ζευγάρι πήγε να μείνει στο καινούργιο παλάτι. Ο βασιλιάς έδωσε στην κόρη του έναν υπηρέτη να της κάνει τα θελήματα. Αυτός ο υπηρέτης όμως ήταν πονηρός. Παραμόνεψε κι έμαθε ότι ο Σταχτοπούτης έκανε όλα τα μεγάλα κατορθώματα χάρη στο μαγικό του δαχτυλίδι, κι ένα βράδυ, που το ζευγάρι κοιμόνταν, κατάφερε να του το κλέψει! Μόλις το πήρε στα χέρια του, το χτύπησε κάτω και παρουσιάστηκε το στοιχειό.

–         Τι ζητάς, αφέντη μου;

–         Πάρε αυτόν τον άντρα που κοιμάται, μαζί με το στρώμα του, κι άφησέ τον μες το δρόμο, χωρίς να τον ξυπνήσεις. Μετά σήκωσε όλο το παλάτι, μαζί μ’ εμένα και τη βασιλοπούλα και πήγαινέ μας στη μέση της θάλασσας.

 Το στοιχειό σήκωσε το Σταχτοπούτη με το στρώμα του και τον άφησε στη μέση του δρόμου, χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα. Έπειτα σήκωσε όλο το παλάτι με τη βασιλοπούλα και τον πονηρό υπηρέτη και πήγε και το έστησε μακριά, στη μέση της θάλασσας.

Το πρωί ξύπνησε ο Σταχτοπούτης και είδε ότι είχε μείνει στο δρόμο, χωρίς γυναίκα και χωρίς παλάτι. Απελπισμένος, και μην έχοντας πού να πάει, γύρισε στη μάνα του. Τότε η γάτα του πήγε και τρίφτηκε στα πόδια του.

– Τι έχεις, αφέντη μου, κι είσαι λυπημένος; τον ρώτησε

– Αχ, καλή μου γάτα, της απάντησε. Πώς να μην είμαι λυπημένος; Καθώς κοιμόμουνα, ο πονηρός υπηρέτης έκλεψε το μαγικό μου δαχτυλίδι, πήρε τη γυναίκα μου και το παλάτι μου κι εξαφανίστηκαν.

– Μη στενοχωριέσαι, αφέντη μου. Δώσε μου το σκύλο να τον καβαλικέψω και θα πάω να σου φέρω το δαχτυλίδι σου, του είπε η γάτα.

 Της δίνει το σκύλο ο Σταχτοπούτης, τον καβαλάει η γάτα, κι εκείνος, κολυμπώντας, την πάει στη μέση της θάλασσας, όπου είχε μεταφερθεί το παλάτι. Αμέσως η γάτα πήδηξε στη στέγη και χώθηκε κάτω από τα κεραμίδια, εκεί όπου είχαν φωλιές οι ποντικοί. Έτυχε εκείνη το βράδι οι ποντικοί να κάνουν γάμο. Όρμισε η γάτα κι άρπαξε τη νύφη. Οι ποντικοί άρχισαν να κλαίνε και να την παρακαλούν:

–         Άσε μας τη νύφη, κυρά γάτα, και πάρε όποιον άλλον θέλεις από μας.

–         Δε θα αφήσω τη νύφη παρά μονάχα αν μου κάνετε μια χάρη. Θέλω να μου φέρετε το δαχτυλίδι που έχει ο υπηρέτης κρυμμένο μέσα στο στόμα του.

–         Θα πάω εγώ να σου το φέρω, της λέει ο κουμπάρος- ποντικός.

     Και μια και δυο κατέβηκε στη κρεβατοκάμαρα όπου κοιμόταν ο υπηρέτης, του γαργάλησε τη μύτη με την ουρά του κι εκείνος φτερνίστηκε. Με το φτέρνισμα πετάχτηκε το δαχτυλίδι έξω από το στόμα του, το άρπαξε ο ποντικός και το πήγε στη γάτα. Άφησε τότε η γάτα τη νύφη, πήρε το δαχτυλίδι και καβάλησε το σκύλο. Εκείνος έπεσε στη θάλασσα κι άρχισε να κολυμπάει για να γυρίσουν πίσω. Καθώς κολυμπούσε με τη γάτα στην πλάτη του, της λέει:

–         Έλα, κυρά γάτα, δώσε μου κι εμένα το δαχτυλίδι, να το δώ!

–         Τώρα σού’ ρθε η όρεξη να δεις το δαχτυλίδι; φώναξε η γάτα. Άσε να πάμε πρώτα στη στεριά και θα σου το δείξω!

 Ο σκύλος πείσμωσε, σταμάτησε να κολυμπάει και απείλησε να τη ρίξει στη θάλασσα. Φοβήθηκε η γάτα και του έδωσε το δαχτυλίδι. Καθώς όμως αυτός το πήρε να το δει, του γλίστρησε, έπεσε στη θάλασσα και το κατάπιε ένα ψάρι. Αμέσως το ψάρι έγινε πολύχρωμο και λαμπερό.

Η γάτα πήγε να σκάσει από τη στενοχώρια της αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Ο σκύλος συνέχισε να κολυμπά και σε λίγο βγήκαν στην παραλία και κάθισαν κοντά σ’ ένα αραγμένο καϊκι να ξαποστάσουν. Ο σκύλος, καταμουσκεμένος, ξάπλωσε με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του, λυπημένος και μετανιωμένος για την απερισκεψία του. Η γάτα όμως δεν το έβαζε κάτω! Τριγύριζε πέρα δώθε κοιτάζοντας γύρω της και μυρίζοντας τον αέρα. Μια μυρωδιά ψαριού της ερχόταν μέσα από το καϊκι. Πλησίασε και είδε τον καραβοκύρη να καθαρίζει ένα ψάρι πολύχρωμο και λαμπερό. Η γάτα το γνώρισε, ήταν αυτό που είχε καταπιεί το δαχτυλίδι! Άρχισε λοιπόν να νιαουρίζει σιγανά και να τρίβεται με χάρη ώσπου ο καραβοκύρης, που την έκανε χάζι, της έριξε τ’ άντερα του ψαριού. Αμέσως τάψαξε η γάτα, βρήκε το δαχτυλίδι, καβάλησε πάλι το σκύλο και γύρισαν στο σπίτι του Σταχτοπούτη.

Τον βρήκαν να κάθεται στο πεζούλι με το κεφάλι σκυφτό. Έτρεξε η γάτα, πήδηξε στα γόνατά του και του άφησε το δαχτυλίδι στην παλάμη. Τότε ο Σταχτοπούτης, χαρούμενος, το χτύπησε κάτω και διέταξε το στοιχειό να φέρει πίσω το παλάτι του με τη βασιλοπούλα και τον υπηρέτη. Πέταξε το στοιχειό πάνω από τη θάλασσα, έφερε το παλάτι και το ξανάβαλε στη θέση που ήταν πριν. Ο Σταχτοπούτης μπήκε μέσα και, αφού σκότωσε τον πονηρό υπηρέτη, αγκάλιασε την αγαπημένη του γυναίκα και γιόρτασαν τη χαρά τους. Επειδή όλα είχαν πάει καλά, δεν τιμώρησε το σκύλο για την ανοησία του, παρά κράτησε και τα δύο ζώα κοντά του, κι έζησαν όλοι καλά για πολλά πολλά χρόνια.

Απάντηση