Τα τρία Βόδια

αγελαδίτσα(Παραμύθι από τη Θεσσαλία)

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στον κάμπο τρία βόδια. Το ένα ήταν μαύρο σαν κατράμι, τ΄ άλλο άσπρο άσπρο σαν το χιόνι και το τρίτο το μικρό ήταν βουλάτο (παρδαλό).

Βοσκούσαν και τα τρία μαζί πάντα στο λιβάδι. Σαν έκανε το ένα να ξεμακρύνει, τ΄ άλλα δυο του φώναζαν:
-Κάλλιο νηστικός και προφυλαγμένος παρά χορτάτος και ξεπαστρεμένος.
Αμέσως το βόδι που αλάργεψε γύριζε πίσω κι έλεγε:
-Μια βέργα μοναχή τσακίζει οι πολλές μαζί αντέχουν.
Έτσι, τα τρία βόδια, το άσπρο, το μαύρο και το παρδαλό, ζούσαν κοντά-κοντά το ένα στ΄ άλλο και μοιράζονταν το λιγοστό χορτάρι.
Την ομόνοιά τους την είδε και τη ζήλεψε ο κακός λύκος. «Θα βάλω ζιζανιές να τα χωρίσω, σκέφτηκε. Έτσι θα τα έχω πιο εύκολα του χεριού μου».

Έτσι είπε, έτσι έκανε. Πήγε μια μέρα κοντά στα βόδια, πήρε ύφος γαλίφικο κι άρχισε τις μαλαγανιές.
-Καλά μου βόδια, σας είδα και σας χάρηκα. Τέτοιοι γειτόνοι σου πρέπουν για φίλοι, είπα στην αφεντιά μου. Τι λέτε κάνουμε όλοι μαζί
παρέα;
-Μετά χαράς, είπαν τα βόδια. Μόνο να. Τι σόι παρέα θα κάνουμε εσύ ένας λύκος και μεις τρία βόδια;
-Α, μην ακούτε τα λόγια του κόσμου. Είμαι καλός κι ας φαίνομαι άγριος. Είναι η φτασιά μου έτσι. Ίσα ίσα που μαζί οι τέσσερις θα φτιάξουμε ένα καλό κοπάδι.
Τα λόγια του φέραν μεγάλη αναστάτωση στα βόδια. Θέλανε να τον πιστέψουν. Μα, πάλι, λύκος ήταν αυτός, πολλά του σέρνανε.

-Μη βάνει κακό ο νους σας, είπε πάλι ο λύκος.
-Δε θα μας φας; ρώτησε το βόδι το πιο μικρό.
-Πα πα!… Φωτιά να πέσει να με κάψει, ορκίστηκε ο λύκος.
Τα τρία βόδια τον πίστεψαν τότε και τον πήραν στη συντροφιά τους.
Για λίγο καιρό όλα πήγαιναν στη στράτα του θεού. Γύρναγαν από λιβάδι σε λιβάδι, και μιας και είχαν και τις πλάτες του λύκου, κάπου κάπου μπαίναν και σε κανένα ξένο λιβάδι και βόσκαγαν ξένο χορτάρι.

Οι νοικοκυραίοι, άμα τους παίρναν μυρουδιά, τους διώχναν με τις πέτρες. Τα βόδια παραπονεύονταν τότε στο λύκο.
-Ε! Τι κάθεσαι και δε μας προστατεύεις; του λέγανε.
-Τι να σας κάνω εγώ; Άλλος είναι ο φταίχτης, έλεγε τότε ο λύκος.
-Ποιος;
-Ψάξτε ανάμεσά σας να τον βρείτε.
Τα βόδια, που ίσαμε την ώρα εκείνη ήταν μονοιασμένα, άρχισαν να υποψιάζεται το ένα τ΄ άλλο.
-Εσύ φταις.
-Όχι εγώ, εσύ.
Κι έτσι έγιναν ανάμεσά τους μαλλιά κουβάρια.

Τότες ο λύκος βρήκε την ευκαιρία. Πλησίασε τα δυο βόδια, το άσπρο και το παρδαλό, και είπε:
-Ο φταίχτης είναι ο μαύρος. Αυτός δίνει στόχο και μας κυνηγάν.
-Μωρέ τι λες; είπε τότε τ΄ άσπρο βόδι. Δίκιο έχεις. Πρέπει να ξεφορτωθούμε το μαύρο βόδι για να γλιτώσουμε.
-Έννοια σας. Εγώ θα το συγυρίσω. Τι στην ευχή φίλος είμαι! Οι καλοί φίλοι στην ανάγκη φαίνονται.
Τα δυο βόδια, τ΄ άσπρο και το παρδαλό, άφησαν το λύκο να φάει το μαύρο βόδι.

Όμως γρήγορα κατάλαβαν πως η κατάσταση δεν καλυτέρεψε. Οι νοικοκυραίοι όπου τα έβρισκαν τα κυνηγούσαν με τα παλούκια. Παραπονέθηκαν πάλι τα βόδια στο λύκο.
-Καλά ξεφορτωθήκαμε το μαύρο βόδι, μα να που χουμε πάλι τα ίδια.
Ο λύκος την ώρα εκείνη δε μίλησε.
-Αφήστε με να σκεφτώ, είπε.
Όμως το ίδιο βράδυ ο λύκος ξάκρισε το παρδαλό βόδι και του λέει:
-Μια μόνο είναι η γιατρειά. Να ξεφορτωθούμε το άσπρο βόδι. Έτσι ασπρουδερό που είναι, το βλέπουν οινοικοκυραίοι και μας κυνηγάν.

-Λες να ναι αυτός ο φταίχτης; ρωτάει το παρδαλό βόδι.
-Σίγουρα. Πρέπει να το ξεκάνουμε, για να γλιτώσουμε εμείς.
-Ε, αν είναι για το καλό μας, ας το ξεκάνουμε, συμφώνησε τότε το παρδαλό βόδι.
-Άφησε, θα τ΄ αναλάβω εγώ, είπε ο λύκος.
Έτσι ο λύκος έφαγε και το δεύτερο βόδι. Δεν απόμεινε παρά το τρίτο, το πιο μικρό. Όμως αυτό δε βιαζόταν να το φάει. Μια κι ήταν μονάχο κι έρημο, το είχε του χεριού του.

Απάντηση