Παραμύθι: Ο Δάκρυς

τοπίο με ρολόγια, παραμύθι ελλάδας

(Παραμύθι Λαϊκό από την Ηλεία)

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από χρόνια πολλά, ήτανε μια γυναίκα που χείρεψε νωρίς και όλο έκλαιγε. Κάποιοα δάκρυα είναι όμως μαγικά -στα παραμύθια τουλάχιστον- και κάποιος άγιος τη λυπήθηκε και επέτρωε από τα δάκρυα της να γεννηθεί ένα παιδί που το ονόμασε Δάκρυ. Για τον Δάκρυ, οι ημέρες περνούσαν σα χρόνια και μόλις πήγε είκοσι ημερών ήτανε σα να πήγε είκοσι χρονών. Και τότε είπε της μάνας του! «Μάνα, εγώ θα φύγω», και του λέει «πού θα πας, παιδάκι μου, εγώ επέρασα τόσα και τόσα και έχυσα τόσα δάκρυα για να σε κάνω και εσύ μου λες πως θα φύγεις;» «Μάνα, εγώ θα φύγω», της ξανάπε -και λίγες μέρες μετά σηκώθηκε κι έφυγε.

Στο δρόμο που επάγαινε απάντησε μια γριά και του λέει: «Εδώ που πας, να μην κάνεις δεξιά, να κάνεις μόνο αριστερά» και ο Δάκρυς της απαντά: «Εγώ, όπου θέλω θα πάω» και προχώρησε στο δρόμο του. Στο δρόμο που επάγαινε απάντησε ένα παλικάρι ίσα με αυτόν και λέει του Δάκρυ: «Τι θέλεις εσύ από δω;» «Και τι είσαι εσύ;» του λέει ο Δάκρυς και πιαστήκανε στα χέρια. Τέλος ο Δάκρυς τον ενίκησε και του λέει ο άλλος: «Πιο πέρα είναι ο άλλος μου αδερφός’ αν τον νικήσεις κι εκείνονε θα γίνουμε και οι τρεις αδέρφια». Σα φθάσανε και σ’ εκείνονε, τον επάλαιψε και αυτόνε ο Δάκρυς, τον ενίκησε, και γίνανε τρεις αδερφοί.

Τώρα και οι τρεις αδερφοί προχωρούσανε και πήγανε σ’ ένα σπίτι και ανεβήκανε απάνου και ευρηκανε ό,τι τους χρειαζότανε, από τουφέκια μέχρι σκυλιά. Πήρανε τα τουφέκια οι δύο αδερφοί και πήγανε στο κυνήγι, ενώ ο μεγαλύτερος κάθησε στο σπίτι να μαγειρέψει. Εκεί που εμαγέρευε βλέπει ένα παπαδάκο στην πάντα του και του ζήταγε φαΐ να φάει. Ο μεγάλος αδερφός του είπε «δε σου δίνω» και του λέει ο παπαδάκος: «Έλα να σε δέσω με μια τρίχα από τα γένια μου και, άμα λυθείς, να μη μου δώσεις να φάω». Αυτός δέχτηκε, μα, άμα τον έδεσε, δεν μπορούσε να λυθεί και έτσι έφαγε το φαΐ. Το βράδυ που ήρθανε τα δύο αδέρφια του τον βρήκαν δεμένο με την τρίχα και τον ρώταγαν τι συνέβη. Αφού τους τα είπε όλα, την άλλη μέρα θέλησε να κάτσει ο άλλος αδερφός.

Κάθησε και αυτός να μαγειρέψει και ήρθε πάλι ο παπαδάκος και του ζήταγε φαΐ να φάει και αυτός δεν του έδινε. Ο παπαδάκος του είπε: «Έλα να σε δέσω με τρεις τρίχες από τα γένια μου και, άμα λυθείς, να μη μου δώσεις να φάω». Αφού τον έδεσε, δε μπορούσε ούτε και φτούνος να λυθεί και το βράδυ που ήρθανε τα δύο άλλα αδέρφια το βρήκανε και φτούνο δεμένο. Τώρα δεν έμενε παρά μόνο ο Δάκρυς.

Την άλλη μέρα κάθησε και αυτός να μαγειρέψει και ήρθε πάλι ο παπαδάκος και του ζήταγε φαΐ να φάει, αλλά ο Δάκρυς δε του έδινε. «Κάθησε να σε δέσω με πέντε τρίχες», του είπε, «από τα γένια μου και, άμα λυθείς, να μη μου δώσεις να φάω». Ο Δάκρυς δέχτηκε και εκάθησε και τον έδεσε. Άμα τον έδεσε, ο παπαδάκος άρχισε να τρώει μα δεν έφαγε πολύ, γιατί ο Δάκρυς έσπασε γρήγορα τις τρίχες και λύθηκε και άρχισε να τον κυνηγάει. Τα άλλα δύο αδέρφια του γύρισαν γρήγορα από το κυνήγι και κυνηγούσαν τώρα και οι τρεις μαζί τον παπαδάκο. Τέλος, τον πρόφτασε ο Δάκρυς και τον σκότωσε.

Γέμισε ένα μπουκαλάκι με αίμα και κάρφωσε το ματωμένο μαχαίρι του πίσω από την πόρτα και έφυγε, αποχαιρέτησε τα αδέρφια του και όπου περνούσε έγραφε «εδώ ο Δάκρυς περνάει, ελευθέρα η είσοδος» και προχωρούσε και προχωρούσε και έφθασε σ’ ένα σπίτι κοντά στην ακροθαλασσιά. Ανέβηκε απάνου και βρήκε οκτώ δωμάτια ανοιχτά, εννιά πηρούνια, εννιά κουτάλια, εννιά μαχαίρια, εννιά πιάτα κι ένα δωμάτιο κλειστό. Στο σπίτι αυτό έμεναν οκτώ αδερφοί, που είχαν μια αδερφή και την έλεγαν Πεντάμορφη και δούλευαν μόνο και μόνο γι’ αυτήν. Ήτανε πάρα πολύ όμορφη και γι αυτό ερχόντουσαν παλικάρια από όλο τον κόσμο να την κλέψουν, αλλά κανείς δεν μπορούσε. Έμενε στο κλειστό δωμάτιο και αγνάντευε από το παράθυρο της τ’ αδέρφια της που ήσαντε στη θάλασσα. Ο Δάκρυς ανέβηκε απάνου στο δωμάτιο της και έσπασε την πόρτα επειδή δεν του άνοιγε. Όταν μπήκε μέσα, λέει: «Μόνη σου είσαι; Βάλε μου φαΐ να φάω και στρώσε μου να κοιμηθώ». Το κορίτσι του λέει: «Άμα έρθουνε τα αδέρφια μου, θα σε σκοτώσουνε». «Άμα ρθούνε», της λέει, «να με ξυπνήσεις». Αφού έφαγε, έπεσε και κοιμήθηκε. Το κορίτσι, όταν είδε τα αδέρφια της να ετοιμάζονται να βγουν από την θάλασσα ξύπνησε τον Δάκρυ. Ο Δάκρυς σηκώθηκε απάνου, πήρε οκτώ λιθάρια και πήγε στο παράθυρο. Σαν πλησίαζαν τα αδέρφια, ο Δάκρυς ρίχνει από ένα λιθάρι σε κάθε καράβι τους και άλλα εβουλιάζανε και άλλα εγυρίσανε. Μετά από αυτά, τα αδέρφια της παραδεχτήκανε ότι τους νίκησε ο Δάκρυς και δεχτήκανε να πάρει την αδερφή τους. Αφού νικηθήκανε, φύγανε μακρυά και χαθήκανε.

Ο Δάκρυς είπε στην Πεντάμορφη να τον ξυπνάει κάθε μέρα πολύ πρωί. Μια μέρα η «Πεντάμορφη το ξέχασε να τον ξυπνήσει και τα αδέρφια της προλάβανε και βγήκανε από τη θάλασσα. Όταν τους είδε ο Δάκρυς της είπε ότι «τώρα θα με σκοτώσουνε, αλλά θα σκοτώσω και εγώ μερικούς. Να μου κάνεις όμως μία χάρη. Να τους πεις να με θάψουνε μέσα στην αυλή και να γράψουνε απάνου στο λάκκο μου «ιδού ο Δάκρυς κείτεται», αλλιώς να τους πεις πως δε θα τους ακολουθήσεις». Όταν πήγανε τα αδέρφια της Πεντάμορφης απάνου σκοτώσανε το Δάκρυ, αφού σκότωσε πρώτα και αυτός μερικούς.

Η Πεντάμορφη τους είπε να τον θάψουν στην αυλή και να γράψουν απάνου στο λάκκο του «ιδού ο Δάκρυς κείτεται», αλλιώς δε θα τους ακολουθήσει. Τα αδέρφια της αφού έκαναν εκείνα που τους είπε, έφυγαν και πήγαν σ’ άλλη χώρα.

έρημος, παραμύθια

Το μαχαίρι που είχε ο Δάκρυς πίσω από τηνπόρτα, πριν φύγει από τα αδέρφια του, άρχισε να στάζει αίμα. Μόλις το είδαν, τα αδέρφιατου Δάκρυ κατάλαβαν ότι ο Δάκρυς σκοτώθηκε, γιατί πριν φύγει τους είχε πει ότι «όταν δείτε το μαχαίρι να στάζει αίμα, αυτό σημαίνει ότι σκοτώθηκα». Γι’ αυτό λοιπόν, όταν το είδαν, ξεκίνησαν και οι δύο μαζί για να τον βρουν. Ακολούθησαν το δρόμο που έγραφε ο Δάκρυς «εδώ ο Δάκρυς περνάει, ελευθέρα η είσοδος» και έφθασαν στο σπίτι που ήταν κοντά στην ακροθαλασσιά. Όταν μπήκαν μέσα, είδαν ένα σταυρό στον κήπο και από πάνου έγραφε «ιδού ο Δάκρυς κείτεται». Τον ξέχωσαν και τον άλειψαν με το αίμα που είχε μέσα το μπουκαλάκι κι αναστήθηκε. Μα και τώρα δεν έβαλε μυαλό και έφυγε χωρίς να ακολουθήσει τα αδέρφια του.

Άρχισε να κάνει τον ψαρά και γύρναγε όλες τις χώρες και τέλος έφθασε και στην χώρα που είχε πάει η Πεντάμορφη με τα αδέρφια της. Η Πεντάμορφη άκουσε που φώναζε «ψάρια!» και βγήκε να πάρει. Αυτός μόλις την είδε αμέσως την γνώρισε και της λέει: «Έλα, κυρία μου, να πάρεις ψάρια». Μόλις τον πλησίασε, της λέει! «Με γνωρίζεις εμένα». Αυτή του απάντησε «όχι» και της λέει πως λέγεται Δάκρυς. «Τώρα είναι όλα τα αδέρφια μου απάνου και δεν μπορούμε να φύγουμε.» Σαν το άκουσε ο Δάκρυς ανέβηκε απάνου και τους σκότωσε όλους και την πήρε και φύγανε. Από κει πήγε στ’ αδέρφια του, τα πήρε και πήγανε στην μάνα του, αλλά ήταν πεθαμένη.

Αφού έμαθε που ήταν ο λάκκος της, πήγε και την ξέχωσε, την άλειψε με αίμα από το μπουκαλάκι κι αναστήθηκε και ζήσανε όλοι καλά και εμείς καλύτερα.

Απάντηση