Παραμύθι – H Ανθούσα, η Ξανθούσα, η Χρυσομαλλούσα

Einstein(Παραλλαγή της Ραπουνζέλ από τη Κεντρική Ελλάδα)

Έναν καιρό κι ένα ζαμάνι ήτανε μια γριά. Η κακότυχη εφτά χρόνια πεθυμούσε τη φακή και δε μπορούσε να την πετύχει. Όταν έβρισκε τη φακή, δεν είχε κρομύδι, όταν έβρισκε κρομύδι, δεν είχε λάδι, όταν έβρισκε λάδι, δεν είχε νερό. Για τούτο κακιωνόταν κι έλεγε: «Αχ! και δα πια! βουλήθηκε ο φτωχός να παντρευτεί, χάθηκαν τα νταούλια». Κατόπι πια τα ήβρε όλα. Πήρε μια μέρα τον τέντζερη και πήγε και τον έστησε μες στη μέση στη ρεματιά. Πάει του βασιλιά ο γιος να ποτίσει το άλογο του. Σαν είδε το άλογο τον τέντζερη, ξιπάστηκε και δεν έπινε. Μανιώθηκε εκείνος, έδωσε τον τέντζερη μια προποδιά και τον έχυσε. Σαν τον είδε η πολλά καμένη μπάμπω, τον καταρίστηκε και του είπε: «Αχ πια! έτσι που πεθυμούσα εγώ εφτά χρόνια τη φακή, έτσι κι εσύ να πεθυμάς την Ανθούσα, την ξανθούσα και τη μακρομαλλούσα».

Μόλις τ’ άκουσεν αυτό ο του βασιλιά ο γιος, πήρε τα χωριά με την αράδα κι έτρεχε και γύρευε την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη μακρομαλλούσα. Τρεις μήνες έτρεξε, δεν την ήβρε. Από τους τρεις κι ύστερα πήγε σ’ ένα χωριό και ρωτάει: «Μη λάχει και βρίσκεται δωπέρα η Ανθούσα, η ξανθούσα, η μακρομαλλούσα;» «Δωπέρα κάθεται», του είπαν. «Πού είναι το σπίτι της; Να με πάτε κει πέρα». Τον πήρανε, τον πήγανε. Κει που πήγε, κοιτάζει το σπίτι, σκάλα δεν είχε. Από που ν’ ανέβει; Κει κοντά είδεν ένα δέντρο κι ανέβηκε απάνω και κοίταζε γύρω. Καθώς κοίταζε γύρω, έρχεται μια δράκαινα’ πήγε από κάτω στο σπίτι και φώναξε: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε ένα όμορφο κορίτσι, έριξε τα μαλλιά του κι ανέβηκε πάνω η δράκαινα. Σε λίγο πήγε κι ο αδερφός της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε πάλι από το παραθύρι η Ανθούσα, έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε κι ο αδερφός της. Έφαγαν, ήπιαν κι έπειτα κατέβηκαν η μάνα της κι ο αδερφός της. Του βασιλιά ο γιος, σαν είδε που φύγανε, κατεβαίνει από το δέντρο, πάει κοντά στο σπίτι και φωνάζει:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανεβώ να κατέβω.

Σαν το άκουσεν αυτή, πάλι έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε απάνω του βασιλιά ο γιος. Άμα ανέβηκε, της είπε που ήθελε να την πάρει γυναίκα. Κι εκείνη του είπε: «Εγώ σε παίρνω. Μα τώρα που να σε κρύψω; Μη λάχει κι έρθει η μάνα μου και σε βρει εδωπέρα, γιατί θα σε φάει». Τον τυλίγει μες στο πάπλωμα και τον βάζει μες στο σεντούκι. Σφουγγάρισε κιόλα να μη μυρίζει ανθρωπίλα το σπίτι. Σαν βράδιασε, πήγε η μάνα της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Έριξε τα μαλλιά της, ανέβηκε απάνω, άρχισε να μυρίζεται και να λέει: «Ανθρωπιάς μυρίζει». Της λέει η θυγατέρα της: «θα έφαγες κανέναν και για κείνον σου μυρίζει».

Το πρωί, μόλις έφυγεν η μάνα της, τον έβγαλε από μέσα απ’ το σεντούκι. Έπειτα τα μιλήσανε οι δύο να φύγουν. Μα σε κείνο το σπίτι όλα μιλούσανε. Για να μη το πούνε που φύγανε, πιάσανε και τα δέσανε όλα το στόμα τους κι ύστερα φύγανε. Μόλις φύγανε, πήγε η γριά η δράκαινα στο σπίτι. Φωνάζει, ξαναφωνάζει: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Κανένας δεν αποκρίνεται. Σαν είδε που δε φάνηκε, σκαρφάλωσε κι ανέβηκε απάνω. Ξαναφωνάζει πάλι:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, που είσαι;

Όλα είχαν δεμένο το στόμα τους και δεν αποκρίθηκαν. Μόνο το γουδί αστόχησαν να δέσουν το στόμα του κι από κει στην κώχη που καθότανε αποκρίθηκε και είπε: «Χτες ήρθε του βασιλιά ο γιος και τον έκρυψε και τώρα φύγανε μαζί». Σαν το άκουσε αυτό η δράκαινα, θε να τρελλαθεί. Είχε μες στο στάβλο μίαν αρκούδα, πάει την παίρνει, ανεβαίνει απάνω και απολιέται καταπόδι τους. Πήγε, πήγε δρόμο πολύν, τους έφτασε. Το κορίτσι είχε μαζί του τα χτένια του και το πεσκίρι του. Σαν είδε που τους έφτασε, ρίχνει το χτένι το αρύ και γίνεται μια παλιούρια και δεν μπορούσε να περάσει η δράκαινα. Τράβηξε η αρκούδα από δω, τσαλαπάτησε από κει, άνοιξε τόπο με τα χίλια ζόρια και πέρασε. Πήγε, πήγε, πάλι τους έφτασε. Σαν είδαν πως τους έφτασε, ρίχνει το κορίτσι το χτένι το πυκνό και γίνεται μια αγκάθια ακόμα πιο πυκνή. Όσο να ξεμπλέξει η αρκούδα, εκείνοι πήγαν πολύ μακριά. Πέρασε πάλι η αρκούδα, πήγε, πήγε, τους πρόφτασε. Σαν είδαν πάλι που τους έφτασε, ρίχνει το πεσκίρι και γίνεται θάλασσα. Η κακότυχη η μπάμπω, η δράκαινα, έκλαιγε και παρακαλούσε τη θυγατέρα της να γυρίσει πίσω».

εκείνη δεν την άκουσε, δεν ήθελε ν’ αφήσει τον άντρα της. II δράκαινα, σαν είδε που δεν μπορούσε να καταφέρει τη θυγατέρα της, γυρίζει και. της λέει! «Εσύ, κορίτσι μου, αφήκες εμένα τη μάνα σου κι ακολούθησες αυτόν, μα στάσου να σου πω κι εγώ τι θα σου κάνει αυτός. Τώρα κει που θα πάτε, θα σ’ αφήσει απάνω σ’ ένα δέντρο, αφορμή να πάει να πάρει τη μάνα του να ‘ρθουν να σε πάρουν, και θα τον φιλήσει η μάνα του και θα αστοχήσει και θα πάρει άλληνα. Μόνο εσύ να κατέβεις απ το δέντρο, να πας εκεί που ζυμώνουν ψωμιά για τη χαρά και να κάνεις ό,τι κάνεις να πάρεις ένα κομμάτι ζυμάρι και να κάνεις από κείνο δύο πουλάκια, να τα στείλεις να πάνε να κάτσουν στο παραθύρι του να τον ξυπνήσουν, για να σε συλλογιστεί».

Κατά πως το είπεν η μάνα της, έτσι το έπαθε. Όταν ήρθε κοντά στου βασιλιά το παλάτι, ανέβηκε εκείνη απάνω σ’ ένα δέντρο. Έκατσε, έκατσε, είδε που δε φάνηκε να ‘ρθουνε να την πάρουν, στενοχωρήθηκε. Έγινε μια κατσιβέλα και πήγε στο φούρνο. Είδε κει που πλάθανε ψωμιά και ρώτησε! «Τι θα τα κάνετε τόσα ψωμιά;» Της είπανε! «Του βασιλιά ο γιος θα κάνει χαρά και για τη χαρά τα ψήνουμε».

storiesFolk

Από δω είχε, από κει είχε, έκλεψε ένα κομμάτι ζυμάρι, έκανε δύο πουλάκια, τα έστειλε στου βασιλιά το παραθύρι κι αυτή πάλι γύρισε και πήγε κι ανέβηκε απάνω σε κείνο το δέντρο. Πήγανε τώρα τα πουλάκια, έκατσαν πάνω στο παραθύρι κι άρχισε το ένα να λέει στο άλλο! «θυμάσαι άραγε που έτρεχες τρεις μήνες και γύρευες την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη χρυσομαλλούσα;» «Δε θυμούμαι», έλεγε το άλλο. «θυμάσαι που ήρθες κι ανέβηκες απάνω στο δέντρο και, σαν έφυγε η μάνα μου, φώναξες, Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου, κι έριξα τα μαλλιά μου κι ανέβηκες και σε τύλιξα μες στο πάπλωμα;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που ήρθε η μάνα μου κι εφάγαμε και, σαν την ξεπροβόδισα, σ’ έβγαλα κι εφύγαμε κι εμείς; Και κείνη σαν πήγε στο σπίτι και είδε που δεν ήμουνα, ανέβηκε πάνω στην αρκούδα και μας έφτασε;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που έριξα το χτένι το αρύ κι έγινε μια παλιούρια και την τσάκισε η αρκούδα με τα δόντια της και μας έφτασε πάλι;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που έριξα το πυκνό το χτένι κι έγινε μια ακόμα αγκάθια και πάλι πέρασε και μας έφτασε κι ύστερα έριξα το πεσκίρι κι έγινε θάλασσα και δεν μπρόρεσε πια να περάσει;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που μ’ ανέβασες πάνω σ ένα δέντρο και πήγες να φέρεις αμάξια να με πάρεις και σε φίλησε η μάνα σου και κοιμήθηκες και μ’ αστόχησες;» «Α! θυμούμαι, θυμούμαι, θυμούμαι».

Του βασιλιά ο γιος όλα αυτά τα άκουσε, γιατί απ’ την αρχή ήτανε ξυπνητός. Πρώτα δεν καταλάβαινε τι ήθελαν να πούνε τα πουλιά, μα ευθύς κατόπι του ήρθαν στο νου όλα. Σηκώνεται τότε, πάει στο δέντρο, πήρε την Ανθούσα κι έκανε μια χαρά που βάσταξε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και με κέρασε του βασιλιά η γυναίκα τρεις χρυσές κούπες κρασί.

Απάντηση