Παροιμίες και γνωμικά από τη Νιγηρία

(Λίγα λόγια λαϊκής σοφίας από τη μακρινή και πολύπαθη αφρικανική χώρα)

Νιγηρία ΠαροιμίαΟ λαός της Νιγηρίας έχει έναν όμορφο ορισμό για τις παροιμίες και τα γνωμικά. Λένε πως είναι «ένα άλογο που μπορεί να οδηγήσει κάποιον γρήγορα στην ανακάλυψη ιδεών».

Διαβάστε εδώ μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές παροιμίες και γνωμικά της όμορφης αφρικανικής χώρας:

  • Ο κυνηγός που βάζει μια κατσίκα για δόλωμα, δεν το κάνει για να πιάσει λαγό
  • Ο άνεμος λέει στα δέντρα τι χορό θα χορέψουν
  • Το σάπιο ξύλο δεν μπορεί να το σκαλίσει ούτε ο καλύτερος τεχνίτης
  • Χρειάζεται ολόκληρο χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί
  • Η ειρήνη και η αδικία είναι σαν τη μέρα και τη νύχτα: δεν μπορούν να μείνουν μαζί
  • Η τεμπελιά απλώνει το χαλί για να ξαπλώσει η πείνα
  • Στην κατσαρόλα. ακόμη και το πιο σοφό κοτόπουλο δείχνει ηλίθιο
  • Στο σπίτι που καταρρέει δεν γλιτώνει η σκεπή
  • Όταν παλεύουν οι ακρίδες, το κοράκι χαίρεται
  • Οι μονόφθαλμοι εξυμνούν τους θεούς μόνο σαν συναντούν τυφλούς
  • Όποιος ταξιδεύει σε μακρυνά μέρη, καλό θα ήταν να μην κάνει εχθρούς
  • Το υπομονετικό σκυλί τρώει το μεγαλύτερο κόκκαλο
  • Έως τα λιοντάρια μάθουν να γράφουν, τα παραμύθια θα εξυμνούν τους κυνηγούς

Λίγα λόγια για τη χώρα:

Κράτος της κεντροδυτικής Αφρικής, και μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Κόλπου της Γουινέας και έχει σχήμα ακανόνιστου τετραπλεύρου. Η Νιγηρία έχει έκταση 923.768 τ. χλμ. και κατέχει την 31η παγκόσμια θέση. Είναι περίπου 7 φορές μεγαλύτερη από την έκταση της Ελλάδας. Είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα της Αφρικής και η 10η στον κόσμο. Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η αγγλική. Λιγότεροι όμως από τους μισούς κατοίκους της χώρας τη χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους ομιλία.

Η Νιγηρία βρίσκεται στην τροπική ζώνη, σε μικρή απόσταση από τον Ισημερινό και έχει τροπικό κλίμα, με κύριο χαρακτηριστικό του τις υψηλές θερμοκρασίες, τις άφθονες βροχοπτώσεις και την απουσία εποχιακών θερμομετρικών μεταβολών.

 

Παραμύθι: Η Επιλογή του Καβαλάρη

Ένα παραμύθι για τη σοφία της ερήμου.

Συγγραφέας: Eli Meid

 

παραμύθι με καβαλάρηΜια φορά και έναν καιρό, τρία μικρόσωμα άλογα διέσχιζαν τη πανέμορφη μα τόσο αφιλόξενη για τους ανθρώπους Αραβική Έρημο.

Τo ένα είχε για αναβάτη καβαλάρη που, και μωρό που πρώτη φορά βγαίνεις από το παιδικό δωμάτιο να ήσουν, καταλάβαινες πως ήταν άνθρωπος αμαθής από ερήμους. Η στάση του σώματος, το συνεχές μουρμουρητό του, η ασταμάτητη προσπάθεια να δει μακριά μήπως και πλησίαζε η πολυπόθητη όαση, ακολουθούμενη από το γιομάτο απελπισία κατέβασμα των ώμων και το σιγανό ξεφύσημα, τον πρόδιδε. Πιο πολύ τον πρόδιδε βέβαια το κατακόκκινο χρώμα στο ξέσκεπο πρόσωπο του. Ακόμη και το άλογα του έδειχνε ανήσυχο, παρότι γέννημα – θρέμμα της ερήμου. Βλέπετε, τα ζωντανά πάντα νιώθουν το φόβο και τον εκνευρισμό.

Τα άλλα δύο άλογα κινούταν αργά κι αυτά, αλλά με πιότερη σιγουριά. Καβάλα είχαν δύο αναβάτες: έναν βεδουίνο και τη μικρή του κόρη. Πως ο βεδουίνος αυτός βρέθηκε παρέα με τον λευκό συνταξιδιώτη του είναι μια άλλη ιστορία. Ακόμη πιο όμορφη είναι η ιστορία του πως αποφάσισε να πάρει μαζί του, στο επικίνδυνο και ξαφνικό ταξίδι, τη κόρη του, που τα μάτια της ήταν πιο μαύρα κι από κάρβουνο. Μα τις ιστορίες αυτές ας τις διηγηθεί κάποιος άλλος. Γιατί η ιστορία που εμείς θα πούμε, ξεκίνησε τη πρώτη φορά που ο λευκός (αν και πιο σωστό θα ήταν να πει κανείς ο κατακόκκινος) αναβάτης, διαμαρτυρήθηκε ότι διψάει. Ο βεδουίνος του απάντησε μονολεκτικά «αργότερα» και συνέχισε το αργό του ταξίδι. Έτσι κι αλλιώς, ο μόνος ασκός με νερό βρισκόταν στη ράχη του δικού του αλόγου, δίπλα στο θυκαρισμένο γιαταγάνι του. Ο συνταξιδιώτης του, εκνευρισμένος μα ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε, ακολούθησε. Λίγη ώρα μετά, ξαναπροσπάθησε να ζητήσει νερό, μόνο για να εισπράξει την ίδια απάντηση. Δεκάδες φορές το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε. Ο λευκός δοκίμασε παρακάλια, απειλές, ταξίματα. Μα ο βεδουίνος ατάραχος δεν άλλαζε την απάντηση του. Μόνο όταν ο ήλιος ήταν πια χαμηλά και η ζέστη έπιασε να υποχωρεί ακούστηκε καθαρή η φωνή του: «ώρα να πιούμε και να ετοιμαστούμε για τη νύχτα».

Ο λευκός αναβάτης σχεδόν σωριάστηκε, μα ανακάθισε γρήγορα και με μάτια γιομάτα προσμονή περίμενε να δροσιστεί. Με ήρεμες κινήσεις ο βεδουίνος ξεκαβαλίκεψε, βοήθησε τη κόρη του να κατέβει και τη χάιδεψε στο μαντυλοφορεμένο κεφάλι στοργικά, ρωτώντας τη με τα μάτια εάν ήταν καλά. «Διψάω πατέρα» του είπε εκείνη. Ο βεδουίνος έγνεψε με κατανόηση, μα στράφηκε στα τρία άλογα. Χωρίς να δώσει σημασία στην ανυπομονησία του λευκού που είχε γίνει πρόδηλη, πήρε παράμερα τα άλογα ένα – ένα, τα ξεσέλωσε, τα χάιδεψε και τους ψιθύρισε λίγα λόγια. Με αργές κινήσεις έβγαλε μια μεγάλη ξύλινη κούπα και τη γέμισε με νερό. Τα μάτια του λευκού ταξιδιώτη γούρλωσαν από λαχτάρα. Μα η λαχτάρα έδωσε θέση σε θυμό, σαν είδε τον βεδουίνο να προσφέρει τη ξύλινη κούπα στο πρώτο άλογο. Ο θυμός του ξεχείλιζε όσο ο βεδουίνος ξαναγέμιζε τη κούπα και τη πρόσφερε και στα δύο άλλα άλογα, που τη δέχτηκαν χλιμιντρίζοντας απαλά, με ευγνωμοσύνη. Αποσβολωμένος είδε μετά τον βεδουίνο να βγάζει μια μικρή ασημένια κουπίτσα, σα μεγάλη δακτυλήθρα του φάνηκε, να της ρίχνει λίγες σταγόνες νερό και να πίνει. Ύστερα να τη γεμίζει για τη κόρη του, που τη στράγγιξε αδιαμαρτύρητα και τέλος να τη προσφέρει και σε αυτόν. Ήπιε με μια γουλιά και αμέσως απαίτησε «κι άλλο!». Ο βεδουίνος, σαν να μη τον άκουσε, ξαναγέμισε τη μικρή κούπα, πλησίασε τα άλογα και έριξε λίγες στάλες στο μέτωπο του καθενός. Ύστερα μάζεψε τις κούπες και έκατσε να ξαποστάσει.

«Είσαι τρελός άνθρωπε μου;» έσκουξε ο λευκός. «Δώσε μου κι άλλο νερό!»

Ο βεδουίνος ούτε που τον κοίταξε.

«Μα είναι δυνατόν να δίνεις πιότερο στα άλογα και όχι σε εμένα; Ούτε καν στο παιδί σου κακούργε; Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ;»

Στην αναφορά στη κόρη του ο βεδουίνος σήκωσε το βλέμμα. Η ματιά του άλλαξε από απαξίωση σε αγάπη, καθώς πλανήθηκε από τον συνταξιδιώτη στην αμίλητη παιδούλα.

«Ο δρόμος είναι μακρύς και τα νερό λίγο» είπε τονίζοντας τις λέξεις. «Αν δεν τα καταφέρουν τα άλογα, κανείς μας δεν θα τα καταφέρει. Και τώρα σιωπή – η νύχτα είναι μικρή και με το που χαράξει ξεκινάμε».

Ο Πιτσιρίκος και το Διαμάντι της Βασίλισσας

παραμύθι με διαμάντι

Ένα παραμυθάκι της Ανατολής

Συγγραφέας: Eli Meid

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας τρανός βασιλιάς δώρισε στην γυναίκα του ένα διαμάντι μοναδικής ομορφιάς και αξίας. Μα κάποια μέρα η βασίλισσα, περίλυπη, όρμησε στην αίθουσα του θρόνου και ανακοίνωσε πως το πανέμορφο δώρο του είχε εξαφανιστεί.

Είχε ψάξει παντού. Μα αμφιβολία δεν είχε καμία: μια και το διαμάντι δεν το έβγαζε σχεδόν ποτέ από τη βαρύτιμη θήκη του, τοποθετημένη πάντα στο σκαλιστό κομοδίνο της, πιθανότητα να είχε παραπέσει δεν υπήρχε. Κάποιος το είχε κλέψει!

Ο βασιλιάς εξοργίστηκε. Ξεστόμισε τρομερές απειλές για το τι θα συνέβαινε αν όποιος είχε πάρει το διαμάντι δεν το επέστρεφε αμέσως. Η ώρα περνούσε και παρά τις όποιες έρευνες, άκρη δεν έλεγε να βρεθεί. Και ο βασιλιάς ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του και μια τρομερή απόφαση πήρε και βροντοφώναξε. Όλοι οι αυλικοί που είχαν πρόσβαση στο δωμάτιο της βασίλισσας, θα βασανίζονταν το επόμενο πρωί, εάν το διαμάντι δεν βρισκόταν μέχρι τότε.

Το πρωί ήρθε και το διαμάντι δεν βρέθηκε. Στο προαύλιο του παλατιού, δυο ντουζίνες ψυχές μαζεύτηκαν από τους βλοσυρούς φρουρούς, στενάζοντας και βογκώντας, καθώς ξέραν ότι η οργή του βασιλιά θα έπεφτε πάνω τους. Γιατί αυτοί ήταν όλοι όσοι είχαν πρόσβαση στα διαμερίσματα της βασίλισσας. Τριγύρω, ένα πλήθος από αυλικούς που για καλή τους τύχη δεν είχαν πατήσει ποτέ πόδι στα βασιλικά διαμερίσματα, περίμεναν να δούν τι θα γίνει – λυπημένοι και ανακουφισμένοι ταυτόχρονα.

Ο θυμωμένος βασιλιάς εμφανίστηκε στο μπαλκόνι και φώναξε: «θα ομολογήσει ο κλέφτης ή θα γνωρίσετε όλοι μαζί το μαστίγιο του βασανιστή;»

Κανείς δεν μίλησε για λίγο. Ξάφνου, ένας πιτσιρίκος, βοηθός στη κουζίνα και γνωστός για την εξυπνάδα του, ξεχώρισε από το πλήθος που παρακολουθούσε και φώναξε: «Ω μεγάλε βασιλιά! Αν μου δώσεις μια ευκαιρία θα βρώ εγώ ποιός είναι ο κλέφτης, και δεν θα χύσει η μεγαλειότητα σου αθώο αίμα». Ο βασιλιάς απόρησε μα τον διέταξε να βρεί τον κλέφτη αμέσως, εάν μπορούσε. Αλλιώς, τον απείλησε, και το δικό του πετσί θα γνώριζε το μαστίγιο.

«Μεγάλε βασιλιά» ξαναφώναξε ο πιτσιρίκος. «Μια μαγική λέξη έχουμε στο χωριό μου, που σαν ξεστομιστεί, όποιος πρόσφατα έχει κλέψει κάτι πολύτιμο, θα βαφτούν τούφες από τα μαλλιά του κόκκινες σαν το αίμα. Μου επιτρέπεις να τη φωνάξω;»

«Εμπρός λοιπόν!» τον πρόσταξε ο βασιλιάς, που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.

 «Ανακαταμάτατα!» φώναξε ο πιτσιρίκος. Και λίγο μετά ξαναφώναξε, θριαμβευτικά: «και να ο κλέφτης» δείχνοντας μια γριά παραμάνα, πασίγνωστη για τη φιλαργυρία της.

«Με κοροϊδεύεις;» ρώτησε σαστισμένος ο βασιλιάς, πλησιάζοντας τη παραμάνα. «Πού είναι οι πορφυρές τούφες στα μαλλιά της, όπως μας είπες;»

«Ω βασιλιά μου, πορφυρές τούφες δεν έχει. Μα σαν φώναξα τη λέξη τη μαγική, ενώ οι υπόλοιποι κοίταξαν τα μαλλιά των τριγύρω τους, αυτή κοίταξε στην ασπίδα του φρουρού δίπλα της, για κόκκινες τρίχες στα δικά της…»

Ο βασιλίας κατάλαβε το έξυπνο κόλπο του πιτσιρίκου. Και πράγματι, στο δωμάτιο της γερο-παραμάνας, το κλεμένο διαμάντι βρέθηκε. Όσο για τον πιτσιρίκο, κέρδισε μια θέση συμβούλου στην αυλή του βασιλιά.

Εδώ το παραμυθάκι μας τελειώνει. Και ζήσαν αυτοί καλά, εκτός από τη γριά παραμάνα που γνώρισε τα μπουντρούμια του παλατιού.

Παραμύθι: Οι Τρεις Ερωτήσεις του Ευνούχου

παραμύθι από ινδία(Παραδοσιακό παραμυθάκι από την μακρινή Ινδία)

Στην αυλή ενός τρανού βασιλιά έγινε μεγάλος συμβουλάτορας ένας πιτσιρίκος, γνωστός σε όλη τη χώρα για την εξυπνάδα του. Μα κάποιοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον πιτσιρίκο και είχαν βαλθεί να τον ξαποστείλουν. Αυτός που περισσότερο δεν τον άντεχε ήταν ένας κακεντρεχής και ζηλιάρης, ευνούχος αυλικός. Ο αυλικός αυτός πάντα ήθελε να γίνει αυτός μεγάλος συμβουλάτορας. Μια μέρα που άκουσε το βασιλιά να παινεύει τον πιτσιρίκο θύμωσε. Πιάνει λοιπόν το βασιλιά και του λέει πως σιγά τη σοφία που κάποιος με τόσα λίγα χρόνια θα μπορούσε να έχει, και πως θα αποδείκνυε πως ο πιτσιρίκος δεν ήταν τόσο έξυπνος, κάνοντας του τρείς ερωτήσεις που δεν θα μπορούσε να απαντήσει. Ο βασιλιάς δέχτηκε την πρόκληση και κάλεσε τον πιστιρίκο στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού, για να του θέσει ο ευνούχος τις ερωτήσεις του.  Αυτές είναι οι ερωτήσεις μου, λέει τότε ο ευνούχος, και αν μπορείς μεγάλε συμβουλάτορα, απάντησε μου:

1. Πόσα αστέρια υπάρχουν στον ουρανό;

2. Πού είναι το κέντρο της Γης;

3. Πόσοι ακριβώς άνδρες και πόσες γυναίκες υπάρχουν στον κόσμο;

Ο πιτσιρίκος, προς μεγάλη έκπληξη του ευνούχου, δεν δίστασε καθόλου.

Για να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα, έτρεξε στο διπλανό αγρό και έφερε ένα μαλλιαρό πρόβατα. «Υπάρχουν τόσα αστέρια στον ουρανό, όσες ακριβώς τρίχες στο πρόβατο τούτο. Ο φίλος μου ο ευνούχος είναι ευπρόσδεκτος να μετρήσει και τα δύο, αν του αρέσει, και θα δει ότι έχω δίκιο».

Για να δώσει απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, ο πιτσιρίκος ζήτησε να του φέρουν μια χρυσή κούπα. Και αφού έκανε τάχα κάποιους υπολογισμούς, έστησε τη κούπα στο κέντρο της μεγάλης βασιλικής αίθουσας. «Αυτό είναι το κέντρο της Γης – ο φίλος μου ο ευνούχος μπορεί να μετρήσει μόνος του, και θα δει ότι έχω απόλυτο δίκιο».

«Θα απαντούσα και το τρίτο ερώτημα» συνέχισε ο πιτσιρίκος, «μα εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα». «Βλέπετε, στον κόσμο τούτο υπάρχουν κάποιοι αξιοσέβαστοι άνθρωποι, σαν το φίλο μου τον αυλικό, που δεν μπορούν εύκολα να ταξινομηθούν είτε ως άντρες είτε ως γυναίκες. Συνεπώς, εάν ο αξιότιμος ευνούχος μας δεν θεωρήσει ότι οι ερωτήσεις του έχουν απαντηθεί πλήρως και απολύτως, θα πρέπει να ζητήσω από τον μεγάλο μας άρχοντα να διατάξει τη σφαγή όλων των ευνούχων, ώστε με ακρίβεια να κάνω τους σχετικούς υπολογισμούς».

Φαντάζομαι ότι μαντέψατε πως ο ευνούχος δήλωσε πλήρως ικανοποιημένος από τις απαντήσεις του πάνσοφου μεγάλου συμβουλάτορα, και έτρεξε να κρυφτεί σπίτι του.

Παραμύθι: Η γριά κατσίκα που ξεγέλασε το λιοντάρι

παραμύθι με λιοντάρι

(Παραμυθάκι από την μαγική Ινδία)

Στα χρόνια τα παλιά, στην μακρινή ανατολή. μια κατσίκα ζούσε κοντά σε ένα πυκνό δάσος. Είχε γεράσει και αδυνατούσε να ακολουθεί συνέχεια το κοπάδι της. Πάντα έμενε πίσω και προχωρούσε μοναχή.

Μια μέρα, ο βοσκός που είχε βγάλει το κοπάδι για βοσκή, έγειρε στην σκιά ενός δέντρου για να ξαποστάσει. Εκεί όμως, τον πήρε ο ύπνος και καθώς ήταν κουρασμένος, ξύπνησε αργά το μεσημέρι. Όταν συνειδητοποίησε την ώρα που είχε περάσει, μάζεψε γρήγορα-γρήγορα τα κατσίκια του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μα η γριά κατσίκα, δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό κι έτσι την βρήκε το σκοτάδι μέσα στο δάσος. Μη ξέροντας προς τα που να πάει, αποφάσισε να βρει ένας ασφαλές μέρος για να περάσει το βράδυ της χωρίς να κινδυνεύσει από τα άγρια ζώα.

Όπως περπατούσε, αντίκρισε μια σπηλιά σε έναν βράχο που τον έκρυβε ένας λόφος. Κίνησε προς τα εκεί μα όταν έφτασε, ανακάλυψε πως ήταν η φωλιά ενός τεράστιου και άγριου λιονταριού. Τα έχασε και δεν ήξερε τι να κάνει. Αν γύριζε την πλάτη της προσπαθώντας να φύγει το λιοντάρι θα την ορμούσε στα σίγουρα και θα την έτρωγε. Τότε, αποφάσισε να ρισκάρει και να λειτουργήσει με πονηριά.

Το λιοντάρι από την άλλη, μόλις την είδε να μπαίνει στην φωλιά του, απόρησε για το θάρρος της. Κανένα άλλο ζώο δεν τολμούσε να πλησιάσει την σπηλιά. Όλα φοβόντουσαν το λιοντάρι. Έτσι, την ρώτησε απορημένος:

– Ποια είσαι εσύ που δεν με φοβάσαι και μπαίνεις με αυτό το θράσος στην σπηλιά μου;

Η κατσίκα μπορεί να ήταν γριά, μα ήταν και σοφή και ετοιμόλογη. Σχεδόν χωρίς δισταγμό του απαντά:

 – Είμαι η βασίλισσα των κατσικιών. Χρόνια ολόκληρα τώρα, εξουσιάζω τη φυλή μας. Επειδή όμως τα χρόνια περνάνε, πρέπει να πραγματοποιήσω την υπόσχεση που είχα δώσει την μέρα που με χρίσανε βασίλισσα.

– Και τι υπόσχεση είχες δώσει; την ρώτησε γεμάτο έκπληξη το λιοντάρι.

 – Όταν έγινα βασίλισσα, υποσχέθηκα ότι πριν πεθάνω πρέπει να φάω πενήντα τίγρεις, τριάντα ελέφαντες και δέκα λιοντάρια. Μέχρι τώρα έφαγα τις τίγρεις και τους ελέφαντες. Μόλις ξεκίνησα να ψάχνω για λιοντάρια κι ευτυχώς που βρήκα εσένα. Θα είσαι το πρώτο μου λιοντάρι!

Το λιοντάρι σαν άκουσε την υπόσχεση της κατσίκας τρομοκρατήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Καθώς έτρεχε, συνάντησε στον δρόμο ένα τσακάλι. Το τσακάλι τα έχασε που είδε το λιοντάρι τόσο φοβισμένο να τρέχει και το ρώτησε τι συμβαίνει. Μα σαν το λιοντάρι εξήγησε την ιστορία, το τσακάλι έβαλε τα γέλια.

– Χα,χα,χα…πρώτη μου φορά ακούω κάτι τέτοιο! Είμαι σίγουρος πως κάτι δεν πάει καλά εδώ. Πάμε να μου δείξεις αυτή τη βασίλισσα των κατσικιών και είμαι σίγουρο πως θα τη βρούμε την άκρη.

Το λιοντάρι και τσακάλι, επέστρεψαν μαζί στην σπηλιά, ενώ η κατσίκα βρισκόταν ακόμα εκεί. Με το που πέρασαν την σπηλιά και στάθηκαν απέναντί της, η κατσίκα ψύχραιμη, πλησίασε προς το μέρος τους και με αυστηρή φωνή αποκρίθηκε προς το τσακάλι.

– Τι πράγματα είναι αυτά τσακάλι; Εγώ σε διέταξα να ψάξεις και να μου φέρεις δέκα λιοντάρια κι εσύ μου φέρνεις μόνο ένα; Με απογοητεύεις. Θα με αναγκάσεις να φάω κι εσένα.

Το λιοντάρι, μόλις άκουσε τα λόγια της κατσίκας, πίστεψε ότι το τσακάλι τον κορόιδεψε και ότι τον οδήγησε σε παγίδα. θυμωμένο, όρμησε πάνω του να το κατασπαράξει. Και η γριά κατσίκα βρήκε την ευκαιρία, βγήκε από την σπηλιά κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορύσε.

Παραμύθι: Το Κοράκι και ο Κύκνος

Παραμύθι: Κύκνος και Κόρακας

(Ένα πανέμορφο παραμύθι από τη μαγική Ινδία)

Μια φορά κι έναν καιρό, στις πλαγιές ενός βουνού ζούσε ένας κόρακας. Μια μέρα, στη μέση του καλοκαιριού, σαν τα ρυάκια στις πλαγιές είχαν αρχίσει να στερεύουν, αποφάσισε να κατέβει στη μεγάλη λίμνη, εκεί που το νερό ήταν πάντα άφθονο και καθαρό. Πέταξε λοιπόν στις όχθες της λίμνης και άρχισε να πίνει για να σβύσει τη δίψα του. Μα ξαφνικά, με την άκρη του ματιού του είδε, για πρώτη φορά στη ζωή του, έναν κύκνο γεμάτο χάρη να αρμενίζει στην άλλη άκρη της λίμνης.

Ο κόρακας μαγεύτηκε. Ο κατάλευκος κύκνος του φάνηκε σας το πιο όμορφο πλάσμα της γης. Το χρώμα του, αυτό κυρίως, του φάνηκε σα βγαλμένο από τα παραμύθια. Και μέσα του ζήλεψε, και μίσησε το δικό του χρώμα. Μα μια σκέψη γεννήθηκε μέσα του. Αν βουτούσε στα νερά της λίμνης, ίσως και το δικό του χρώμα να γινόταν λευκό. Με τη σκέψη αυτή πήρε βαθιά ανάσα και βούτηξε στα νερά της μεγάλης λίμνης. Μη ξέροντας να κολυμπά όμως, ίσα που κατάφερε να ξαναβγεί μισοπνιγμένος στην όχθη. Μα σα κοίταξε τα μουσκεμένα φτερά του, ω τι απογοήτευση! Παρέμεναν μαύρα σα το κάρβουνο.

Η στεναχώρια τον κατέκλυσε. Μα κοιτώντας τον υπέροχο κύκνο που πλατσούριζε αντίκρυ, μια καινούργια σκέψη του έδωσε ελπίδα. Μα φυσικά! Ο κύκνος δεν έγινε λευκός σε μια μέρα. Έπρεπε να περάσει όσο περισσότερο χρόνο γινόταν μέσα στα νερά της λίμνης πριν τα κατάμαυρα φτερά του γινόντουσαν λευκά. Αποφασισμένος, άρπαξε ένα ξεροκλάδι με το ράμφος του για να τον βοηθήσει να επιπλεύσει και ξαναβούτηξε στη λίμνη. Το κλαδί έκανε τη δουλειά του και αυτή τη φορά έμεινε, με μικρή προσπάθεια, στην επιφάνεια. Μα η ώρα περνούσε και ο κόρακας άρχισε να κουράζεται. Άρχισε και να πεινάει, μα δεν μπορούσε να αφήσει το κλαδί γιατί, με τη κούραση που είχε, θα βυθιζόταν σα πέτρα. Και εκεί έμεινε για μέρες, αποκαμωμένος, νηστικός, μα με τη κρυφή ελπίδα πως, άμα κατάφερνε ποτέ να βρεί τρόπο να επιστρέψει στη στεριά, θα ήταν τώρα κατάλευκος και πανέμορφος σα τον κύκνο.

Παραμύθι: Βατράχια και Διαμάντια

παραμύθι με πριγκίπισσες(Ένα παλιό παραμύθι από την Κεντρική Ευρώπη)

Μιά φορά και έναν καιρό ήταν μια χήρα που είχε δύο κόρες. Η μεγαλύτερη ήταν ίδια σε χαρακτήρα και παρουσιαστικό με τη μητέρα της. Και ήταν, μάνα και κόρη, τόσο δυσάρεστες, πονηρές και ψωροπερήφανες, που κανείς δεν τις άντεχε.

Η νεότερη όμως θύμιζε τον πατέρα της, άνθρωπο ξακουστό για την ευγένεια, τη γλυκύτητα και τη ψυχραιμία του. Και ήταν και όμορφη σα τη πρώτη μέρα της άνοιξης. Μα η μάνα και η αδερφή της την κακομεταχειρίζονταν και της συμπεριφέρονταν σα να ήταν υπηρέτρια τους.

Ανάμεσα σε όλα όσα τη βάζαν να κάνει, αναγκάζαν το όμορφο κορίτσι να τρέχει κάθε μέρα στο μακρινό πηγάδι στη άλλη μεριά του χωριού και να κουβαλάει νερό για το σπίτι.  Μια μέρα, όπως ήταν σε αυτό το πηγάδι, ήρθε και στάθηκε δίπλα της μια φτωχή γυναίκα, η οποία τη παρακάλεσε να της δώσει λίγο νερό.

«Ω, μα με όλη την καρδιά μου, μητερούλα,» είπε το όμορφο κορίτσι και, αφήνοντας για λίγο τη βαριά κανάτα που κουβαλούσε, καθάρισε τη κούπα της και τη γέμισε με φρέσκο νερό για τη γυναίκα.

Η καλή γυναίκα, σαν είχε πιει, της είπε:

«Είσαι τόσο όμορφη μικρή μου, τόσο γλυκιά και με τόσο καλούς τρόπους, που θέλω να σου κάνω ένα δώρο για να σε βοηθήσω». «Γυναίκα απλή δεν είμαι» συνέχισε «μα νεράιδα από το μαγεμένο δάσος». «Και το δώρο μου θα είναι, κάθε κουβέντα που θα βγαίνει από το γλυκομίλητο σου στόμα, λουλούδι ή πολύτιμο περτάδι να γίνεται!».

Σαν το όμορφο κορίτσι γύρισε στο σπίτι, η μητέρα της την επέπληξε που κάθησε τόσο πολύ στο πηγάδι .

«Με συγχωρείτε, μητέρα», είπε ο φτωχό κορίτσι, «που δεν βιάστηκα περισσότερο».

Και λέγοντας αυτά τα λόγια νάσου και βγήκαν από το στόμα της δύο τριαντάφυλλα, δύο μαργαριτάρια, και δύο διαμάντια!

«Τι είναι αυτό που βλέπω;» είπε η μητέρα της, έκπληκτη. «Νομίζω ότι βλέπω μαργαριτάρια και διαμάντια να βγαίνουν από το στόμα του κοριτσιού! Πώς συμβαίνει αυτό, κορούλα μου;»

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε καλέσει έτσι το παιδί της!

Η μικρή της είπε την ιστορία του πηγαδιού και της Νεράιδας. Η άπληστη χήρα σκέφτηκε τότε να στείλει και την άλλη κόρη, και με λίγη τύχη να διπλασιάσει τα αμύθητα πλούτη που ήδη φανταζόταν να σωρεύονται γύρω της.

«Τρέξε αμέσως» της φώναξε. «Και άμα καμία φτωχή γυναίκα σου ζητήσει νερό, να τσακιστείς να της δώσεις!»

Η άσχημη κόρη, άμαθη να της μιλάει έτσι η μάνα της που την είχε αλλιώς στα όπα-όπα, ξεκίνησε για το πηγάδι μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας σε όλο το δρόμο.

Κάποια στιγμή έφτασε στο πηγάδι, έριξε το βαρύ κουβά, τον τράβηξε με χίλια ζόρια γεμάτο νερό, και γέμισε τη κανάτα της. Μόλις έπαιρνε να ξεκινήσει προς το σπίτι, όταν μια νεαρή και πλούσια γυναίκα τη πλησίασε και τη παρακάλεσε να γεμίσει την ασημένια κούπα της με λίγο νερό. «¨Άσε μας κι εσύ πριγκιπέσσα» της λέει το κακομαθημένο κορίτσι. «Έδώ είναι ο κουβάς. Γέμισε τον και βάλε και στη κουπίτσα σου την ασημένια!»

«Τώρα θα μάθεις να είσαι ευγενική, κακόγλωσσα» της λέει θυμωμένη η νεαρή γυναίκα που δεν ήταν άλλη από τη νεράιδα του μαγεμένου δάσους. «Βάτραχοι και φίδια θα βγαίνουν από το στόμα σου, από εδώ και μπρος!»

Μόλις είδε τη μεγαλύτερη κόρη της να πλησιάζει η μητέρα της έτρεξε να τη συναντήσει.

«Λοιπόν, κόρη;» της λέει.

«Τι λοιπόν, μάνα;» απαντά η κακόγλωσσα, και αμέσως ξεπηδούν από το στόμα της δύο οχιές και δυο βατράχια.

«Ω έλεος», φώναξε η μητέρα «τι είναι αυτό που βλέπω; Σίγουρα η μικρή φταίει που με κοροίδεψε, και τώρα συμφορά μεγάλη βρήκε το σπιτικό μου. Μα σα τη βρώ θα τη βράσω ζωντανή για το κακό που μας έκανε».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά η μικρή αδερφή τρόμαξε και έτρεξε να κρυφτεί στο δάσος.

Ο Βασιλιάς που έτυχε να περνάει από εκεί, είδε το όμορφο κορίτσι που έκλεγε μόνο στο δάσος. «Τι σου συμβαίνει όμορφη κόρη;» τη ρώτησε.

«Αλίμονο ευγενικέ Βασιλιά! Η μάνα μου με ψάχνει να με τιμωρήσει για κάτι που δεν έκανα» του λέει η μικρή, και πεντε-έξι μαργαριτάρια έπεσαν στα πόδια του.

«Μα τι θαύμα είναι αυτό;» φώναξε εκείνος. «Εμπρός, πες μου όλη την ιστορία σου!». Έτσι και έγινε, το κορίτσι του είπε την ιστορία και εκείνος την κοίταγε θαμπωμένος από την ομορφιά της, αλλά και τα πολύτιμα πετράδια που μαζεύονταν στα πόδια του.

Σα τελείωσε την ιστορία τη παρακάλεσε να τον ακολουθήσει στο παλάτι. Εκεί τη γνώρισε στο γιό του που την ερωτεύτηκε τρελά και λίγο καιρό μετά την έκανε γυναίκα του. Και έζησαν για πολλά χρόνια, πλούσιοι και ευτυχισμένοι.

Όσο για την αδελφή και τη μητέρα, κάποοι λένε πως ακόμη περιπλανιούνται στα δάση, με ένα πλήθος από φίδια και βατράχους να τις ακολουθούν.

Μύθος: Η Αλεπού και ο Κορυδαλλός

Μύθος του Αισώπου
(Μύθος του Αισώπου)

Παραμύθι μύθι μύθι,
το κουκί και το ρεβύθι
εμαλώνανε στη βρύση.
Πέρασε και η φακή
και τα βάζει φυλακή,
μα η φάβα της φωνάζει,
ρε φακήηη, για βγάλτα έξω,
μη σε νοιάζει, δεν πειράζει…

Μια φορά κι έναν καιρό μια αλεπού, που πεινούσε και δεν είχε τι να βάλει στο στόμα της, είδε από μακριά έναν κορυδαλλό να κρύβεται ανάμεσα σε μερικούς θάμνους.

«Σίγουρα εκεί έχει φτιάξει τη φωλιά του, σκέφτηκε η πεινασμένη αλεπού. Θα πλησιάσω σιγά – σιγά, χωρίς να με δει και θα τον αρπάξω στα νύχια μου. Βέβαια, θα τον κάνω όλο κι όλο μια μπουκιά αλλά, τι να γίνει; Με την πείνα που έχω, καλός είναι και ο κορυδαλλός».

Προχώρησε σιγά – σιγά, είδε σε λίγο τον κορυδαλλό στη φωλιά του κι έδωσε ένα σάλτο να τον αρπάξει. Μα ο κορυδαλλός, πιο γρήγορος, κατάφερε να της ξεφύγει και πέταξε πάνω από το κεφάλι της.

– Ε… γείτονα, καλημέρα! του είπε η αλεπού, ύστερα από το πάθημα της. Γιατί έφυγες; Άδικα τρόμαξες.

– Μπα; της είπε ο κορυδαλλός. Άδι κα τρόμαξα; Εσύ όρμησες στη φωλιά μου να με φας.

– Με παρεξήγησες γείτονα μου. Σκόνταψα σ’ ένα κλαδί κι έπεσα πάνω στη φωλιά σου. Έλα, μη φοβάσαι. Κατέβα να τα πούμε. Έχω μεγάλη όρεξη για κουβέντα. Έχω να σου πω αρκετά νέα.

– Ποια είναι λοιπόν τα νέα σου;

– Τα ‘μαθες; του είπε η αλεπού για να τον καταφέρει να κατεβεί. Άκουσα τον σπουργίτη να λέει ότι τραγουδάει καλύτερα από σένα…

– Μα ο σπουργίτης κυρ-αλεπού; Αν μου έλεγες κανένα άλλο πουλί, μπορεί και να σε πίστευα, μα ο σπουργίτης δεν τραγουδάει καθό λου. Μου λες ψέματα.

– Όχι, όχι, δε σου λέω ψέματα. Έχω και κάτι άλλο να σου πω…

– Σε ακούω…

– Καημένε μου, κατέβα κάτω να μιλήσουμε με την ησυχία μας, τι κά- νεις εκεί ψηλά; Δεν μπορώ να σε κοιτάζω, με πόνεσε ο λαιμός μου!

Μα ο κορυδαλλός δεν ήταν τόσο κουτός, όσο τον νόμιζε η αλεπού.

– Έλα εσύ εδώ πάνω, κυρα-γειτόνισσα να μιλήσουμε, της είπε. Γιατί να κατεβώ εγώ στη γη;

Η αλεπού κατάλαβε ότι ο κορυδαλλός ήταν έξυπνος και δε θα κατάφερνε να τον φάει. Έτσι, έβαλε την ουρά στα σκέλια της και απομα- κρύνθηκε, ενώ έτρεχαν τα σάλια της από την πείνα και της πονούσε το στομάχι. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο κορυδαλλός την κορόιδευε από ψηλά. Έκανε συνέχεια βόλτες από πάνω της και τραγουδούσε, μα εκείνη έκανε πως δεν τον έβλεπε και δεν τον άκουγε…

Αφρικανικό Παραμύθι: Το Τετραπέρατο Τσακάλι

παραμύθι με ζώα(Παραμυθάκι από τις ζεστές χώρες τις Κεντρικής Αφρικής)

Μια ζεστή αφρικανική μέρα, πριν από πολύ-πολύ καιρό, ένα τσακάλι ταξίδευε μέσα από ένα στενό, βραχώδες πέρασμα. Όπως έκανε πάντα, είχε τη μουσούδα του στο έδαφος, έτοιμο να εντοπίσει κάθε ενδιαφέρουσα μυρωδιά. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα προκύψει το επόμενο γεύμα μου», σκεφτόταν. Ήταν βέβαια εξαιρετικά απίθανο να βρει κάτι πραγματικά νόστιμο μέσα στη ζέστη του μεσημέριου. Αλλά ίσως θα μπορούσε να πιάσει καμιά σαύρα ή κανένα φιδάκι.

Ξαφνικά ένιωσε μια παρουσία κοντά του. «Ωχ όχι!» σκέφτηκε και κοκάλωσε στη θέση του. Από μια στροφή του περάσματος, ένα μεγάλο λιοντάρι ερχόταν προς το μέρος του. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ κοντά για να καταφέρει να ξεφύγει και γέμισε με φόβο. Γιατί τα λιοντάρια ποτέ δεν συμπάθησαν τα παμπόνηρα τσακάλια, που αμέτρητες φορές τα είχαν ξεγελάσει. Ήταν σίγουρο ότι το λιοντάρι θα εκμεταλευόταν την ευκαιρία που το στενό πέρασμα του έδινε, για να πάρει την εκδίκησή του. Μα το τετραπέρατο τσακάλι, αν και έτρεμε από τον φόβο του,  σκέφτηκε ένα σχέδιο.

«Βοήθεια! Βοήθεια!» φώναξε ξαφνικά. Το μεγαλοπρεπές λοντάρι σταμάτησε απότομα από έκπληξη, καθώς δεν είχε καταλάβει τη παρουσία του ακόμη. «Βοήθεια!» ξαναφώναξε το τσακάλι, χρησιμοποιώντας όλο το φόβο που ένιωθε μέσα στο στήθος του για να τονίσει την κραυγή του. «Ω, μεγάλε βασιλιά των ζώων –  Βοήθεια! Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο! Βλέπεις εκείνο το μεγάλο βράχο που κρέμεται από πάνω μας; Είναι έτοιμος να πέσει! Και θα μας συνθλίψει και τους δυο, στο πέρασμα τούτο. Ω, ισχυρό λιοντάρι, κάντε κάτι! Σώσε μας!». Το λιοντάρι κοίταξε ψηλά, ανήσυχο. Πριν προλάβει καν να καταλάβει τι γίνεται, το τσακάλι το παρακαλούσε να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να εμποδίσει το προεξέχοντα βράχο να κυλήσει και να τους πλακώσει. Έτσι, πριν το καλοσκεφθεί, βρέθηκε να σπρώχνει με το ρωμαλέο ώμο του το βράχο, για να τον στηρίξει. «Ω, σας ευχαριστώ, μεγάλε βασιλιά!» έπιασε τις γλύκες το τσακάλι. «Εγώ θα φέρω γρήγορα κάποιον κορμό, ή ό,τι άλλο βρω τριγύρω, και θα το βάλουμε να στηρίξει το βράχο και θα έχουμε σωθεί και οι δύο!» Και με μικρές υποκλίσεις οπισθοχώρησε, ώσπου χάθηκε μακριά.

Το λιοντάρι έμεινε ολομόναχο, να σπρώχνει αναίτια τον τεράστιο και -φυσικά- ακίνητο βράχο. Πόσο καιρό έμεινε εκεί, πριν κατάλαβε ότι ήταν άλλο ένα τέχνασμα, δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά σίγουρο είναι πως η πονηριά είχε σώσει για μια ακόμη φορά το τσακάλι.

Παραμύθι: Χάνσελ και Γκρέτελ

Γκριμ Χάντσελ Γκρέτλ(Το διάσημο παραμύθι των αδελφών Γκριμ)

Στις παρυφές ενός δάσους ζούσε ένας ξυλοκόπος που ήταν τόσο φτωχός, που με δυσκολία εξασφάλιζε κάθε μέρα λίγο ψωμί για τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά, τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ.

Κάποια μέρα δεν είχε ούτε αυτό το λίγο ψωμί για την οικογένεια του. Καθώς ξάπλωσε το βράδυ στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του, αλλά λύση δεν έβρισκε στο πρόβλημα του.

Τότε του μίλησε η γυναίκα του και του είπε: «Άκουσέ με άνδρα μου, αύριο το πρωί πάρε τα παιδιά, δώσε τους ένα κομμάτι ψωμί και μετά οδήγησέ τα στο δάσος. Όταν φτάσεις βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί που είναι πυκνό και δύσβατο, άναψε μία φωτιά, άφησέ τα μόνα τους και φύγε. Δεν έχουμε πια τους πόρους για να τα συντηρήσουμε».

«Όχι γυναίκα μου» απάντησε ο άνδρας, «να αφήσω τα ίδια μου, τα καλά μου τα παιδιά στο δάσος; Σύντομα θα τα φάνε τα άγρια ζώα». «Λοιπόν αν δεν συμφωνείς», απάντησε η γυναίκα, «τότε θα πρέπει να πεθάνουμε όλοι μαζί από την πείνα» και συνέχισε να επιμένει μέχρι ο άνδρας συμφώνησε τελικά.

Τα παιδιά δεν μπορούσαν να κοιμηθούν από την πείνα και έτσι άκουσαν τον διάλογο των γονιών τους. Η Γκρέτελ θεώρησε ότι αυτό θα είναι το τέλος τους και άρχισε να κλαίει με λυγμούς, αλλά ο Χάνσελ την παρηγορούσε λέγοντας:
«Σταματά Γκρέτελ, μη φοβάσαι, εγώ θα μας βοηθήσω». Μετά σηκώθηκε από το κρεβάτι, έβαλε την ποδίτσα του, άνοιξε σιγά-σιγά την εξώπορτα και βγήκε έξω. Κάτω από το φως του φεγγαριού παρατήρησε χαλικάκια να γυαλίζουν στην αυλή. Ο Χάνσελ μάζεψε όσα μπορούσε και τα έβαλε στην τσέπη της ποδιάς του.
«Ηρέμησε Γκρέτελ, κοιμήσου ήρεμα, όλα θα πάνε καλά» είπε στην αδερφή του και ξάπλωσε και αυτός στο κρεβάτι για να κοιμηθεί.

Την άλλη μέρα το πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, ήρθε η μητέρα και ξύπνησε τα παιδιά.
«Ξυπνήστε παιδιά, θα πάμε στο δάσος, πάρτε από λίγο ψωμί αλλά μη το φάτε τώρα, κρατήστε το για το μεσημέρι». Η Γκρέτελ πήρε το ψωμί και το έβαλε κάτω από την ποδιά της, καθώς ο Χάνσελ είχε τις τσέπες του γεμάτες με χαλίκια. Μετά ξεκίνησαν όλοι μαζί για το δάσος. Καθώς προχώρησαν λίγο, ο Χάνσελ κοντοστάθηκε και κοίταξε προς το σπίτι. Σταματούσε και αναζητούσε το σπίτι με τα μάτια του ξανά και ξανά.

Ο πατέρας τον μάλωσε:
«Χάνσελ γιατί σταματάς συνεχώς, συγκεντρώσου στο δρόμο και προχώρα».
«Αμάν πατέρα! Κοίταγα το άσπρο γατάκι που ανέβηκε στη σκεπή και θέλει να με αποχαιρετήσει».
«Χαζούλη δεν είναι το άσπρο γατάκι» του απάντησε η μητέρα του αλλά ο ήλιος που έχει ανατείλει και φαίνεται πάνω από την καμινάδα. Ο Χάνσελ φυσικά δεν κοιτούσε για το γατάκι, αλλά πετούσε κάθε τόσο ένα από τα άσπρα χαλίκια που είχε στις τσέπες του. Σαν φτάσανε βαθιά μέσα στο δάσος, τους λέει ο πατέρας:
«Παιδιά μαζέψτε ξύλα, θα σας ανάψω μια φωτιά για να μη κρυώνετε». Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ μάζεψαν πολλά ξύλα μέχρι που σχηματίστηκε μία μεγάλη στοίβα. Μετά άναψαν τα ξύλα και όταν η φωτιά είχε δυναμώσει για τα καλά, τους λέει η μητέρα:
«Τώρα ξαπλώστε στη φωτιά, εμείς θα συνεχίσουμε στο δάσος για να κόψουμε ξύλα. Να μας περιμένετε να έρθουμε να σας πάρουμε».

Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ κάθισαν στη φωτιά, μέχρι το μεσημέρι. Τότε φάγανε το λίγο ψωμάκι που τους αναλογούσε. Πίστευαν ότι ο πατέρας έκοβε ακόμη ξύλα, καθώς άκουγαν χτύπους από το τσεκούρι
του. Όμως δεν ήταν το τσεκούρι που έκανε το θόρυβο αλλά ένα κλαδί που ο πατέρας είχε δέσει σε ένα δέντρο και το οποίο παρέσυρε ο αέρας και το χτυπούσε πέρα δώθε. Στη συνέχεια περίμεναν μέχρι το βράδυ, αλλά ο πατέρας και η μητέρα δεν φάνηκαν και κανείς δεν ήρθε να τους πάρει. Όταν νύχτωσε για τα καλά, η Γκρέτελ άρχισε να κλαίει, αλλά ο Χάνσελ την παρηγορούσε:
«Περίμενε να βγει το φεγγάρι».

Όταν βγήκε το φεγγάρι την πήρε από το χέρι και ακολούθησαν τα χαλίκια τα οποία γυάλιζαν με το φως του φεγγαριού και τους έδειχναν το δρόμο για το σπίτι. Έτσι περπατούσαν όλη τη νύχτα και καθώς ξημέρωσε φτάσανε στο σπίτι του πατέρα τους. Ο πατέρας τους χάρηκε πολύ μόλις είδε τα παιδιά του καθώς είχε λυπηθεί που τα άφησε μόνα. Η μητέρα έκανε και αυτή ότι χάρηκε, αλλά στα κρυφά είχε θυμώσει. Μετά από λίγο καιρό, πάλι δεν υπήρχε ψωμί στο σπίτι και ο Χάνσελ και η Γκρέτελ άκουσαν το βράδυ την μητέρα τους να λέει στον πατέρα:

«Την προηγούμενη φορά τα παιδιά βρήκαν το δρόμο για το σπίτι, και εγώ δεν είπα κουβέντα, αλλά τώρα δεν έχει μείνει παρά μισή φραντζόλα ψωμί στο σπίτι. Αύριο πρέπει να οδηγήσεις τα παιδιά πιο βαθιά στο δάσος ώστε να μη μπορούν να βρουν το δρόμο για το σπίτι, αλλιώς κανείς δεν θα μπορέσει να μας σώσει».

Του άντρα του φαινόταν πολύ δύσκολο και σκεφτόταν ότι θα είναι καλύτερα να μοιραστεί και την τελευταία μπουκιά με τα παιδιά του. Καθώς όμως τα είχε οδηγήσει ξανά στο δάσος, αισθάνθηκε ότι ούτε τώρα μπορούσε να αρνηθεί. Τα παιδιά άκουσαν και πάλι τη συζήτηση των γονιών τους. Έτσι ο Χάνσελ σηκώθηκε για να μαζέψει χαλίκια, αλλά μόλις έφτασε στην πόρτα την βρήκε κλειδωμένη, καθώς η μητέρα τους την είχε κλειδώσει.

Ο Χάνσελ παρηγορούσε την Γκρέτελ:
«Κοιμήσου αδερφούλα μου και ο καλός Θεούλης θα μας βοηθήσει». Το πρωί οι γονείς έδωσαν από ένα κομμάτι ψωμί στα παιδιά, μικρότερο και από το κομμάτι που τους έδωσαν την προηγούμενη φορά και ξεκίνησαν να πάνε στο δάσος. Στο δρόμο ο Χάνσελ έτριβε το ψωμί και το έκανε ψίχουλα. Κάθε τόσο σταματούσε και πετούσε ένα ψίχουλο.
«Γιατί σταματάς συνέχεια και κοιτάς» τον ρώτησε αυστηρά ο πατέρας «συγκεντρώσου στο δρόμο σου».
«Α, κοιτάω για το περιστέρι το οποίο κάθεται στη σκεπή και θέλει να με αποχαιρετήσει».
«Χαζούλη, δεν είναι το περιστέρι αλλά ο ήλιος ο οποίος έχει ανατείλει και φαίνεται πάνω από την καμινάδα».
Αλλά ο Χάνσελ έκανε ψίχουλα όλο του το ψωμί και το πέταξε στο μονοπάτι. Η μητέρα τους οδήγησε βαθύτερα στο δάσος, όπου δεν είχαν βρεθεί ποτέ άλλοτε. Πάλι άναψαν μια μεγάλη φωτιά και οι γονείς είπαν στα παιδιά να καθίσουν και να κοιμηθούν και το απόγευμα θα ερχόταν τους να τους πάρουν. Προς το μεσημέρι η Γκρέτελ μοιράστηκε το ψωμί της με τον Χάνσελ, καθώς ο αδερφός της είχε σκορπί-σει το δικό του ψωμί στο μονοπάτι. Πέρασε το μεσημέρι, πέρασε και το απόγευμα αλλά κανείς δεν πήγε να πάρει τα παιδιά. Ο Χάνσελ παρηγορούσε την Γκρέτελ και της έλεγε:
«Περίμενε να βγει το φεγγάρι ώστε να μπορώ να δω τα ψίχουλα που έχω σκορπίσει στο δρόμο, θα τα ακολουθήσουμε και θα πάμε στο σπίτι μας».
Όταν όμως βγήκε το φεγγάρι ο Χάνσελ δεν μπόρεσε να βρει τα ψίχουλα, καθώς τα πουλιά του δάσους τα είχαν ήδη φάει. Ο Χάνσελ δεν έχασε το θάρρος του και είπε στην Γκρέτελ ότι θα έβρισκε μόνος του το δρόμο για να βγουν από το δάσος. Όμως πολύ γρήγορα χάθηκαν και περπάτησαν όλη τη νύχτα και όλη τη μέρα μέχρι που αποκοιμήθηκαν από την κούραση.

Μετά περπάτησαν άλλη μία μέρα αλλά δεν κατάφεραν να βγουν από το δάσος. Τα παιδιά ήταν πολύ πεινασμένα καθώς δεν είχαν τίποτε άλλο να φάνε παρά μόνο μερικές άγριες φράουλες που βρήκανε στο δρόμο τους. Αφού περπάτησαν την επόμενη μέρα μέχρι το μεσημέρι, φτάσανε σε ένα σπίτι το οποίο ήταν κατασκευασμένο ολόκληρο από ψωμί, ενώ είχε επικάλυψη από γλυκά και τα παράθυρα ήταν από άσπρη ζάχαρη.
«Εκεί θα σταθούμε και θα φάμε μέχρι να χορτάσουμε» είπε ο Χάνσελ «εγώ θα ξεκινήσω από την σκεπή, εσύ ξεκίνα να τρως από το παράθυρο, που είναι γλυκό και θα σου αρέσει».

Μόλις άρχισε η Γκρέτελ να τρώει από τη ζάχαρη, άκουσε μία φωνή από μέσα να λέει:
«Κρίτσι- κρίτσι- κριτσινάκι, ποιός μασουλάει το σπιτάκι;»
Τα παιδιά απάντησαν:
«Κανείς κυρά, κανείς κυρά, είμαι ο αέρας που φυσά!»

Και συνέχισαν να τρώνε. Η Γκρέτελ έσπασε και έβγαλε ένα στρόγγυλο τζάμι από το παράθυρο ενώ ο Χάνσελ έκοψε ένα τεράστιο κομμάτι γλυκό από την σκεπή. Τότε άνοιξε η πόρτα και μια γριά βγήκε από το σπίτι. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ τρόμαξαν τόσο πολύ που ότι κρατούσαν τους έπεσε από τα χέρια.
Η γριά όμως κούνησε το κεφάλι της και είπε:
«Καλά μου παιδιά ελάτε μέσα μαζί μου!» και πήρε τα παιδιά από το χέρι και τα έβαλε στο σπιτάκι. Μέσα τους ετοίμασε καλό φαγητό. Γάλα και τηγανίτες με ζάχαρη, μήλα και φουντούκια και μετά τους ετοίμασε και δύο ωραία κρεβατάκια. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ξάπλωσαν και νόμιζαν ότι έφτασαν στον παράδεισο.
Η γριά όμως ήταν μια κακιά μάγισσα η οποία παγίδευε τα μικρά παιδάκια. Για να καταφέρει να τα πιάσει είχε φτιάξει το σπιτάκι με τα ζαχαρωτά. Όποτε κάποιο παιδάκι πήγαινε στο σπιτάκι, η μάγισσα το έπιανε, το μαγείρευε, το έτρωγε και έκανε μεγάλη γιορτή. Έτσι ήταν πολύ χαρούμενη που ο Χάνσελ και η Γκρέτελ έφτασαν στο σπιτάκι της. Το πρωί, πριν ακόμη ξυπνήσουν τα παιδιά, η μάγισσα σηκώθηκε και πήγε στα κρεβατάκια τους μουρμουρίζοντας όλο χαρά: «Ωραίο μεζεδάκι θα έχω!».

Μετά άρπαξε τον Χάνσελ και τον έβαλε σε ένα μικρό κλουβί. Μόλις ξύπνησε ο Χάνσελ είδε ότι είχε γύρω-γύρω κάγκελα και δεν είχε χώρο παρά για να κάνει λίγα βήματα. Την Γκρέτελ όμως την σκούντησε για να την ξυπνήσει και της φώναζε:
«Σήκω τεμπέλα, φέρε νερό και πήγαινε στη κουζίνα για να μαγειρέψεις κάτι καλό. Στο κλουβί είναι ο αδερφός σου, τον οποίο θέλω πρώτα να παχύνω και μόλις είναι αρκετά παχύς θα τον φάω.
Για αυτό θα πρέπει τώρα να τον ταΐζεις».

Η Γκρέτελ τρόμαξε και έκλαιγε, αλλά ήταν αναγκασμένη να κάνει ό, τι έλεγε η γριά. Η μάγισσα έδινε στον Χάνσελ τα καλύτερα φαγητά ενώ στη Γκρέτελ έδινε μόνο τσόφλια καβουριών. Κάθε μέρα πήγαινε στο κλουβί και έλεγε:
«Χάνσελ βγάλε το δάχτυλο σου για να δω αν είσαι αρκετά παχύς.»
Ο Χάνσελ όμως έβγαζε πάντα ένα κοκαλάκι και η μάγισσα αναρωτιόταν πως γίνεται και δεν πάχαινε καθόλου.
Μετά από τέσσερις εβδομάδες οι μάγισσα λέει στη Γκρέτελ:
«Πήγαινε και φέρε νερό γρήγορα, είτε είναι παχύς ο αδερφός σου είτε όχι, ήρθε η ώρα να τον φάω. Θα ζυμώσω ταυτόχρονα ώστε μαζί με τον αδερφό σου να ψήσουμε και πίτα».
Η Γκρέτελ ήταν πολύ λυπημένη και πήγε να φέρει το νερό στο οποίο θα έβραζε ο αδερφός της. Πολύ πρωί την άλλη μέρα η μάγισσα ξύπνησε τη Γκρέτελ και την έβαλε να ανάψει τη φωτιά και να κρεμάσει την κατσαρόλα με το νερό.

«Πρόσεχε», είπε η μάγισσα, «θέλω να ανάψω φωτιά στον φούρνο για να ψήσω το ψωμί».
Η Γκρέτελ καθόταν στην κουζίνα και έκλαιγε με πικρά δάκρυα. Σκεφτόταν ότι θα ήταν καλύτερα να τους έτρωγαν τα άγρια θηρία στο δάσος και να πέθαιναν μαζί με Χάνσελ, παρά να ετοιμάζει τώρα το νερό για να μαγειρέψουν τον ίδιο της τον αδερφό.
«Θεούλη μου, βοήθησε μας τα καημένα να ξεφύγουμε!» προσευχήθηκε.
Τότε φώναξε η γριά:
«Γκρέτελ, έλα εδώ στο φούρνο», και καθώς έφτασε η Γκρέτελ της είπε: «κοίτα μέσα αν το ψωμί έχει αρχίσει να παίρνει χρώμα, τα μάτια μου είναι αδύναμα και δεν μπορώ να δω τόσο μακριά. Αν και εσύ δεν μπορείς να δεις τόσο μακριά θα σε βάλω πάνω στο φτυάρι και θα σε σπρώξω μέσα στο φούρνο για να δεις από κοντά».

Η κακιά μάγισσα είχε σκοπό μόλις η Γκρέτελ μπει μέσα στον φούρνο να τον κλείσει ώστε να ψηθεί μαζί με το ψωμί και τελικά να φάει και αυτήν μαζί με τον αδερφό της. Ο Θεός όμως φώτισε την Γκρέτελ και το κοριτσάκι απάντησε:
«Δεν καταλαβαίνω με ποιον τρόπο θα πρέπει να καθίσω πάνω στο φτυάρι, καλύτερα να ανεβείς πρώτα εσύ και να μου δείξεις».

παραμύθια - βιβλίο και ρόδο

Όταν η γριά κάθισε στο φτυάρι και καθώς ήταν ελαφριά, η Γκρέτελ την έσπρωξε με το φτυάρι όσο πιο βαθιά μπορούσε μέσα στον φούρνο και έκλεισε γρήγορα-γρήγορα την πόρτα και την ασφάλισε.
Τότε η γριά άρχισε να φωνάζει και να παραπονιέται αλλά η Γκρέτελ το έβαλε στα πόδια για να μη την ακούει και τελικά η μάγισσα κάηκε. Τότε πήγε η Γκρέτελ στον Χάνσελ και άνοιξε την πόρτα του κλουβιού, φωνάζοντάς του γεμάτη χαρά:
«Βγες έξω Χάνσελ, ελευθερωθήκαμε!».
Τα παιδιά αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και έκλαιγαν από χαρά.
Όλο το σπίτι της μάγισσας ήταν γεμάτο με μαργαριτάρια, διαμάντια και άλλες πολύτιμες πέτρες. Τα παιδιά γέμισαν τις τσέπες τους και έφυγαν ψάχνοντας να βρούνε το δρόμο για το σπίτι τους. Τελικά έφτασαν σε ένα ποτάμι με πολύ νερό και δεν ήξεραν πως να το περάσουν. Τότε η αδερφούλα είδε ένα άσπρο παπάκι να κολυμπάει πέρα-δώθε και του φώναξε:
«Αχ καλό μου παπάκι, πάρε μας στην πλάτη σου».
Όταν την άκουσε το παπάκι πήγε και την πέρασε στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Αμέσως μετά πέρασε και τον αδερφό της.

Μετά από αυτό βρήκανε τον δρόμο για το σπίτι τους. Μόλις είδε τα παιδάκια ο πατέρας, χάρηκε πάρα πολύ. Δεν είχε περάσει μέρα που να είναι χαρούμενος όσο έλειπαν τα παιδιά. Η μητέρα όμως είχε πεθάνει. Χάρη στους θησαυρούς που έφεραν μαζί τους τα παιδιά, δεν χρειάστηκε ποτέ πια να πεινάσουν.