Παραμύθι: O Γλάρος κι ο Κάβουρας

γλάρος ζωγραφιά

(Λαϊκή αφήγηση από το νησί του μυστηρίου και των παράξενων φαινομένων, τη πανέμορφη Κεφαλλονιά)

 

Κόκκινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ την κλώτσο να γυρίση παραμύθι ν’ αρχινίση.

 

Μια φορά κι έναν καιρό, μια μέρα που κανε φρυγούρα*, ένας γλάρος κατάλευκος επήγε μπροστά στη θάλασσα, κι είπε στα ψάρια:

– «Kαλά μου ψάρια, που κολυμπάτε αμέριμνα, ξέρετε τι σας μέλλεται;»

– «Όχι, δεν ξέρουμε! Υπάρχει κάτι που δες ή άκουσες και θα έπρεπε να ξέρουμε;»

– «Nά! Εσείς του βυθού τα πράματα τα ξέρετε. Μα εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και χορεύω με τον αγέρα. Μακριά βλέπω, και είδα πως πριν ο μήνας φύγει, και ξανάχει μολημέρι* και μοληνύχτι*,  θα ξεραθεί ετούτη η θάλασσα, που μέσα κολυμπάτε, και θα χαθείτε όλα. Μα εγώ, μαγκλανιάς* δεν είμαι! Aν θέλετε να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω, θα σας πάρω λίγα-λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλήσω σε μια άλλη θάλασσα. Κι αν είμαστε τυχεροί, η θάλασσα αυτή ποτέ δε θα στερέψει».

Πολλά ψάρια σκιάχτηκαν*, και δέχτηκαν να τα μεταφέρει ο γλάρος στην θάλασσα που δεν θα στέρευε. Eκείνος όμως άλλα είχε στο νού: ήθελε, χωρίς κόπο, να τα τρώει. Παίρνοντας λίγα-λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ’ ένα μέρος στη στεριά και χωρίς δεύτερη κουβέντα, τα κατάπινε.

Ένας κάβουρας που έμενε εκεί γύρω, ψιλιάστηκε τη παγαποντιά του γλάρου. Πριν χαθούν τα ψάρια όλα, πάει και λέει του γλάρου:

– «Γλάρε ψυχοπονιάρη, κι εγώ θέλω να σωθώ! Στη θάλασσα την αστέρευτη πήγαινε με λοιπόν και κάνε δελέγκου*. Mη με βάνεις όμως στο στόμα σου, γιατί εγώ, με τις δαγκάνες μου, μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου».

O γλάρος, για να μη φανεί ύποπτος στα ψάρια, δέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος ήθελε να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε να τον πνίξει, και του ’λεγε:

– «Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε».

Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα. Την τελευταία μάλιστα στιγμή, του ’δωσε και με μια με τις δαγκανάρες του, και για καιρό τον ετραυμάτισε, και στην ανεμορριπή τον έστειλε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.

Κεφαλλονίτικη Διάλεκτος

Κάνει φρυγούρα: αφόρητη ζέστη ή ζέστα
Μαγκλανιάς: τεμπέλης άχρηστος
Σκιάζομαι: φοβάμαι
Στην ανεμορριπή: στον αγύριστο
Κάνε δελέγκου: κάνε γρήγορα
Έχει μολημέρι: βρέχει όλη μέρα
Έχει μοληνύχτι: βρέχει όλη νύχτα

 

Κυπριακό παραμύθι: Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν

Πασχαλινά Αυγά

(Παραμυθάκι από τη Μεγαλόνησο, γραμμένο στη όμορφη ντοπλιολαλιά )

Αρχή του παραμυθιού, καλωσήρθε η αφεντιά σας

Μιαν βολάν κ’ έναν καιρόν είχεν έναν κοπελλούιν κι αγγιόστην* δκυό σελίνια. Εκράτεν τα κάμποσες ημέρες κ’ εσκέφτετουν είντα να τα κάμη. Να τα φυλάξη έσσω;* Αν του τα κλέψουν; Να τα παίξη κουμάριν* να τα πολλύνη; Αν του τα πάρουν; Σκέφτου-σκέφτου, αποφάσισεν ν’ αγοράση τίποτε, να το πουλήση, να τα πολλύνη. Εγόρασεν λοιπόν αυκά*.

Εγέμωσεν ένα καλάθιν, επήεν στην Χώραν,* επούλησέν τα και κείνα κ’ εκέρτισεν κι άλλα. Τε, τε,* επόλλυνεν τα σελίνια. Εγινήκαν δκυό ολόκληρες λίρες.

Μιαν ημέραν εγέμωσεν το καλάθιν του αυκά κ’ ελάμνησε* που το Δάλιν* να πά΄ στην Χώραν. Άμαν έφτασεν στον Αλυκόν* ηύρεν τον κατσασμένον.* Εσκέφτην να κάτση νάκκου* να πνάση* ώστοι να κάτση λλίον ο ποταμός να μπορήση να ρέξη.*

Έβαλεν λοιπόν το καλάθιν χαμαί κ΄έκατσεν πα΄στην πέτραν. Σαν εκάθετον έπκιασέν τον η συλλοή. Ελάλεν ΄που μέσα του «Έτσι που πάω, εννά κερτίσω πολλά ριάλια. Άμαν κερτίσω άλλα λλία, να γοράσω έναν γαούριν να μεν τυραννιούμαι μέσ΄στες στράτες. Άμαν τα πολλύνω κι άλλον, να πουλήσω το γαούριν να γοράσω μούλαν, κ΄ύστερα να πουλήσω την μούλαν να γοράσω άππαρον*, να περνώ ππασιάς. Να πααίνω στον καβενέν να βάλλω τό΄ναν πόϊν πα΄στ΄άλλον, έτο* έτσι.»

Την ώραν που σήκωσεν το πόϊν του νκρίζει* του καλαθκιού, εποκουππίστην* μέσ΄τον ποταμόν κ’ έπαιρνέν το το νερόν. Ήτουν να σκάση ΄που το μαράζιν του. Κείνην την ώραν έφτασεν κειαμαί ένας που τον έξερεν κι αρώτησεν τον είντα ΄παθεν κ΄ εν΄μαραζωμένος. Με δκυό χείλη καμένα λαλεί του: «Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν». Και είπεν του την ιστορίαν, καλή ώρα, όπως σας την λαλώ εγιώ τωρά.

Γλωσσάρι:

αγγιόστην = απόκτησε,
έσσω = μέσα στο σπίτι,
κουμάριν = στα χαρτιά,
πολλύνη = πληθύνη,
αυκά= αυγά,
Χώρα = Λευκωσία,
τε, τε = σιγά, σιγά,
ελάμνησε = ξεκίνησε,
Δάλιν = χωριό στην επαρχία Λευκωσίας,
Αλυκός = παραπόταμος του ποταμού Γιαλιά,
κατσασμένον = φουσκωμένο ή ανεβασμένο,
νάκκου = λίγο,
πνάση= ξεκουραστεί,
ρέξη = περάσει,
άππαρος = άλογο,
έτο = νά,
νκρίζει = αγγίζει ή σπρώχνει,
εποκουππίστην = αναποδογύρισε.

Αισώπου Μύθοι: Η Αλεπού και ο Πελαργός

αλεπού παραμυθιού

(Μύθος του Αισώπου, του μεγάλου αρχαίου Έλληνα μυθοποιού και μυθογράφου)

Μια φορά και έναν καιρό, πριν από χρόνια πολλά, στη στέγη ενός εγκαταλελειμμένου αγροτόσπιτου, ζούσε ένας πελαργός με τη φαμίλια του. Κοντά τους ζούσε μια πονηρή αλεπού με κοκκινωπή γούνα και φουντωτή ουρά. Μια μέρα, ο πελαργός και η αλεπού συναντήθηκαν στις παρυφές του παρακείμενου δάσους.

– «Καλημέρα Κύριε Πελαργέ! Πώς κι από δω;» τον ρώτησε η αλεπού.

– «Ήρθα εδώ στο δάσος για να μαζέψω τροφή για τα παιδιά μου», της απάντησε ο πελαργός.

– «Μιας κι ήρθες στη γειτονιά μου, δεν έρχεσαι να σου κάνω το τραπέζι»; του λέει η πονηρή αλεπού, ψάχνοντας πάντα τρόπους να διασκεδάσει.

Ο πελαργός παραξενεύτηκε με την πρόταση της αλεπούς, αλλά από ευγένεια δέχτηκε. Πήγε λοιπόν στο σπίτι της, κάθισε στο τραπέζι και η αλεπού τον σέρβιρε μια ζεστή και λαχταριστή σούπα σε ρηχό όμως, πιάτο. Τότε κατάλαβε ο πελαργός, πως η αλεπού ήθελε να γελάσει μαζί του, αφού με το μακρύ του ράμφος ήταν αδύνατο να φάει τη σούπα σε ρηχό πιάτο.

Έκανε λοιπόν πως έτρωγε και αφού τελείωσε και η αλεπού, την ευχαρίστησε και της είπε:

– «Ήταν πολύ νόστιμη η σούπα. Για να σου ανταποδώσω την φιλοξενία, δεν έρχεσαι αύριο στο δικό μου σπίτι, να φάμε μαζί;»

Η αλεπού, κρυφογελώντας ακόμη, δέχτηκε την πρόταση του και ο πελαργός ξεκίνησε για το σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι η αλεπού τον κορόιδεψε και ότι θα έπρεπε να πάρει το μάθημά της.

Την επόμενη μέρα, ο πελαργός εξήγησε στη κυρία πελαργίνα τι του έκανε η αλεπού. Μετά, της ζήτησε να ετοιμάσει ένα πολύ ωραίο δείπνο και να το σερβίρει σε γυάλες με ψηλό λαιμό. Όταν πλησίασε το μεσημέρι, η αλεπού, κουνιστή και λυγιστή, ξεκίνησε για το σπίτι του πελαργού. Χτύπησε την πόρτα και η οικογένεια την υποδέχτηκε με χαμόγελο.

– «Τι ωραία που μυρίζει το φαγητό που ετοιμάσατε! Μου τρέχουν τα σάλια!» σχολίασε η αλεπού.

Κάθισε στο τραπέζι, κι ο πελαργός με τη γυναίκα του έφεραν τις γυάλες. Ο πελαργός έχωσε αμέσως το ράμφος του μέσα στον ψηλό λαιμό της γυάλας και άρχισε να τρώει το φαγητό του με μεγάλη όρεξη. Η αλεπού προσπάθησε να χώσει τη μουσούδα της, αλλά άδικος κόπος. Ούτε μια μπουκιά δεν κατάφερε να φάει.

Αφού τελείωσε το φαγητό του ο πελαργός, σηκώθηκαν από το τραπέζι και η αλεπού προχώρησε μουτρωμένη και νηστική, αλλά χωρίς να πει λέξη. Καληνύχτισε την οικογένεια και έφυγε για το σπίτι της, όχι όμως πριν ακούσει τα χαχανητά που ξεχύνονταν από το πελαργόσπιτο. Στο δρόμο σκεφτόταν συνεχώς πως, αν μαθευόταν το πάθημά της, τα άλλα ζώα δε θα την είχαν πια σε υπόληψη και πως γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος!

Παραμύθι: Οι Δύο Βάτραχοι

Βάτραχος παραμυθιού

(Παραμύθι από τη μακρινή Ιαπωνία)

Πριν από χρόνια πολλά, στην Ιαπωνία των πολλών μυστηρίων, ζούσαν δύο βάτραχοι. Ο ένας έφτιαξε το σπίτι του στην παραλία κοντά στην πόλη Οσάκα. Ο άλλος κατοικούσε σε ένα μικρό καθαρό χείμαρρο που περνούσε μέσα από την πόλη Κιότο. Αφού τους χώριζε τόση μεγάλη απόσταση δεν είχαν δει ή ακούσει ποτέ ο ένας τον άλλο. Όμως, τους ήρθε ταυτόχρονα η ιδέα να δουν λίγο τον κόσμο: ο βάτραχος που ζούσε στο Κιότο θέλησε να επισκεφτεί την Οσάκα, που κάτι είχε ακούσει γι΄αυτήν από το φίλο του τον σπουργίτη, ενώ ο βάτραχος που ζούσε στην Οσάκα επιθυμούσε να πάει στο Κιότο, για το οποίο τόσα του είχε πει ο κυρ-περιστέρης.

Οπότε, ένα ωραίο πρωινό με καιρό φτιαγμένο για ταξίδια, ξεκίνησαν και οι δύο στο δρόμο που οδηγεί από το Κιότο στην Οσάκα, ο ένας από τη μία μεριά κι ο άλλος από την άλλη. Το ταξίδι ήταν πολύ πιο κουραστικό από ό,τι περίμεναν, μιας και περίπου στη μέση των δύο πόλεων υψωνόταν ένα βουνό, το οποίο θα έπρεπε να ανέβουν. Τους πήρε πολύ ώρα και πολλά μεγάλα πηδήματα για αν φτάσουν στην κορυφή, και όταν έφτασαν ξαφνιάστηκαν να δουν τον άλλο βάτραχο μπροστά τους!

Κοίταξαν ο ένας τον άλλο για μια στιγμή και μετά άρχισαν να συζητούν, εξηγώντας το πως βρέθηκαν και οι δυό τόσο μακριά από τα σπίτια τους. Χάρηκαν σαν ανακάλυψαν ότι και οι δύο έκαναν την ίδια ευχή – να μάθουν λίγο παραπάνω για τη χώρα τους, να δουν λίγο παραπάνω από τον αχανή κόσμο – και αφού δεν υπήρχε λόγος βιασύνης ξάπλωσαν σε ένα δροσερό, υγρό μέρος, και συμφώνησαν να ξεκουραστούν για λίγο πριν χωριστούν πάλι οι δρόμοι τους.

«Τι κρίμα που δεν είμαστε ψηλότεροι», είπε ο βάτραχος από την Οσάκα, «γιατί τότε θα μπορούσαμε να δούμε και τις δύο πόλεις από εδώ και θα αποφασίζαμε αν αξίζει τον κόπο να πάμε».

«Μα αυτό μπορούμε να το λύσουμε εύκολα», του απάντησε ο βάτραχος από το Κιότο, «Αρκεί να σταθούμε στα πίσω πόδια μας και να κρατήσουμε ο ένας τον άλλο, και τότε θα μπορεί ο καθένας να δει την πόλη προς την οποία ταξιδεύει».

Αυτή η ιδέα άρεσε τόσο πολύ στο βάτραχο από την Οσάκα που αμέσως  έβαλε τα μπροστινά του πόδια στους ώμους του φίλου του, που είχε επίσης σηκωθεί. Εκεί στέκονταν και οι δύο, προσπαθώντας να τεντωθούν όσο πιο ψηλά μπορούσαν και κρατούσαν ο ένας τον άλλο σφιχτά, για να μην πέσουν κάτω. Ο βάτραχος από το Κιότο έστρεψε τη μύτη του προς την Οσάκα και ο βάτραχος από την Οσάκα έστρεψε την μύτη του προς το Κιότο. Αλλά τα ανόητα πλάσματα ξέχασαν ότι τα μεγάλα μάτια τους ήταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους! Οπότε, σαν στέκονταν όρθιοι, αν και οι μύτες τους ήταν προς το μέρος που ήθελαν να πάνε, τα μάτια τους κοίταζαν τα μέρη από τα οποία είχαν έρθει.

«Ω, μα το Κιότο δείχνει ολόιδιο με την Οσάκα», είπε ο βάτραχος από την Οσάκα, «Σίγουρα δεν αξίζει τόσο μεγάλο ταξίδι. Θα πάω σπίτι.»

«Αν γνώριζα ότι η Οσάκα ήταν απλά ένα αντίγραφο του Κιότο, δεν θα είχα ποτέ ταξιδέψει όλο αυτό το δρόμο» είπε ο βάτραχος από το Κιότο, και καθώς μιλούσε τράβηξε τα χέρια του από τους ώμους του φίλου του και έπεσαν και οι δύο κάτω.

Αποχαιρέτησαν ευγενικά ο ένας τον άλλο και ξεκίνησαν για το σπίτι τους. Κι ό,τι κι αν άκουγαν από εκείνους που είχαν δει και τις δυο πόλεις, μέχρι το τέλος της ζωής τους πίστευαν ότι η Οσάκα και το Κιότο, που είναι τόσο διαφορετικές, ήσαν ολόιδιες!

Διδακτικός Μύθος: Ο Δάσκαλος του Σκύλου

παραμυθένιο λιοντάρι

(Διδακτικός μύθος που μάλλον προέρχεται από τις Ινδίες, αν και παραλλαγές του συναντιούνται σε όλο τον κόσμο)

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη ενός πανέμορφου μα επικινδύνου δάσους, εννέα αγριόσκυλα βγήκαν για κυνήγι. Είχε περάσει το πρωϊνό, και τροφή δεν είχαν βρει ακόμη, όταν συνάντησαν στο διάβα τους ένα θεόρατο λιοντάρι.

«Βλέπω έχετε βγεί για κυνήγι» τους λέει το λιοντάρι. «Τι λέτε να κυνηγήσουμε μαζί, και τα μοιραζόμαστε τα λάφυρα στο τέλος;».

Χωρίς να το σκεφτούν πολύ, τα αγριόσκυλα δέχτηκαν, και το κυνήγι συνεχίστηκε. Μέρα τυχερή φάνηκε εκείνη για τους πεινασμένους κυνηγούς, καθώς πριν το σούρουπο σιμώσει, είχαν πιάσει δέκα λαχταριστές αντιλόπες. Άφησαν τη λεία τους στην άκρη ενός ποταμού και ήπιαν να ξεδιψάσουν. Δυό – τρείς σκύλοι έπεσαν και στα δροσερά νερά, να διώξουν τη ζέστη και τη κούραση της μέρας.

Ύστερα μαζεύτηκαν, και το λιοντάρι είπε: «Ώρα να μοιράσουμε τη λεία μας!»

«Ά, μα είναι τόσο απλό!» πετάχτηκε το νεαρότερο από τα σκυλιά. «Δέκα οι αντιλόπες, δέκα και εμείς. Θα πάρει ο καθένας μας μια αντιλόπη και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό είναι το μόνο δίκαιο!».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά το λιοντάρι, αμέσως πετάχτηκε θυμωμένο. Με έναν πήδο έβαλε κάτω το νεαρό αγριόσκυλο, έβγαλε έναν βρυχηθμό που πάγωσε το αίμα των άλλων σκύλων, και με μια δαγκωματιά έκοψε την ουρά του και την πέταξε μακριά. Με τη βαριά πατούσα του ακόμη πάνω στο πονεμένο και τρομαγμένο σκυλί, γύρισε και κοίταξε τα άλλα σκυλιά. Ο γηραιότερος των σκύλων έκανε ένα βήμα μπροστά, και μίλησε: «Ο αδερφός μας έκανε προφανώς λάθος! Ο Βασιλιάς Λέων που είναι ένας, θα πρέπει να πάρει εννέα αντιλόπες – άρα θα γίνουν δέκα. Εμείς που είμαστε εννέα, θα πάρουμε μια μόνο αντιλόπη, και έτσι θα γίνουμε δέκα και εμείς, και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό είναι το μόνο δίκαιο!»

Στο λιοντάρι άρεσε αυτή η απάντηση. «Είσαι σοφό σκυλί! Ποιος σε δίδαξε, να μοιράζεις τόσο καλά;» ρώτησε τον γηραιότερο των σκυλιών.

«Η ουρά του αδερφού μου ήταν ο δάσκαλος μου» του αποκρίθηκε ο σκύλος, και πλησίασε τον πληγωμένο του αδερφό για να τον περιποιηθεί.

Παραμύθι: Το Πουλί της Φωτιάς

το πουλί της φωτιάς

(Παραμύθι αγαπημένο, από τις Ρώσικες στέπες)

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δώσε κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει…

Ζούσε κάποτε, σε κάποιο βασίλειο κάτω απ’ τον ήλιο, ο τσάρος Ντεμιάν, που ‘χε τρία παιδιά: τον Πιοτρ, τον Βασίλη και τον Ιβάν. Κι είχε ο τσάρος έναν κήπο, τόσο θαυμαστό, που καλύτερος δε βρίσκεται σε καμιά πολιτεία. Σ’ αυτόν τον κήπο, λοιπόν, φύτρωναν λογιώ – λογιώ σπάνια λουλούδια και δέντρα κι ανάμεσα τους μια μηλιά που ‘κάνε χρυσά μήλα. Ο τσάρος την περιποιότανε πολύ τη μηλιά και κάθε πρωί μέτραγε τους καρπούς της. Μια μέρα, κατάλαβε ο τσάρος πως κάποιος τρυπώνει τη νύχτα στον κήπο του. Έβλεπε το βράδυ τα μήλα να κρέμονται ώριμα – ώριμα και το πρωί κάποια ήσαν άφαντα! Κανένας από τους φύλακες δεν μπορούσε ν’ ανακαλύψει τον κλέφτη. Κάθε πρωί, ο τσάρος μετρούσε και ξαναμετρούσε τα μήλα της αγαπημένης του μηλιάς κι όλο λειψά. Από τη στενοχώρια του πήγαινε να σκάσει, ούτε να φάει, ούτε να πιει να ξεδιψάσει, ούτε ύπνο να χορτάσει. Ώσπου μια μέρα, είδε κι απόειδε, φωνάζει τα τρία βασιλόπουλα και τους λέει:

– Να τι τρέχει, αγαπημένα μου παιδιά! Όποιος καταφέρει να πιάσει τον κλέφτη του κήπου μου, θα ‘χει το μισό μου βασίλειο όσο ζω και τ’ άλλο μισό όταν πεθάνω.

Οι γιοι του τα συμφώνησαν και πρώτος κάθισε να φυλάξει ο Πιοτρ. Πήγε από δω, πήγε
από κει στον κήπο, δεν είδε τίποτα, κι ύστερα ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι, κάτω από τη μηλιά – χρυσομηλιά και αποκοιμήθηκε. Και πάλι εξαφανίστηκαν τα μήλα.

Ο τσάρος το πρωί τον ρώτησε:

– Έχεις καμιά χαρά να μου δώσεις, αγαπημένο μου παιδί; Μήπως είδες τον κλέφτη;

– Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου. Έμεινα άγρυπνος όλη τη νύχτα μα τίποτα δεν είδα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εξαφανίστηκαν τα μήλα.

Είδε ο τσάρος πως είναι άπιαστος ο κλέφτης και πικράθηκε ακόμη πιο πολύ. Την άλλη νύχτα πήγε να φυλάξει το βασιλόπουλο ο Βασίλης. Στέκει κάτω από τη μηλιά, κοιτάει εδώ, κοιτάει εκεί, πουθενά κλέφτης. Κι όταν έπεσε η νύχτα, τον πήρε ο ύπνος, και κοιμήθηκε τόσο βαθιά που τίποτα δεν άκουγε και δεν ένιωθε. Κι όσο για τα μήλα, άφαντα κι αυτή τη φορά. Το πρωί ο τσάρος τον ρώτησε:

– Έχεις καμιά χαρά να μου δώσεις, καλό μου παιδί; Μήπως είδες τον κλέφτη;

– Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου! Φύλαξα σαν κέρβερος, δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω της κι ούτε είδα, ούτε ξέρω πώς χάθηκαν τα μήλα!

Και πιο πολύ πικράθηκε ο τσάρος. Την τρίτη νύχτα πήγε να φυλάξει στον κήπο ο μικρότερος γιος, ο Ιβάν. Άρχισε να γυροφέρνει τη μηλιά-χρυσομηλιά. Φοβότανε και να καθίσει για να μην αποκοιμηθεί. Φύλαξε μια ώρα, φύλαξε δύο, φύλαξε τρεις. Τα μάτια του κλείνανε από τη νύστα. Πέρασε έτσι η μισή νύχτα. Και ξαφνικά ένα φως φάνηκε από μακριά, και σε λίγο ήρθε ίσια απάνω του – και ο κήπος φωτίστηκε σα να ‘ταν μέρα. Και να σου! Φάνηκε το Πουλί της Φωτιάς (που το λένε και Φοίνικα), κάθισε πάνω στη μηλιά κι άρχισε να τσιμπολογάει τα χρυσόμηλα. Τινάχτηκε ο Ιβάν, στριφογύρισε, έκανε να αρπάξει το Πουλί της Φωτιάς, μα το ‘πιάσε μόνο από την ουρά. Εκείνο φτεροκόπησε τόσο δυνατά, που δεν ήταν δυνατό να το κρατήσει. Έτσι, κατάφερε να πετάξει ο Φοίνικας, αφήνοντας στα χέρια του Ιβάν ένα πολύχρωμο φτερό απ’ την ουρά του.φοίνικας

Μόλις ξύπνησε το πρωί ο τσάρος ρώτησε τι απόγινε. Ο Ιβάν του ‘πε τα καθέκαστα και του ‘δείξε και το φτερό από την ουρά του Πουλιού της Φωτιάς. Ο τσάρος χάρηκε που ο μικρότερος γιος του κατάφερε να τους φέρει έστω και μόνο το φτερό και άρχισε να βρίσκει την ησυχία του. Στο μεταξύ δεν ξαναφάνηκε το Πουλί της Φωτιάς στον κήπο κι ο τσάρος άρχισε να τρώει και να πίνει και ύπνο γλυκό να κοιμάται. Μα όσο κοίταζε το φτερό, τόσο τ’ άρεσε, και το μυαλό του πήγαινε ολοένα στο Πουλί της Φωτιάς και σκέφτηκε να στείλει τους γιους του να το βρουν και να του το φέρουν. Τους κάλεσε κοντά του και τους είπε:

– Να τι τρέχει, αγαπημένα μου παιδιά! Πάρτε τα καλύτερα άτια, καλπάστε στον κόσμο, βρείτε το Πουλί της Φωτιάς και φέρτε το σε μένα, γιατί μπορεί να ξαναπετάξει στον κήπο μας να κλέψει τα χρυσά μήλα.

Οι μεγαλύτεροι γιοι του φίλησαν το χέρι του πατέρα τους και ετοιμάστηκαν για μακρινό δρόμο. Καβάλησαν τα περήφανα φαριά τους, ντύθηκαν στα χρυσοπλούμιστα άρματα τους και πήραν τους ατέλειωτους κάμπους, να βρουν το Πουλί της Φωτιάς. Επειδή ήταν ακόμη μικρός, ο τσάρος δεν άφησε τον Ιβάν να φύγει, μα εκείνος τόσο παρακάλεσε και παρακάλεσε, που ο τσάρος στο τέλος άλλαξε τη γνώμη. Καβάλησε ο Ιβάν το περήφανο φαρί άτι του και ξεκίνησε καλπάζοντας. Και πάει και πάει, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Στο παραμύθι αστραπή, πιο δύσκολα όμως στη ζωή! Έφτασε τέλος σ’ ένα τρίστρατο και σ’ ένα πέτρινο στύλο είδε μιαν επιγραφή:

ιππότης σε άτι«Όποιος πάει ίσα – μπρος,

παγωμένος, νηστικός.

Όποιος στα δεξιά του κάνει

ζει, μα τ’ άλογο του χάνει.

Και αριστερά όποιος γέρνει,

ζει το άλογο, μ’ αυτός πεθαίνει!».

Διάβασε ο Ιβάν αυτά τα λόγια, σκέφτηκε, σκέφτηκε και τέλος πήρε το στρατί δεξιά του, τουλάχιστο να ζήσει. Και πήγε και πήγε, μια μέρα, δυο και την τρίτη έφτασε σ’ ένα πυκνό δάσος, ολοσκότεινο. Και ξαφνικά, από ένα θάμνο, βγαίνει ένας σταχτής λύκος και ρίχνεται στ’ άλογο του. Χωρίς να χάνει καιρό ο Ιβάν, βγάζει το σπαθί του, αλλά ο λύκος πρόλαβε, έκοψε στα δύο τ’ άλογο και ξανακρύφτηκε στις λόχμες.

Πικράθηκε ο Ιβάν, που ‘μείνε χωρίς το άξιο άτι του και συνέχισε το δρόμο του με τα πόδια. Πέρασε μια μέρα, δυο και την τρίτη άρχισε να τον βασανίζει η πείνα. Πεθαμένος απ’ την κούρα-ση, κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου να ξαποστάσει, όταν ξάφνου, ποιος ξέρει από πού, φανερώνεται ο σταχτής λύκος και του λέει:

– Γιατί πικραίνεσαι, Ιβάν και σκύβεις το κεφάλι;

– Πώς να μην πικραίνομαι, σταχτόλυκε; Τι θα κάνω χωρίς τ’ άλογο μου, που το κομμάτιασες;

– Μόνος σου διάλεξες αυτό το δρόμο, μην τα ρίχνεις σε μένα. Πες μου πού πας και τι γυρεύεις;

– Μ’ έστειλε ο πατέρας μου, ο τσάρος, να βρω το Πουλί της Φωτιάς, που κλέβει τα χρυσόμηλά μας.

– Αμ, με το άλογο σου, στον αιώνα των αιώνων δε θα ‘φτανες στο Πουλί της Φωτιάς. Μόνο εγώ ξέρω πού κουρνιάζει. Ανέβα καλύτερα στη ράχη μου, μα κρατήσου καλά! Σε αντάλλαγμα για το άλογο σου, θα μπω στη δούλεψη σου και θα σε υπηρετήσω πιστά και τίμια

Καβάλησε ο Ιβάν στη ράχη του σταχτόλυκου, που άρχισε να τρέχει σαν την σκέψη! Μ’ έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Λίγο κάλπασε, πολύ κάλπασε, ποιος ξέρει; Έφτασε μπροστά σ’ έναν πέτρινο τοίχο, σταμάτησε και είπε:

-Λοιπόν Ιβάν, πήδα τον τοίχο! Πίσω του είναι ένας κήπος και εκεί θα βρεις το Πουλί της Φωτιάς μέσα σ’ ένα χρυσό κλουβί. Είναι η ώρα που κοιμούνται όλοι και μπορείς να πάρεις το Πουλί της Φωτιάς, μα πρόσεξε μην αγγίξεις το κλουβί γιατί θα σε βρει μεγάλο κακό. 

ΣΕΛΙΔΕΣ — 1 2

Παραμύθι: Η Ταβέρνα της Μεγαλόγατας

μυθική θάλασσα πήλιο

(Παραμύθι από το μαγευτικό Πήλιο)

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας τσιγγάνος με την αρκούδα του, αναζήτησαν καταφύγιο σε μια ταβέρνα στους πρόποδες του Πηλίου. Η μέρα ήταν βροχερή, κι ο ταβερνιάρης καλόκαρδος. Επισκέπτη δεν είχε διώξει ποτέ. Σα βεβαιώθηκε πως η αρκούδα υπάκουε το αφεντικό της, με χαρά τους δέχτηκε και τα καλύτερα φαγητά τους πρόσφερε. Και τσιπουράκι κέρασε τον τσιγγάνο, και έκατσε να τσουγκρίσουν και να ανταλλάξουν ιστορίες.

Η ώρα πέρασε, και ο τσιγγάνος ρώτησε αν υπήρχε δωμάτιο για να ξαποστάσει, πριν πάρει τους δρόμους ξανά, το επόμενο πρωϊ. «Φίλε μου», του απάντησε ο ταβερνιάρης. «Δωμάτια έχουμε, και μπόλικα! Μα πρέπει να σου πω, πως κάθε βράδυ ο Κάνος, το θαλάσσιο ξωτικό του Χορευτού, χούι το έχει να μας επισκέπτεται.»

Τον Κάνο, ο τσιγγάνος δεν τον ήξερε, και περίεργος ρώτησε να μάθει περισσότερα. Ο ταβερνιάρης του εξήγησε πως ένα χοντρόπετσο και φασαριόζικο θαλάσσιο ξωτικό ήταν. Κάθε βράδυ έβγαινε από τα αρμυρά νερά της παρακείμενης παραλίας και, καθώς αγαπούσε το τσίπουρο πιότερο από τους περισσότερους, τριγύρναγε στα καπελιά, μεθοκοπούσε, φώναζε, τραβιολογόταν, τσακωνόταν και, καθώς τη δύναμη του άνθρωπος δεν την έφτανε, ξυλοφόρτωνε συχνά τους ντόπιους. Και κάθε βράδυ, το τελευταίο τσίπουρο στην ταβέρνα τούτη το έπινε, γι’ αυτό και πελάτης δεν πάταγε μετά το απόγιομα.

«Ω, έχω αντιμετωπίσει πολύ χειρότερα» αποκρίθηκε με χαμόγελο ο τσιγγάνος. Ήπιαν ένα τσιπουράκι ακόμη, αντάλλαξαν φιλοφρονήσεις και, αφού φρόντισε η αρκούδα του να είναι στα ζεστά, κοντά στο γωνιακό τζάκι, ο τσιγγάνος πήγε να ξεκουραστεί στο δωμάτιο που του ετοίμασαν.

Ώρα πολύ δεν είχε περάσει, και εμφανίζεται μεθυσμένος και φωνακλάς ο Κάνος. Διατάσσει τσίπουρο και μεζέδες να του φέρουν. Πίνει σα σφουγγάρι και μια χορεύει, μια κάθεται, μια τραγουδά, μια βρίζει, μια παραγγέλνει. Την αρκούδα ούτε που την προσέχει μες το μεθύσι του, άθελα του τη πατά, και μια και δυό. Υπομονή κάνει το ζωντανό, ώσπου τα ποτήρια αρχίζει να σπάει στο τζάκι ο Κάνος, και οι σπίθες πετιούνται και καψαλίζουν τη γούνα του. Και τότε πετάγεται και τον αρπάζει. Τι κι αν τη δύναμη δέκα αντρών είχε ο Κάνος – αρκούδα δεν είχε ξανασυναντήσει! Μόλις και μετά βίας έσωσε τη ζωή του. Δαρμένος, ματωμένος και ξέπνοος, ίσα που κατάφερε να ξεφύγει και κουτρουβαλώντας τις σκάλες έτρεξε να γιατρέψει τις πληγές του στα γαλανά νερά του Χορευτού.

Μήνες πέρασαν, ο τσιγγάνος είχε προ πολλού φύγει και ο Κάνος δεν είχε εμφανιστεί στη ταβέρνα. Δειλά – δειλά οι πελάτες ξανάρχισαν να γυρίζουν τα βράδια, και ο ταβερνιάρης ήταν χαρούμενος. Ώσπου μια μέρα που περνούσε από τη παραλία του Χορευτού, άκουσε τον Κάνο να τον καλησπερίζει και να τον ρωτά: «Έ, κάπελα – εκείνη τη μεγάλη γάτα, την έχετε ακόμη στη ταβέρνα σας;»

Καταλαβαίνοντας τη πλάνη του ξωτικού, ο ταβερνιάρης του αποκρίνεται «μαζί μας είναι ακόμη φίλε μου – γέννησε και 12 γατάκια σωστά θεριά, που δεν προλαβαίνω να τα ταΐζω»! Και κρυφογελώντας απομακρύνθηκε, σίγουρος πως ο Κάνος δεν θα ξαναπλησίαζε στα μέρη του…

Γράμμα του Ουμπέρτο Έκο στον εγγονό του

γράμμα από τον Εκο

(Ένα πανέμορφο γράμμα του Ουμπέρτο Έκο στον εγγονό του)

umberto ecoΑγαπητό μου εγγονάκι,

Δεν θα ήθελα αυτή η χριστουγεννιάτικη επιστολή να θεωρηθεί υπερβολικά  συναισθηματική ή ότι έχει σκοπό να σε νουθετήσει σχετικά με την αγάπη για τους συνανθρώπους μας, για την πατρίδα, για τον κόσμο, και όλα τα συναφή. Δεν θα έδινες καμιά σημασία και όταν θα έφτανε η στιγμή να θέσεις σε εφαρμογή όλα αυτά, (εσύ έφηβος, και εγώ στο επέκεινα), το σύστημα αξιών θα είχε αλλάξει τόσο πολύ, που πιθανότατα οι συμβουλές μου θα προέκυπταν ξεπερασμένες.

Βάζε πράγματα στο μυαλό σου

Γι’ αυτό, θα ήθελα να επικεντρωθώ σε μια μόνο συμβουλή, την οποία μπορείς να ακολουθήσεις ακόμη και τώρα, ενώ  σερφάρεις στο iPad σου. Κι ούτε θα κάνω το λάθος να σου το υποδείξω, όχι γιατί θα φαινόμουν ένας παππούς βαρετός, αλλά γιατί το ίδιο κάνω και εγώ. Στην καλύτερη περίπτωση μπορώ να σου πω ότι, αν κατά τύχη πέσεις πάνω σε εκατοντάδες ιστοσελίδες πορνό που δείχνουν τη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπινων όντων, προσπάθησε με χίλιους τρόπους να μην πιστέψεις ότι αυτό είναι το σεξ, όταν μάλιστα σε αναγκάζει να μη βγαίνεις από το σπίτι σου, για να κοιτάξεις τα πραγματικά κορίτσια. Ξεκινώ από την αρχή ότι είσαι ετεροφυλόφιλος, αλλά κι έτσι να μην είναι, προσάρμοσε τις συμβουλές μου στην περίπτωσή σου. Κοίταζε τα πραγματικά κορίτσια στο σχολείο ή όπου πας να παίξεις, γιατί είναι καλύτερα από τα τηλεοπτικά και μια μέρα θα σου προσφέρουν μεγαλύτερες χαρές από εκείνες του Διαδικτύου. Πίστεψε εκείνους που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία από εσένα. Αν εγώ κοίταζα το σεξ μόνο στον υπολογιστή, ο πατέρας σου δεν θα είχε ποτέ γεννηθεί, κι εσύ ποιος ξέρει πού θα βρισκόσουν, μάλλον δεν θα υπήρχες καν. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να σου πω, αλλά για μια ασθένεια που έχει προσβάλει τη γενιά σου, καθώς και παιδιά μεγαλύτερα από εσένα, που τώρα φοιτούν στο πανεπιστήμιο: την απώλεια της μνήμης.

Είναι αλήθεια ότι αν θέλεις να μάθεις ποιος ήταν ο Καρλομάγνος ή πού βρίσκεται η Κουάλα Λουμπούρ, δεν έχεις παρά να πατήσεις μερικά πλήκτρα και το Διαδίκτυο σου το λέει αμέσως. Κάν’ το όταν χρειάζεται, αφού όμως το κάνεις, προσπάθησε να θυμηθείς τι σου είπε, για να μην αναγκαστείς να το αναζητήσεις για δεύτερη φορά σε περίπτωση που υπάρξει επείγουσα ανάγκη, όπως για μια έρευνα στο σχολείο. Επειδή νομίζεις ότι ο υπολογιστής μπορεί να σου απαντάει οποιαδήποτε στιγμή, ελλοχεύει ο κίνδυνος να χάσεις το ενδιαφέρον να βάζεις πράγματα στο μυαλό σου. Είναι σαν να λέμε ότι, επειδή έχεις μάθει πως για να πας από την τάδε οδό στη δείνα, υπάρχουν το λεωφορείο ή το Μετρό, που σου επιτρέπουν να μετακινηθείς χωρίς κόπο -το οποίο βεβαίως εξυπηρετεί και κάν΄το κάθε φορά που βιάζεσαι-, για τον λόγο αυτό δεν χρειάζεται πλέον να περπατάς. Αν όμως δεν περπατάς αρκετά, γίνεσαι «άτομο με ειδικές ανάγκες», όπως χαρακτηρίζουμε σήμερα τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αναπηρικό καροτσάκι. Εντάξει, ξέρω ότι ασχολείσαι με σπορ, άρα ξέρεις να κινείς το σώμα σου, ας επιστρέψουμε όμως στο μυαλό σου.

Παιχνίδια με τον νου

Η μνήμη είναι ένας μυς, όπως εκείνοι των ποδιών, και αν δεν τον εκγυμνάζεις, ατονεί κι έτσι, από πλευράς εγκεφάλου, γίνεσαι άτομο με ειδικές ανάγκες, δηλαδή, για να μιλήσουμε ειλικρινά, ένας ηλίθιος. Κι επειδή για όλους ελλοχεύει ο κίνδυνος να πάθουν Αλτσχάιμερ όταν γεράσουν, ένας τρόπος για να αποφύγουν αυτό το δυσάρεστο ατύχημα είναι να εξασκούν πάντοτε τη μνήμη τους. Ιδού, λοιπόν, η δική μου συνταγή: Κάθε πρωί μάθαινε απ’ έξω μερικούς στίχους, ένα σύντομο ποίημα ή, όπως έκαναν οι δάσκαλοί μας, που μας έβαζαν να μάθουμε τη «Σταχτιά Φοραδίτσα»1 ή «Το Σάββατο του χωριού»2. Καλό θα ήταν να κάνεις παιγνίδια μνήμης με τους φίλους σου για να δείτε ποιος θυμάται καλύτερα. Αν δεν σας αρέσει η ποίηση, κάντε το με τους ποδοσφαιριστές. Πρόσεξε όμως! Δεν πρέπει να γνωρίζεις μόνο τους σημερινούς ποδοσφαιριστές της Ρόμα, αλλά και των άλλων ομάδων, ίσως και ομάδων του παρελθόντος. Φαντάσου ότι εγώ θυμάμαι εκείνους της Τορίνο, όταν το αεροπλάνο τους συνετρίβη με όλους τους παίκτες μέσα: Μπατσικαλούπο, Μπαλαρίν, Μαρόζο κ.λπ. Κάντε αγώνες μνήμης σχετικά με τα βιβλία που έχετε διαβάσει. Π.χ., ποιος ήταν πάνω στην Ισπανιόλα προς αναζήτηση του νησιού των θησαυρών; Ο Λόρδος Τριλώνεϋ, ο Καπετάν Σμόλετ, ο Δόκτωρ Λάιβζι, ο Λονγκ Τζον Σίλβερ, ο Τζιμ; Δες αν οι φίλοι σου θυμούνται ποιοι ήταν οι υπηρέτες των Τριών Σωματοφυλάκων και του Ντ’ Αρτανιάν: Γκριμό, Μπαζέν, Μουσκετόν και Πλανσέ. Κι αν δεν θέλεις να διαβάσεις τους «Τρεις Σωματοφύλακες» (να ήξερες τι χάνεις) κάν’ το με κάποια από τις ιστορίες που έχεις διαβάσει. Μοιάζει με παιγνίδι (και είναι), θα δεις όμως πως το κεφάλι σου θα κυριευθεί από διάφορους χαρακτήρες, ιστορίες, αναμνήσεις κάθε είδους.

umberto eco scetchΘα αναρωτηθείς γιατί παλιά οι υπολογιστές ονομάζονταν ηλεκτρονικά μυαλά; Διότι σχεδιάστηκαν με βάση το μοντέλο του εγκεφάλου σου (μας), αλλά ο εγκέφαλος έχει περισσότερες διασυνδέσεις από έναν υπολογιστή, είναι ένα είδος υπολογιστή που κουβαλάς πάντα μαζί σου, ο οποίος μεγαλώνει και δυναμώνει με την άσκηση, ενώ ο υπολογιστής που έχεις πάνω στο γραφείο σου, όσο πιο πολύ τον χρησιμοποιείς, τόσο περισσότερη ταχύτητα χάνει και μετά από μερικά χρόνια θα πρέπει να τον αλλάξεις.  Αντίθετα, στην εποχή μας, το μυαλό σου μπορεί να διαρκέσει έως και ενενήντα χρόνια -αν το έχεις εξασκήσει. Και στα ενενήντα του χρόνια θα θυμάται περισσότερα πράγματα από αυτά που θυμάσαι τώρα. Και μάλιστα δωρεάν!

Μάθε τι συνέβη πριν τη γέννησή σου

Έπειτα, υπάρχει η ιστορική μνήμη, αυτή που δεν αφορά τα γεγονότα της ζωής σου ή τα πράγματα που έχεις διαβάσει, αλλά αυτά που συνέβησαν πριν ακόμη γεννηθείς.
Σήμερα, αν πας σε ένα κινηματογράφο, θα πρέπει να μπεις μέσα μια συγκεκριμένη ώρα, όταν αρχίζει η ταινία, και όταν η προβολή ξεκινά, είναι σαν κάποιος να σε παίρνει από το χέρι και να σου λέει τι συμβαίνει. Στα χρόνια μου, μπορούσε κανείς να μπει στην αίθουσα του κινηματογράφου οποιαδήποτε στιγμή, θέλω να πω στο μέσο της προβολής. Έμπαινε τη στιγμή που συνέβαιναν ορισμένα πράγματα και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε προηγηθεί. Αργότερα, όταν η ταινία ξανάρχιζε, μπορούσε να διαπιστώσει αν είχε καταλάβει σωστά την υπόθεση, εκτός του ότι, αν η ταινία είχε ενδιαφέρον, μπορούσε να μείνει και να την ξαναδεί. Λοιπόν, η ζωή είναι σαν μια ταινία της δικής μου εποχής. Όλοι ερχόμαστε στη ζωή όταν πολλά πράγματα έχουν ήδη συμβεί πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, και είναι σημαντικό να μάθουμε τι έχει συμβεί πριν εμείς γεννηθούμε. Αυτό είναι αναγκαίο, για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί σήμερα συμβαίνουν πολλά νέα πράγματα.

Να ξεφυλλίζεις και να μαθαίνεις

Λοιπόν, το σχολείο, εκτός από τις προσωπικές σου αναγνώσεις, θα έπρεπε να σου διδάσκει να απομνημονεύεις αυτά που συνέβησαν πριν τη γέννησή σου. Φαίνεται όμως ότι δεν το κάνει καλά, διότι διάφορες έρευνες μας λένε ότι τα παιδιά του σήμερα, ακόμη και τα πιο μεγάλα που φοιτούν στα πανεπιστήμια, ας πούμε αυτά που έχουν γεννηθεί το 1990, δεν ξέρουν -και ίσως δεν θέλουν να ξέρουν- τι είχε συμβεί το 1980, για να μη μιλήσουμε για το τι συνέβη πριν από πενήντα χρόνια. Τα στατιστικά στοιχεία μας λένε ότι αν ρωτήσετε κάποια παιδιά ποιος ήταν ο Άλντο Μόρο, θα απαντήσουν ότι ήταν ο αρχηγός των Ερυθρών Ταξιαρχιών – ενώ ήταν αυτός που οι Ερυθρές Ταξιαρχίες σκότωσαν. Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αφού για πολλούς παραμένει ένα μυστήριο, παρά το γεγονός ότι αυτά συνέβησαν εδώ και τριάντα χρόνια. Εγώ γεννήθηκα το 1932, δέκα χρόνια μετά την άνοδο του Φασισμού στην εξουσία. Ήξερα όμως ποιος ήταν ο πρωθυπουργός κατά τη στιγμή της Πορείας στη Ρώμη (τι είναι αυτό;)3. Ίσως το φασιστικό σχολείο μού το είχε διδάξει, για να μου εξηγήσει πόσο ανόητος και κακός ήταν εκείνος ο Υπουργός «O δειλός  Φάκτα 4», που οι φασίστες είχαν αντικαταστήσει. Εντάξει! Τουλάχιστον όμως το ήξερα.

Ας αφήσουμε όμως το σχολείο. Ένα αγόρι του σήμερα δεν γνωρίζει ποιοι ήταν οι ηθοποιοί του κινηματογράφου είκοσι χρόνια πριν, ενώ εγώ ήξερα ποια ήταν η Φραντσέσκα Μπερτίνι, που πρωταγωνίστησε σε βουβές ταινίες είκοσι χρόνια πριν  εσύ γεννηθείς. Ίσως γιατί ξεφύλλιζα παλιά περιοδικά που συσσωρεύονταν στην ντουλάπα του σπιτιού μας, αλλά αυτό ακριβώς σε καλώ να κάνεις: να ξεφυλλίζεις κι εσύ παλιά περιοδικά, καθώς πρόκειται για έναν τρόπο να μάθεις τι είχε συμβεί πριν εσύ γεννηθείς. Αλλά γιατί είναι τόσο σημαντικό να γνωρίζουμε τι συνέβη πριν; Διότι, πολλές φορές ό, τι συνέβη στο παρελθόν σου εξηγεί γιατί ορισμένα πράγματα συμβαίνουν σήμερα, και οπωσδήποτε (όπως και για τους ποδοσφαιριστές,  που είπαμε) είναι ένας τρόπος για να εμπλουτίζουμε τη μνήμη μας.

Πρόσεξε! Αυτό δεν μπορείς να το κάνεις μόνο με τα βιβλία και τα περιοδικά, αλλά και με το Ίντερνετ, το οποίο μπορούμε να το χρησιμοποιούμε όχι μόνο για να κάνουμε chat με τους φίλους μας, αλλά, (λέμε τώρα) και με την Ιστορία του κόσμου. Ποιοι ήταν οι Χετταίοι; Και οι Καμισάρντι (camisards)5; Και πώς ονομάζονταν οι τρεις καραβέλες του Κολόμβου; Πότε εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι; Η Κιβωτός του Νώε θα μπορούσε να έχει ένα πηδάλιο; Ποιο ήταν το όνομα του προγόνου του βοδιού; Υπήρχαν περισσότερες τίγρεις πριν από εκατό χρόνια απ’ ό,τι σήμερα; Τι ήταν η αυτοκρατορία του Μάλι; Και ποιος μιλούσε για την Αυτοκρατορία του Κακού; Ποιος ήταν ο δεύτερος Πάπας στην ιστορία;  Πότε εμφανίστηκε ο Μίκυ Μάους;
Θα μπορούσα να θέσω ατέλειωτα ερωτήματα και όλα θα ήταν ωραίες περιπέτειες έρευνας. Θα έλθει η μέρα που θα είσαι ηλικιωμένος και θα νιώθεις ότι έχεις ζήσει χίλιες ζωές, γιατί θα είναι σαν να ήσουν παρών στη Μάχη του Βατερλό,  ότι παρακολούθησες τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα κι ότι ήσουν πολύ κοντά στο σημείο όπου ο Bertoldo il Nero6, αναμιγνύοντας ουσίες σε ένα γουδί για να βρει τον τρόπο να φτιάξει χρυσό, ανακάλυψε κατά λάθος την πυρίτιδα (μπαρούτι) και εκτινάχθηκε στον αέρα (και καλά να πάθει). Αντίθετα, άλλοι φίλοι σου, οι οποίοι δεν θα έχουν καλλιεργήσει τη μνήμη τους, θα έχουν ζήσει μια μόνο ζωή, τη δική τους, που θα πρέπει να ήταν και πολύ μελαγχολική και στερημένη από μεγάλες συγκινήσεις.
Καλλιέργησε, λοιπόν, τη μνήμη σου και από αύριο αποστήθισε την «Εύθυμη Τερέζα»7.

Σημειώσεις

  1. «La Cavallina Storna», στα ιταλικά. Είναι από τα πιο γνωστά ποιήματα του Ιταλού ποιητή Τζιοβάνι Πάσκολι (1855-1912). Το οποίο έγραψε στη μνήμη του πατέρα του, ο οποίος δολοφονήθηκε  πάνω στην άμαξά του, όταν ο ποιητής ήταν δώδεκα ετών.
  2. «Il Sabato del villaggio», στα ιταλικά. Ποίημα του Τζιάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), ο οποίος θεωρείται  o μεγαλύτερος Ιταλός ποιητής μετά τον Πετράρχη. Το συγκεκριμένο ποίημα αναφέρεται στις προετοιμασίες που κάνουν οι κάτοικοι του χωριού του, για να υποδεχθούν την Κυριακή.
  3. Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma) ονομάστηκε η πορεία που έκαναν προς την πρωτεύουσα της Ιταλίας οι μελανοχίτωνες (η παραστρατιωτική οργάνωση που είχε δημιουργήσει ο Μουσολίνι), προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία. Η “πορεία” διήρκεσε από τις 22 ως τις 28 Οκτωβρίου 1922 και κατέληξε στην άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, στην οποία παρέμεινε επί 21 έτη.
  4. Ο Λουίτζι Φάκτα (1861-1930) ήταν ο τελευταίος πρωθυπουργός πριν την ανάληψη της εξουσίας από τον Μπενίτο Μουσολίνι.
  5.  Γάλλοι καλβινιστές που εμφανίστηκαν το 1700 εναντίον του Λουδοβίκου του 14ου, ο οποίος είχε καταργήσει τη θρησκευτική τους ελευθερία. Ονομάζονταν έτσι από την πουκαμίσα, που φορούσαν πάνω από το ένδυμά τους, ως αναγνωριστικό στοιχείο.
  6. Ο Μπερτόλδος, επονομαζόμενος και  Μαύρος (Berthold der Schwartz) ήταν φραγκισκανός μοναχός,  στον  οποίο αποδίδεται (χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά)  η εφεύρεση της πυρίτιδας.
  7. «La Vispa Teresa», στα ιταλικά είναι το πιο γνωστό ποίημα για μικρά παιδιά του Ιταλού ποιητή Λουίτζι Σάιλερ (1825-1885).  Γράφτηκε γύρω στο 1850 και μιλάει για ένα κοριτσάκι, την Τερέζα, που  περιχαρής που έπιασε μια πεταλουδίτσα, ενώ εκείνη πέταγε πάνω από το γρασίδι, αναφωνεί: «Τη έπιασα! Την έπιασα!». Η πεταλούδα  την εκλιπαρεί να την αφήσει ελεύθερη, λέγοντάς της: «Ζώντας πετώντας, τι κακό σου κάνω; Εσύ με πληγώνεις πιέζοντάς μου τις φτερούγες. Άσε με ελεύθερη! Κι εγώ κόρη του Θεού είμαι!». Η Τερέζα, κόκκινη από ντροπή, άνοιξε τα δάχτυλά της κι εκείνη πέταξε και πάλι.

Πηγήespresso.repubblica.it

Παραμύθι: Η Βασίλισσα του Χιονιού

η βασίλισσα του χιονιού

(Μια γλυκόπικρη ιστορία του μεγάλου Δανού παραμυθά Hans Christian Andersen)

Υπάρχει ένας θρύλος πως, μια φορά κι έναν καιρό, μια όμορφη νεράιδα, η Βασίλισσα του Χιονιού, ζούσε στις ψηλότερη, και τις πιο μοναχική κορυφή των Άλπεων. Άντρες πολλοί αναρριχήθηκαν στις επικίνδυνες κορυφές για να τη θαυμάσουν, και σαν την είδαν, την ερωτεύτηκαν παράφορα.

Καθένας  από τους άντρες αυτούς θα έδινε τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του, για να την παντρευτεί. Μα, οι ζωές τους ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να δώσουν, γιατί η Μοίρα είχε αποφασίσει ότι κανένας θνητός δεν θα παντρευόταν  ποτέ τη Βασίλισσα του Χιονιού. Πολλές γενναίες ψυχές έκαναν το καλύτερό τους για να την πλησιάσουν, ελπίζοντας πως θα την έπειθαν. Και σε κάθε μνηστήρας επετράπη να εισέλθει το μεγάλο παγωμένο παλάτι με την κρυστάλλινη οροφή, όπου ο θρόνος της Βασίλισσας είχε στηθεί. Αλλά τη στιγμή που κάποιος δήλωνε την αγάπη του και ζητούσε το χέρι της, χιλιάδες ξωτικά εμφανίζονταν να τον αρπάξουν και να τον ωθήσει πέρα από τους βράχους, σε απύθμενες αβύσσους. Χωρίς την παραμικρή συγκίνηση, η Βασίλισσα παρακολουθούσε τη σκηνή, μιας και από πάγο ήταν η καρδιά της, ανίκανη να νιώσει οτιδήποτε.

Ο θρύλος του κρυστάλλινου παλατιού και της όμορφης, άκαρδης βασίλισσας έφτασε ως τη πιο μακρινή κοιλάδα των Άλπεων. Έφτασε και στο σπίτι που έμενε ένας γενναίος, νεαρός κυνηγός. Γοητευμένος από την ιστορία, αποφάσισε να δοκιμάσει και την δική του τύχη. Άφησε την κοιλάδα του, ταξίδεψε για ημέρες μέρες πολλές και έφτασε στους πρόποδες των Βουνών. Αψηφώντας τον κρύο αέρα που σάρωνε τις πλαγιές των Άλπεων, ξεκίνησε να σκαρφαλώνει, και αγνοώντας τους παγετούς, της μυτερές κορυφές, τις χιονοστιβάδες, συνέχισε την ανάβαση του.

Περισσότερο από μία φορά ένιωσε ότι όλα είχε χαθεί, αλλά η σκέψη της υπέροχης Βασίλισσας του Χιονιού του έδινε νέα δύναμη και τον κρατούσε, πεισμωμένο, να σκαρφαλώνει. Επιτέλους, μετά από πολλές ημέρες αναρρίχησης, είδε να ακτινοβολούν κόντρα στον ήλιο, τα ψηλά διαφανή καμπαναριά από το παλάτι του πάγου.

Μαζεύοντας όλο το θάρρος του, ο νεαρός άνδρας μπήκε στο Αίθουσα του Θρόνου. Αλλά θαμπώθηκε τόσο από την ομορφιά της Βασίλισσας του Χιονιού, που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ντροπαλός και συνεσταλμένος, δεν τόλμησε να μιλήσει. Έτσι, γονάτισε από θαυμασμό μπροστά στη Βασίλισσα, για ώρες δίχως τέλος, χωρίς να ανοίξει το στόμα του. Η βασίλισσα τον κοίταξε σιωπηλά, στην αρχή σκεπτόμενη ότι, εφόσον δεν είχε ζητήσει το χέρι της σε γάμο, δεν υπήρχε λόγος να καλέσει τα ξωτικά.

Στη συνέχεια, προς μεγάλη της έκπληξη, ανακάλυψε ότι η συμπεριφορά του είχε αγγίξει την καρδιά της. Συνειδητοποίησε ότι είχε άρχιζε να της αρέσει αυτός ο κυνηγός, τόσο νεότερος και τόσο ομορφότερος από όλους τους άλλους επίδοξους μνηστήρες της. Ο χρόνος περνούσε και η Βασίλισσα του Χιονιού δεν τολμούσε να παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό της, ότι θα ήθελε να παντρευτεί αυτόν το νεαρό άνδρα.

Εν τω μεταξύ, τα ξωτικά παρακολουθούσαν, στην αρχή έκπληκτα, στη συνέχεια όλο και πιο αναστατωμένα. Γιατί δικαίως φοβήθηκαν ότι η βασίλισσα τους θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να σπάσει το νόμο, προκαλώντας, με ανυπολόγιστες συνέπειες, τη μανία της Μοίρας.

Βλέποντας ότι η βασίλισσα αργούσε να δώσει την εντολή να απαλλαγούν από τον επίδοξο μνηστήρας της, τα ξωτικά αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ένα βράδυ, μόλις το σούρουπο έπεσε, ξεπήδησαν από τις ρωγμές των βράχων και μαζεύτηκαν γύρω από τον νεαρό κυνηγό, τον άρπαξαν και τον πέταξαν στην άβυσσο. Η Βασίλισσα του Χιονιού παρακολούθησε ολόκληρη τη σκηνή, μα δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει για να τους σταματήσει. Η παγωμένη καρδιά της μόνο έλιωσε, και η όμορφη σκληρή νεράιδα έγινε ξαφνικά γυναίκα.

Ένα δάκρυ γλίστρησε από τα μάτια της, το πρώτο που είχε κυλήσει ποτέ. Και το δάκρυ της Βασίλισσας του Χιονιού έπεσε επάνω σε μια πέτρα, και μετατράπηκε σε ένα μικρό ασημί αστέρι.

Αυτή ήταν η πρώτη Edelweiss … το λουλούδι που φυτρώνει μόνο στις υψηλότερες, τις πιο απρόσιτες κορυφές των Άλπεων, στην άκρη των γκρεμών και των βαράθρων…

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία: Το Πρωινό των Χριστουγέννων

κερί, βιβλίο και χιόνι

Ένα πανέμορφο, χριστουγεννιάτικο αφήγημα από την Pearl S. Buck

Ξύπνησε άξαφνα. Η ώρα ήταν τέσσερις, η ώρα που πάντα ο πατέρας του τον ξυπνούσε για να τον βοηθήσει στο άρμεγμα. Πόσο περίεργο που οι συνήθειες της νιότης παρέμεναν! Πενήντα χρόνια είχαν περάσει, ο πατέρας του είχε πεθάνει εδώ και τριάντα, κι όμως ξυπνούσε στις τέσσερις το πρωί. Είχε μάθει τον εαυτό του να γυρνάει και να ξανακοιμάται, αλλά σήμερα ήταν Χριστούγεννα και δεν δοκίμασε να κοιμηθεί.

Γιατί αισθανόταν τόσο ξύπνιος σήμερα; Περιπλανήθηκε στο παρελθόν, όπως τόσο εύκολα συνέβαινε τελευταία. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών και ακόμη στη φάρμα του πατέρα του. Τον αγαπούσε τον πατέρα του. Δεν το ήξερε μέχρι που μια μέρα, κοντά στα Χριστούγεννα, κρυφάκουσε τον πατέρα του να μιλάει με τη μητέρα του.

«Μαίρη, το μισώ που ξυπνάω τον Ρομπ τα πρωϊνά. Αν μπορούσες να δεις το πως κοιμάται όταν πάω να τον ξυπνήσω! Μακάρι να τα κατάφερνα μόνος μου.»

«Ναι, αλλά δεν μπορείς Άνταμ.» Η φωνή της μητέρας του ήταν τραχιά. «Άλλωστε, δεν είναι παιδί πια. Έχει έρθει η ώρα να σε βοηθήσει.»

«Ναι» είπε ο πατέρας του αργά. «Αλλά το μισώ να τον ξυπνάω.»

Όταν άκουσε αυτές τις λέξεις, σαν κάτι να του μίλησε: ο πατέρας του τον αγαπούσε! Δεν το χε σκεφτεί ποτέ πριν, θεωρώντας δεδομένους τους δεσμούς του αίματος. Ούτε ο πατέρας ούτε η μητέρα του μιλούσαν για την αγάπη τους στα παιδιά τους – δεν είχαν ώρα για τέτοια πράγματα. Υπήρχαν πάντα τόσα να γίνουν στη φάρμα.

Τώρα που ήξερε πως ο πατέρας του τον αγαπούσε, δεν θα καθυστερούσε πια τα πρωινά, δεν θα χρειαζόταν να τον ξυπνήσουν ξανά. Σηκωνόταν πια, σκουντουφλώντας έστω, ντυνόταν με τα μάτια κλειστά, αλλά σηκωνόταν.

Και τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα, τότε που ήταν δεκατεσσάρων, έμεινε ξαπλωμένος για λίγο, σκεπτόμενος την επόμενη μέρα. Ήσαν φτωχοί και η μόνη χαρά της ημέρας ήταν η γαλοπούλα που είχαν εκθρέψει μόνοι τους και οι κιμαδόπιτες που η μητέρα του έφτιαχνε. Οι αδερφές του θα έπλεκαν κάποιο δώρο και η μητέρα και ο πατέρας του πάντα θα του αγόραζαν κάτι που χρειαζόταν, όχι μόνο ένα ζεστό πανωφόρι, αλλά ίσως και κάτι περισσότερο, όπως ένα βιβλίο. Και έκανε και αυτός οικονομίες, και κάτι έπαιρνε για τον καθένα τους.

Ευχήθηκε, εκείνα τα Χριστούγεννα που ήταν δεκατεσσάρων, να είχε ένα καλύτερο δώρο για τον πατέρα του. Ως συνήθως, είχε πάει στο κοντινό φθηνομάγαζο και είχε αγοράσει μια γραβάτα. Του είχε φανεί αρκετά καλή, μέχρι εκείνη τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα, καθώς σκεφτόταν ξαπλωμένος . Κοίταξε από το παράθυρο της σοφίτας τα αστέρια που έλαμπαν.

‘Πατέρα,» τον είχε ρωτήσει κάποτε, όταν ήταν μικρό αγόρι, «Τι είναι μια φάτνη»;

»Είναι απλώς ένας στάβλος» ο πατέρας του είχε απαντήσει, «σα τον δικό μας. «

Ο Χριστός είχε γεννηθεί σε φάτνη, και σε φάτνη είχαν έρθει οι βοσκοί…

Η σκέψη του καρφώθηκε σαν ασημένιο στιλέτο. Γιατί να μην έκανε στον πατέρα του ένα δώρο ιδιαίτερο, εκεί, στη δικιά τους φάτνη. Θα μπορούσε να σηκωθεί νωρίς, νωρίτερα κι από τις τέσσερις, και θα μπορούσε να τρυπώσει στο στάβλο και να κάνει αυτός όλο το άρμεγμα. Θα το έκανε μόνος, ακόμη και το καθάρισμα, και σαν πήγαινε ο πατέρας του να ξεκινήσει θα έβλεπε ότι όλα είχαν γίνει. Και θα καταλάβαινε ποιος τα είχε κάνει. Γέλασε μόνος του, καθώς κοιτούσε τα αστέρια. Αυτό έπρεπε να κάνει, και θα έπρεπε να κοιμηθεί λίγο και ελαφριά για να το πετύχει.

Θα πρέπει να ξύπνησε είκοσι φορές, ανάβοντας ένα σπίρτο για να κοιτάξει το παλιό του ρολόι – μεσάνυχτα, και μιάμιση, και δύο…

Στις τρεις και τέταρτο σηκώθηκε και έβαλε τα ρούχα του. Κατέβηκε κάτω στις άκρες των δακτύλων του, προσέχοντας τις σανίδες που έτριζαν, και βγήκε έξω. Οι αγγελάδες τον κοίταξαν, νυσταγμένα και ξαφνιασμένα. Ήταν νωρίς και για αυτές.

Δεν είχε αρμέξει ολομόναχος ξανά, μα του φάνηκε σχεδόν εύκολο. Η σκέψη του ήταν στην έκπληξη του πατέρα του. Ο πατέρας του θα ερχόταν να τον πάρει, λέγοντας του πως πρέπει να ξεκινήσουν, και ο Ρομπ θα έκανε πως ετοιμαζόταν. Θα πήγαινε στο στάβλο, θα άνοιγε τη πόρτα και θα έπιανε τα δυο μεγάλα δοχεία για το γάλα. Μα δεν θα ήσαν άδεια αυτή τη φορά, θα τον περίμεναν ολόγιομα.

«Μα πως…» σχεδόν άκουγε τον πατέρα του να μουρμουρίζει.

Χαμογέλασε και συνέχισε το άρμεγμα, δυο σταθερά, γιομάτα άρωμα ρυάκια να γεμίζουν τους κάδους.

Η δουλειά του φάνηκε ευκολότερη από ποτέ. Το άρμεγμα, για πρώτη φορά, δεν ήταν χαμαλίκι. Ήταν κάτι άλλο, ένα δώρο στον πατέρα του, που τον αγαπούσε. Τελείωσε, και τα δυο δοχεία ήσαν γεμάτα, και τα κάλυψε και έκλεισε τη τη πόρτα  προσεκτικά, σιγουρεύοντας τον σύρτη.

Πίσω στο δωμάτιο του, είχε μόνο ένα λεπτό να βγάλει τα ρούχα του στο σκοτάδι και να πέσει στο κρεβάτι, καθώς άκουσε τον πατέρα του να σηκώνεται. Τράβηξε τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι του και προσπάθησε να ηρεμήσει την ανάσα του. Η πόρτα άνοιξε.

«Ρομπ!», ο πατέρας του είπε. «Πρέπει να ξεκινήσουμε γιέ μου, κι ας είναι Χριστούγεννα.»

«Ε-εντάξει» είχε αποκριθεί συσταγμένα.

Η πόρτα έκλεισε, και παρέμεινε ακίνητος, γελώντας μόνος του. Σε λίγα λεπτά ο πατέρας του θα ήξερε. Η καρδιά του σα να χόρευε μόνη της.

Τα λεπτά φαινόντουσαν ατελείωτα – δέκα, δεκαπέντε, ούτε που ήξερε πόσα – και άκουσε τα βήματα του πατέρα του ξανά. Η πόρτα άνοιξε μα αυτός έμεινε ακίνητος.

«Ρομπ!»

«Ναι, Μπαμπά…»

Ο πατέρας του γελούσε, ένα περίεργο λίγο σα λυγμός είδος γέλιου.

«Ώστε νόμιζες πως θα με κοροϊδέψεις, λοιπόν;» Ο πατέρας του στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του, ψάχνοντας τον, τραβώντας τα σκεπάσματα.

«Είναι για τα Χριστούγεννα, Μπαμπά!»

Βρέθηκαν, και τον άρπαξε στην αγκαλιά του. Ένιωσε τα χέρια του πατέρα του να τον σφίγγουν. Ήταν σκοτάδι, και δεν έβλεπαν το πρόσωπο ο ένας του άλλου.

«Γιε μου, σ’ ευχαριστώ. Κανείς δεν έκανε κάτι πιο όμορφο…»

«Ω, Μπαμπά, θέλω να ξέρεις … το θέλω να είμαι καλός!» Οι λέξεις βγήκαν μόνες τους. Δεν ήξερε τι να πει. Η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη.

Φόρεσε τα ρούχα του ξανά και κατέβηκε στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ω, τι Χριστούγεννα, και πως η καρδιά του γέμιζε ξανά με περηφάνια καθώς ο πατέρας του είπε στη μητέρα του και τα μικρά του αδέρφια άκουγαν, πως αυτός, ο Ρομπ, σηκώθηκε ολομόναχος.

«Το καλύτερο Χριστουγεννιάτικο δώρο που μου έκαναν ποτέ, και θα το θυμάμαι γιέ μου κάθε πρωϊνό των Χριστουγέννων, για όσο θα ζω.»

Τα θυμόντουσαν και οι δύο, και τώρα που ο πατέρας του είχε φύγει, το σκεφτόταν μόνος του: την αυγή εκείνη των Χριστουγέννων που, μόνος με τις αγελάδες στο στάβλο, είχε κάνει το πρώτο του δώρο αληθινής αγάπης.

Αυτά τα Χριστούγεννα, ήθελε να γράψει μια κάρτα στη γυναίκα του και να της πει πόσο την αγαπούσε. Είχε περάσει καιρός από τότε που της το είχε πει, αν και την αγαπούσε τώρα με τρόπο ιδιαίτερο, πολύ περισσότερο απ’ όσο την αγαπούσε σαν ήταν νεαροί. Ήταν τυχερός και τον αγαπούσε και αυτή. Και ναι, αυτή ήταν η πραγματική χαρά της ζωής, η ικανότητα της αγάπης. Η αγάπη που ήταν ακόμη ζωντανή μέσα του, ακόμη ήταν.

Και κατάλαβε ξαφνικά ότι ήταν ζωντανή γιατί πριν από πολύ καιρό γεννήθηκε, σαν έμαθε ότι ο πατέρας του τον αγαπούσε. Αυτό ήταν: μόνο η Αγάπη μπορούσε να ξυπνήσει την αγάπη. Και μπορούσε να δώσει το δώρο της ξανά και ξανά. Αυτό το όμορφο Χριστουγεννιάτικο πρωινό θα το δώριζε στη αγαπημένη γυναίκα του. Θα της το έγραφε σε ένα γράμμα, να το διαβάσει και να το κρατήσει για πάντα.

Κατέβηκε στο γραφείο του και ξεκίνησε το γράμμα αγάπης στη γυναίκα του:

«Μονάκριβη μου αγάπη …»