Παραμύθι – H Ανθούσα, η Ξανθούσα, η Χρυσομαλλούσα

Einstein(Παραλλαγή της Ραπουνζέλ από τη Κεντρική Ελλάδα)

Έναν καιρό κι ένα ζαμάνι ήτανε μια γριά. Η κακότυχη εφτά χρόνια πεθυμούσε τη φακή και δε μπορούσε να την πετύχει. Όταν έβρισκε τη φακή, δεν είχε κρομύδι, όταν έβρισκε κρομύδι, δεν είχε λάδι, όταν έβρισκε λάδι, δεν είχε νερό. Για τούτο κακιωνόταν κι έλεγε: «Αχ! και δα πια! βουλήθηκε ο φτωχός να παντρευτεί, χάθηκαν τα νταούλια». Κατόπι πια τα ήβρε όλα. Πήρε μια μέρα τον τέντζερη και πήγε και τον έστησε μες στη μέση στη ρεματιά. Πάει του βασιλιά ο γιος να ποτίσει το άλογο του. Σαν είδε το άλογο τον τέντζερη, ξιπάστηκε και δεν έπινε. Μανιώθηκε εκείνος, έδωσε τον τέντζερη μια προποδιά και τον έχυσε. Σαν τον είδε η πολλά καμένη μπάμπω, τον καταρίστηκε και του είπε: «Αχ πια! έτσι που πεθυμούσα εγώ εφτά χρόνια τη φακή, έτσι κι εσύ να πεθυμάς την Ανθούσα, την ξανθούσα και τη μακρομαλλούσα».

Μόλις τ’ άκουσεν αυτό ο του βασιλιά ο γιος, πήρε τα χωριά με την αράδα κι έτρεχε και γύρευε την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη μακρομαλλούσα. Τρεις μήνες έτρεξε, δεν την ήβρε. Από τους τρεις κι ύστερα πήγε σ’ ένα χωριό και ρωτάει: «Μη λάχει και βρίσκεται δωπέρα η Ανθούσα, η ξανθούσα, η μακρομαλλούσα;» «Δωπέρα κάθεται», του είπαν. «Πού είναι το σπίτι της; Να με πάτε κει πέρα». Τον πήρανε, τον πήγανε. Κει που πήγε, κοιτάζει το σπίτι, σκάλα δεν είχε. Από που ν’ ανέβει; Κει κοντά είδεν ένα δέντρο κι ανέβηκε απάνω και κοίταζε γύρω. Καθώς κοίταζε γύρω, έρχεται μια δράκαινα’ πήγε από κάτω στο σπίτι και φώναξε: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε ένα όμορφο κορίτσι, έριξε τα μαλλιά του κι ανέβηκε πάνω η δράκαινα. Σε λίγο πήγε κι ο αδερφός της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε πάλι από το παραθύρι η Ανθούσα, έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε κι ο αδερφός της. Έφαγαν, ήπιαν κι έπειτα κατέβηκαν η μάνα της κι ο αδερφός της. Του βασιλιά ο γιος, σαν είδε που φύγανε, κατεβαίνει από το δέντρο, πάει κοντά στο σπίτι και φωνάζει:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανεβώ να κατέβω.

Σαν το άκουσεν αυτή, πάλι έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε απάνω του βασιλιά ο γιος. Άμα ανέβηκε, της είπε που ήθελε να την πάρει γυναίκα. Κι εκείνη του είπε: «Εγώ σε παίρνω. Μα τώρα που να σε κρύψω; Μη λάχει κι έρθει η μάνα μου και σε βρει εδωπέρα, γιατί θα σε φάει». Τον τυλίγει μες στο πάπλωμα και τον βάζει μες στο σεντούκι. Σφουγγάρισε κιόλα να μη μυρίζει ανθρωπίλα το σπίτι. Σαν βράδιασε, πήγε η μάνα της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Έριξε τα μαλλιά της, ανέβηκε απάνω, άρχισε να μυρίζεται και να λέει: «Ανθρωπιάς μυρίζει». Της λέει η θυγατέρα της: «θα έφαγες κανέναν και για κείνον σου μυρίζει».

Το πρωί, μόλις έφυγεν η μάνα της, τον έβγαλε από μέσα απ’ το σεντούκι. Έπειτα τα μιλήσανε οι δύο να φύγουν. Μα σε κείνο το σπίτι όλα μιλούσανε. Για να μη το πούνε που φύγανε, πιάσανε και τα δέσανε όλα το στόμα τους κι ύστερα φύγανε. Μόλις φύγανε, πήγε η γριά η δράκαινα στο σπίτι. Φωνάζει, ξαναφωνάζει: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Κανένας δεν αποκρίνεται. Σαν είδε που δε φάνηκε, σκαρφάλωσε κι ανέβηκε απάνω. Ξαναφωνάζει πάλι:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, που είσαι;

Όλα είχαν δεμένο το στόμα τους και δεν αποκρίθηκαν. Μόνο το γουδί αστόχησαν να δέσουν το στόμα του κι από κει στην κώχη που καθότανε αποκρίθηκε και είπε: «Χτες ήρθε του βασιλιά ο γιος και τον έκρυψε και τώρα φύγανε μαζί». Σαν το άκουσε αυτό η δράκαινα, θε να τρελλαθεί. Είχε μες στο στάβλο μίαν αρκούδα, πάει την παίρνει, ανεβαίνει απάνω και απολιέται καταπόδι τους. Πήγε, πήγε δρόμο πολύν, τους έφτασε. Το κορίτσι είχε μαζί του τα χτένια του και το πεσκίρι του. Σαν είδε που τους έφτασε, ρίχνει το χτένι το αρύ και γίνεται μια παλιούρια και δεν μπορούσε να περάσει η δράκαινα. Τράβηξε η αρκούδα από δω, τσαλαπάτησε από κει, άνοιξε τόπο με τα χίλια ζόρια και πέρασε. Πήγε, πήγε, πάλι τους έφτασε. Σαν είδαν πως τους έφτασε, ρίχνει το κορίτσι το χτένι το πυκνό και γίνεται μια αγκάθια ακόμα πιο πυκνή. Όσο να ξεμπλέξει η αρκούδα, εκείνοι πήγαν πολύ μακριά. Πέρασε πάλι η αρκούδα, πήγε, πήγε, τους πρόφτασε. Σαν είδαν πάλι που τους έφτασε, ρίχνει το πεσκίρι και γίνεται θάλασσα. Η κακότυχη η μπάμπω, η δράκαινα, έκλαιγε και παρακαλούσε τη θυγατέρα της να γυρίσει πίσω».

εκείνη δεν την άκουσε, δεν ήθελε ν’ αφήσει τον άντρα της. II δράκαινα, σαν είδε που δεν μπορούσε να καταφέρει τη θυγατέρα της, γυρίζει και. της λέει! «Εσύ, κορίτσι μου, αφήκες εμένα τη μάνα σου κι ακολούθησες αυτόν, μα στάσου να σου πω κι εγώ τι θα σου κάνει αυτός. Τώρα κει που θα πάτε, θα σ’ αφήσει απάνω σ’ ένα δέντρο, αφορμή να πάει να πάρει τη μάνα του να ‘ρθουν να σε πάρουν, και θα τον φιλήσει η μάνα του και θα αστοχήσει και θα πάρει άλληνα. Μόνο εσύ να κατέβεις απ το δέντρο, να πας εκεί που ζυμώνουν ψωμιά για τη χαρά και να κάνεις ό,τι κάνεις να πάρεις ένα κομμάτι ζυμάρι και να κάνεις από κείνο δύο πουλάκια, να τα στείλεις να πάνε να κάτσουν στο παραθύρι του να τον ξυπνήσουν, για να σε συλλογιστεί».

Κατά πως το είπεν η μάνα της, έτσι το έπαθε. Όταν ήρθε κοντά στου βασιλιά το παλάτι, ανέβηκε εκείνη απάνω σ’ ένα δέντρο. Έκατσε, έκατσε, είδε που δε φάνηκε να ‘ρθουνε να την πάρουν, στενοχωρήθηκε. Έγινε μια κατσιβέλα και πήγε στο φούρνο. Είδε κει που πλάθανε ψωμιά και ρώτησε! «Τι θα τα κάνετε τόσα ψωμιά;» Της είπανε! «Του βασιλιά ο γιος θα κάνει χαρά και για τη χαρά τα ψήνουμε».

storiesFolk

Από δω είχε, από κει είχε, έκλεψε ένα κομμάτι ζυμάρι, έκανε δύο πουλάκια, τα έστειλε στου βασιλιά το παραθύρι κι αυτή πάλι γύρισε και πήγε κι ανέβηκε απάνω σε κείνο το δέντρο. Πήγανε τώρα τα πουλάκια, έκατσαν πάνω στο παραθύρι κι άρχισε το ένα να λέει στο άλλο! «θυμάσαι άραγε που έτρεχες τρεις μήνες και γύρευες την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη χρυσομαλλούσα;» «Δε θυμούμαι», έλεγε το άλλο. «θυμάσαι που ήρθες κι ανέβηκες απάνω στο δέντρο και, σαν έφυγε η μάνα μου, φώναξες, Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου, κι έριξα τα μαλλιά μου κι ανέβηκες και σε τύλιξα μες στο πάπλωμα;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που ήρθε η μάνα μου κι εφάγαμε και, σαν την ξεπροβόδισα, σ’ έβγαλα κι εφύγαμε κι εμείς; Και κείνη σαν πήγε στο σπίτι και είδε που δεν ήμουνα, ανέβηκε πάνω στην αρκούδα και μας έφτασε;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που έριξα το χτένι το αρύ κι έγινε μια παλιούρια και την τσάκισε η αρκούδα με τα δόντια της και μας έφτασε πάλι;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που έριξα το πυκνό το χτένι κι έγινε μια ακόμα αγκάθια και πάλι πέρασε και μας έφτασε κι ύστερα έριξα το πεσκίρι κι έγινε θάλασσα και δεν μπρόρεσε πια να περάσει;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που μ’ ανέβασες πάνω σ ένα δέντρο και πήγες να φέρεις αμάξια να με πάρεις και σε φίλησε η μάνα σου και κοιμήθηκες και μ’ αστόχησες;» «Α! θυμούμαι, θυμούμαι, θυμούμαι».

Του βασιλιά ο γιος όλα αυτά τα άκουσε, γιατί απ’ την αρχή ήτανε ξυπνητός. Πρώτα δεν καταλάβαινε τι ήθελαν να πούνε τα πουλιά, μα ευθύς κατόπι του ήρθαν στο νου όλα. Σηκώνεται τότε, πάει στο δέντρο, πήρε την Ανθούσα κι έκανε μια χαρά που βάσταξε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και με κέρασε του βασιλιά η γυναίκα τρεις χρυσές κούπες κρασί.

Το φίδι με τα χρώματα

snake1(Παραμύθι από τη Βενεζουέλα)

Στα πολύ παλιά χρόνια, τα φτερά όλων των πουλιών του κόσμου ήταν σκέτα γκρίζα, χωρίς ούτε ένα χρωματιστό πούπουλο ανάμεσά τους. Δεν τα ενοχλούσε όμως που ήταν γκρι. Ώσπου μια μέρα, ένας κορμοράνος, συνάντησε ένα νεκρό φίδι που κείτονταν στο νερό, στην άκρη μιας λίμνης. Ήταν ένα φίδι σαν ουράνιο τόξο, με πολλά φωτεινά χρώματα σε λαμπερές αποχρώσεις.

Ο κορμοράνος πήδηξε μέσα στο νερό και τράβηξε το φίδι στην ακτή με το ράμφος του. «Κοίτα τι βρήκα», είπε σ΄ έναν σπίνο, που είχε σταματήσει για να ξεδιψάσει στην όχθη της λίμνης. «Πρέπει να έπεσε από τον ουρανό». Ο σπίνος πλησίασε χοροπηδώντας για να ρίξει μια προσεκτική ματιά στο φίδι. «Τι υπέροχα χρώματα», αναστέναξε. «Αν είχα έστω κι ένα από αυτά τα χρώματα στα φτερά μου, θα έμοιαζα με βασιλιά».

«Κοίτα!» είπε με έκπληξη ο κορμοράνος. «Λίγο κίτρινο από το φίδι ξέβαψε πάνω στο στήθος σου. Έχεις δίκιο, μοιάζεις με βασιλιά τώρα».

Ο σπίνος σταμάτησε λίγο για να θαυμάσει το είδωλό του στο νερό και μετά πέταξε ψηλά στον ουρανό, τιτιβίζοντας καθώς πετούσε, «Κοιτάξτε με! Κοιτάξτε με! Δεν είμαι πια γκρίζος!».

Σε χρόνο λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται ένα πρωινόλουλούδι ν’ ανθίσει, οι όχθες της λίμνης γέμισαν από πουλιά κάθε σχήματος και μεγέθους.
«Δώσε μου λίγο χρώμα!»
«Εγώ θέλω να γίνω μπλε!»
«Εγώ θέλω να γίνω πράσινος!»

Η ίβιδα άρπαξε λίγο πορφυρό. Κάποια πουλιά πάλευαν μεταξύ τους για το χρυσαφί χρώμα. Ο παπαγάλος πρόλαβε και πήρε λίγο πράσινο και πορτοκαλί. Τονυχτοπούλι βολεύτηκε με λίγο καφετί, ενώ ο ερωδιός καλύφτηκε με ένα εκτυφλωτικό λευκό. Ο σπίνος εντόπισε τον κορμοράνο λίγο παραπέρα, σε μια άκρη, γκρίζο όπως πάντα.

«Εσύ δε θα πάρεις χρώματα;» ρώτησε ο σπίνος μπερδεμένος. «Στο κάτω-κάτω της γραφής, εσύ βρήκες το χρωματιστό φίδι».
«Θα πάρω μόλις τελειώσουν όλοι οι άλλοι. Δε μου αρέσουν αυτές οι φασαρίες».

Ο σοφός κορμοράνος περίμενε υπομονετικά, ώσπου έφυγαν όλοι οι άλλοι, τσιρίζοντας με ενθουσιασμό και επιδεικνύοντας το καινούργιο χρώμα τους. Ύστερα κοίταξε καλά το φίδι. Δεν είχαν μείνει πολλά χρώματα, στην πραγματικότητα λίγες μόνο κηλίδες από λευκό που δεν μπόρεσε να πάρει ο ερωδιός.

«Έχασες την ευκαιρία», είπε θλιμμένα ο σπίνος. «Ίσως θα έπρεπε να είχες διαλέξει το αγαπημένο σου χρώμα πριν πεις σε όλους τους άλλους για το φίδι».
«Μια χαρά θα βολευτώ και με το άσπρο», είπε ο κορμοράνος. «Έπειτα, δεν είναι τα χρώματα που κάνουν το πουλί, αλλά οι σκέψεις και οι πράξεις του».

Ο σπίνος είδε τον κορμοράνο να φτερουγίζει μακριά και θαύμασε τη σοφία του. Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα προσπαθούσε ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα του κορμοράνου. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ακόμη κατενθουσιασμένος με το ολοκαίνουριο κίτρινο στήθος του.

Από τότε, τα δάση της Βενεζουέλας είναι γεμάτα με πανέμορφα χρωματιστά πουλιά, όμως ο ευγενικός κορμοράνος είναι ακόμη γκρίζος, με λίγες μόνο κηλίδες λευκού στα φτερά του..

Ο μικρός βλάκας

γαϊδαρος cartoon
(Παραμύθι από τη Ζάκυνθο)

Μια φορά κι έναν καιρό
πού ‘κανε πολύ νερό
εμαλώνανε δύο Οβραίοι
δύο κακοί μακελαραίοι
για ένα ψάρι, για ένα χέλι
για ένα κούτρουλο κοπέλι

 

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, μια οικογένεια και είχε ένα παιδί, λίγο βλαμμένο. Μια μέρα λοιπόν πιάνει και ρωτάει ο πατέρας:

–Τι θα φάμε αύριο γυναίκα μου;
–Τι θα φάμε; Δεν παίρνουμε πατσά;
–Ωραία. Να στείλεις αύριο πρωί το παιδί στο χασάπη να φέρει πατσά.

Την άλλη μέρα λέει στο παιδί η μάνα του.

–Να πας στο χασάπη, παιδάκι μου και να φέρεις δύο λίτρες πατσά. Κατάλαβες;
–Κατάλαβα.

Πραγματικά, κινάει το παιδί για το χασάπη. Όταν όμως έφτασε έξω από το χασάπικο δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί τι του είχε ζητήσει η μάνα του να πάρει. Τι να κάνει, γυρίζει πάλι πίσω και της λέει.

–Ωρέ μάνα, τι μου είπες να φέρω; Ξέχασα.
–Πατσά σου είπα παιδάκι μου.
–Πατσά;
–Ναι, πώς το λένε; Κοιλιά, κοιλιά.

Φεύγει μια και δυο το παιδάκι και πάει στο χασάπη.

–Μού είπε η μάνα μου…
–Τι σου είπε η μάνα σου; Κρέας; Συκώτι;
–Όχι, μου είπε από ‘τούτη, από τούτη και χτύπαγε την κοιλιά του.
–Α, μωρέ, πατσά σου ‘πε, λέει ο χασάπης.
–Ναι, ναι! λέει το παιδάκι.

Το δίνει λοιπόν ο χασάπης δυο λίτρες πατσά σε μια μπόλια και του την δένει κιόλας. Την παίρνει το παιδί και ξεκινάει για να φύγει. Εκεί κοντά ήταν η θάλασσα και σκέφτηκε το παιδί να πάει πλύνει τον πατσά. Και πράγματι, πηγαίνει κι αρχίζει να τον χτυπάει στα βράχια. Ώρα πολλή έκανε την ίδια δουλειά. Χτύπημα και τίναγμα. Χτύπημα και τίναγμα. Εκείνη την ώρα, έτυχε να περνάει ένα βαπόρι από ‘κει. Είδε το παιδί ο καπετάνιος και νόμιζε ότι του κάνει σινιάλο. Παίρνει λοιπόν μια βάρκα με δυο ναύτες και κινάει να φτάσει στο λιμάνι. Βγαίνουν έξω, πλησιάζουν το παιδί και το ρωτάνε:

–Γιατί κάνεις έτσι, μωρέ; Τι έπαθες;
–Ε, να άπλωνα τον πατσά, κάνει γελώντας το παιδί.
–Άκου να σου πω, θα σου δώσω ένα γερό χέρι ξύλο για να μάθεις
να με φέρνεις εδώ χωρίς αιτία.

Και πραγματικά το πιάνει και του δίνει ένα ξύλο που δεν είχε ξα-
ναφάει.

–Από δω και πέρα, όταν συναντάς κάποιον θα του λες:

«Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου
Κι ούτε πουλί πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σου»

Παίρνει το καημένο δρόμο με τον πατσά στο χέρι και μετά από λίγο συναντά δυο κυνηγούς. Αρχίζει λοιπόν να λέει:

«Ώρα καλή στην πρύμνη σας κι αέρα στα πανιά σας
Κι ούτε πουλί πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σας»

–Βρε, τι λες; Να μην βρεθεί πουλί μπροστά μας;

Και τον αρχίζουν και οι δυο στο ξύλο και τον κάνουνε του αλατιού.

Το κακόμοιρο το παιδί, πάνω στην απελπισία του, τους λέει:
–Και τι να λέω;
–Να λες:
«Χίλιοι την ώρα
Και εκατό το μομέντο»

Συνεχίζει λοιπόν το δρόμο και –τι σύμπτωση! Συναντάει μια κηδεία. Μόλις τον ακούνε να λέει έτσι του λένε:

–Ωρέ, τι λες; Να πεθαίνουνε χίλιοι την ώρα κι εκατό το λεπτό;

Το πιάνουνε λοιπόν και του δίνουνε ένα γερό χέρι ξύλο.

–Τι να λέω, φωνάζει αυτό.
–Να λες:
«Θεός σχωρέσ’ τονε! Θεός σχωρέσ’ τονε!»

Μόλις συνήλθε λοιπόν από το ξύλο, συνεχίζει το δρόμο του, όπου συναντάει έναν γάμο.
Με το που τον ακούνε ο γαμπρός και οι κουμπάροι να λέει: «Θεός σχωρέσ’ τονε! Θεός σχωρέσ’ τονε!» πιάνουν και του δίνουνε ένα ξύλο που του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι και του λένε:

–Δεν θα ξαναπείς έτσι, παρά θα λες:
«Να ζήσετε! Να ζήσετε!» και να γελάς κιόλας.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει φαίνεται μπροστά του ένας άντρας δύο μέτρα και χοντρός που κουβαλάει μαζί του μια γουρούνα γκαστρωμένη. Μόλις ακούει το παιδί να του λέει «Να ζήσετε!» γίνεται έξαλλος, το αρπάζει και το σαπίζει στο ξύλο.

–Να μην ξαναπείς έτσι, αλλά να λες:
«Απ’ αυτό να τρως, να αλείφεσαι
Και να βάνεις και στα μουστάκια σου»

Έτσι, παραπατώντας από το ξύλο συνεχίζει το κακόμοιρο και συναντά έναν που έκανε κακά σε ένα χωράφι.
Ακούει ο άλλος το παιδί να του λέει:
«Απ’ αυτό να τρως, να αλείφεσαι
Και να βάνεις και στα μουστάκια σου»
και σηκώνει τα βρακιά του να πάει να περιλάβει το μικρό, ώσπου τον έκανε να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του.

–Δεν θα ξαναπείς έτσι. Θα λες:
«Πούφου βρώμα, πούφου βρώμα!»

Τραβάει το δρόμο του το παιδί μα συναντάει έναν ψαρά, που μό-
λις ακούει «Πούφου βρώμα» τον αρχινάει στο ξύλο.

–Σου βρωμάνε τα ψάρια μου; του λέει. Να μάθεις, μωρέ να λες:
«Α! πράμα εθαρραπάηκα!» και να χαμογελάς κιόλα.

Σηκώνεται και τρεκλίζοντας πάει για το σπίτι του όπου συναντάει δυο αλήτες να τσακώνονται και τους λέει:
«Α! πράμα εθαρραπάηκα!» χαμογελώντας.

Δεν χάνουν λεπτό αυτοί, παρατάνε τον καυγά και αρχινάνε το αγό-
ρι στις κλωτσιές. Και όταν τελειώνουν του λένε:
–Θα λες:
«Χωρίστε αδερφάκια μου, χωρίστε αδερφάκια μου!»

Μαζεύει τον πατσά από κάτω το παιδί κι όπου φύγει – φύγει!
Λίγο πιο κάτω συναντάει κάτι σκυλιά στο δρόμο που τσακωνόντουσαν.

«Χωρίστε αδερφάκια μου, χωρίστε αδερφάκια μου!» λέει το παιδί.

Τα σκυλιά δίνουνε μία, του παίρνουν τον πατσά και χάνονται. Με τα πολλά γυρνάει σπίτι του.

–Μωρέ, πού είναι ο πατσάς; του λέει η μάνα του.
–Μου το φάγανε τα σκυλιά.

Όπου τον πιάνει η μάνα του και του δίνει ένα ξύλο που τέτοιο δεν ξανάφαγε ποτέ.

Κι εζήσανε εκείνοι καλά.
Κι εμείς εδώ καλύτερα.
Μήτε εγώ ήμουνα εκεί,
Μήτε αλήθεια σας είπα.

Ο Βάτραχος που τραγουδούσε

(Λαϊκό Παραμύθι από το Μεξικό).

ΒατραχάκιαΚάθε μέρα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, ένας γέρος γεωργός και οι τρεις γιοί του πήγαιναν στα χωράφια τους να δούνε αν ωριμάζει το καλαμπόκι που είχανε σπείρει.  “Όπου να ‘ναι θα το θερίσουμε”, είπε μια μέρα ο γέρο χωρικός.


Ένα πρωί όμως, καθώς παρατηρούσαν τα φυτά, είδαν ότι σε μια γωνιά ενός χωραφιού, κάτι ή κάποιος είχε τσακίσει τους βλαστούς και είχε φάει όλους τους ώριμους σπόρους.“Ποιος ήρθε εδώ χθες τη νύχτα;” φώναξε θυμωμένος ο γεωργός.

Οι τρεις γιοί του έψαξαν ολόγυρα, αλλά δε βρήκαν ούτε πατημασιές, ούτε κάποιο άλλο χνάρι του κλέφτη. “Απόψε τη νύχτα θα φυλάξεις το χωράφι και θα πιάσεις τον κλέφτη”, είπε ο γεωργός στο μεγαλύτερο γιό του.

Το βράδυ, ο μεγαλύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα πηγάδι. Πλάι του καθόταν ένας βάτραχος και τραγουδούσε.

“Σώπα! Η φωνή σου είναι απαίσια και το τραγούδι σου είναι κι αυτό απαίσιο! Σώπα, γιατί θα διώξεις τον κλέφτη που κυνηγώ”, διέταξε ο μεγαλύτερος γιος το βάτραχο. “Σε παρακαλώ, δώσε μου ένα κομμάτι από το κέικ σου”, παρακάλεσε ο βάτραχος. “Όχι δε σου δίνω”, φώναξε ο γιος.

Ο βάτραχος άνοιξε το στόμα του και τραγούδησε ακόμα πιο δυνατά, ένα ακόμα πιο μεγάλο τραγούδι. “Αν δεν εννοείς να σωπάσεις, θα σε κάνω εγώ να σωπάσεις”, φώναξε ο μεγαλύτερος γιος. Άρπαξε το βάτραχο και τον πέταξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε και κάθισε σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.

Όλη τη νύχτα έμεινε καθισμένος εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί, βρήκε κατάπληκτος πιο πολλά καλαμπόκια σπασμένα και φαγωμένα τα σπειριά τους. Όταν θα γύριζε σπίτι, θα έλεγε στον πατέρα του άσχημα νέα.

“Απόψε το βράδυ θα πας εσύ να φυλάξεις το χωράφι”, είπε ο πατέρας στο δεύτερο γιο του.

Μόλις βασίλεψε ο ήλιος, ο δεύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Όταν έφτασε στο πηγάδι, ο βάτραχος ήταν πάλι εκεί και τραγουδούσε δυνατά ένα μεγάλο τραγούδι.

“Τι τρομερός θόρυβος! Σε παρακαλώ σταμάτα!”, φώναξε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος σταμάτησε το τραγούδι. “Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο κέικ”, είπε. “Όχι, δε σου δίνω. Θα το φάω όλο εγώ”, απάντησε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος ξανάρχισε το τραγούδι, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά.

“Φτάνει πια!” Φώναξε ο δεύτερος γιος κι αρπάζοντας το βάτραχο από το ένα πόδι, τον έριξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε πιο κάτω, σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.

‘Ολη τη νύχτα ο δεύτερος γιος έμεινε εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί ήτανε πιο πολλά καλαμπόκια φαγωμένα κι έπρεπε να πει στον πατέρα του ότι δεν έπιασε τον κλέφτη.

Το άλλο βράδυ ο γεωργός έστειλε το μικρότερο γιό του να φυλάξει το καλαμπόκι. Ο μικρός ξεκίνησε για το χωράφι με το φόβο ότι αφού τ’ αδέρφια του δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη, ούτε κι αυτός θα το κατάφερνε. Σταμάτησε όταν άκουσε το βάτραχο να τραγουδάει, κοντά στο πηγάδι. “Πολύ ωραία η φωνή σου και το τραγούδι σου όμορφο”είπε.

“Χαίρομαι που σ’ άρεσε”, έκραξε ο βάτραχος και τραγούδησε ακόμη πιο δυνατά ένα πιο μεγάλο τραγούδι. “Θα μου δώσεις λίγο από το κέικ σου;”, ρώτησε όταν σταμάτησε το τραγούδι. “Βέβαια, πάρε όσο θέλεις”, είπε ο μικρός γιος και άφησε μπροστά στον βάτραχο ολόκληρο το κέικ.

Όταν ο βάτραχος κατάπιε και τα τελευταία ψίχουλα, είπε: “Aφού μου φέρθηκες τόσο καλά, θα σου πω ένα μυστικό. Στον πάτο αυτού του πηγαδιού, υπάρχει ένα μαγικό σμαράγδι, που μπορεί να πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες σου, τρεις ευχές”.

“Σ’ ευχαριστώ”, είπε ο μικρός γιος. Σκέφτηκε μια στιγμή. “Μπορώ να έχω ό,τι θέλω; Ό,τι μ’ αρέσει;” ρώτησε.

“Ό,τι και όποιον θέλεις”, έκρωξε ο βάτραχος. “Τότε θέλω μια γυναίκα” είπε ο γιος. “Πρέπει να πεις και τι είδους γυναίκα θέλεις και να ζητήσεις κι ένα σπίτι για να ζείτε”, είπε ο βάτραχος. “Τώρα σκύψε πάνω από το πηγάδι και πες τις ευχές σου”.

Ο γιος έσκυψε στο πηγάδι, πάνω από το κρύο νερό: “Θέλω μια γυναίκα όμορφη, καλή, να μαγειρεύει καλά, ένα ωραίο σπίτι κοντά στο πηγάδι και να μπορέσω να πιάσω τον κλέφτη των καλαμποκιών”, είπε πολύ δυνατά και καθαρά.

“Τώρα πρέπει να πάμε στο χωράφι”, είπε ο βάτραχος κι άρχισε να τραγουδάει δυνατά. Ο μικρός γιος τον έπιασε και τον έβαλε στον ώμο του και κίνησε για το καλαμποκοχώραφο.

Ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει πίσω στα μακρινά βουνά, όταν ένα πελώριο λευκό πουλί φάνηκε στον ουρανό. Πέταξε στο χωράφι και άρχισε να ξεσκίζει τα καλαμπόκια και να τα τρώει. Ο βάτραχος πήδηξε κοντά του κι άρχισε να του τραγουδάει ένα απαλό, γλυκό νανούρισμα. Το πουλί σταμάτησε να τρώει, έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε γρήγορα σε βαθύ ύπνο.

“Έλα εδώ”, είπε ο βάτραχος σιγανά στο μικρό γιο. “Αυτό το πουλί, στην πραγματικότητα είναι μια νέα και όμορφη κοπέλα. Μια κακιά μάγισσα την έκανε πουλί, γιατί η κοπέλα δεν ήθελε να παντρευτεί το φοβερό γιο της μάγισσας. Τώρα πάρ’ την και πήγαινέ την στον πατέρα σου”.

Ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε και τους δυο στο αγρόκτημα.“Αυτό το πουλί ειναι ο κλέφτης του καλαμποκιού”, είπε στον πατέρα του. Τ’ αδέρφια του θέλησαν να σκοτώσουν το πουλί, όμως ο μικρός γιος είπε: “Όχι, είναι δικό μου και θα το κρατήσω”.

Το άλλο πρωί, ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε στο πηγάδι. Εκεί, κοντά στο πηγάδι, ήταν ένα πανέμορφο σπίτι. Ξαφνικά, το πουλί εξαφανίστηκε, όμως την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μια όμορφη κοπέλα βγήκε τρέχοντας έξω. Ο μικρός γιος κατάλαβε πως αυτή ήταν η μεταμορφωμένη κοπέλα και την ερωτεύτηκε αμέσως.

Από τότε ζήσαν μαζί ευτυχισμένοι ενώ ο βάτραχος ξαναπήγε κοντά στο ποτάμι και τραγουδούσε χαρούμενος…

Ο Άντρας στο Φεγγάρι

φεγγάρι

(Παραμύθι από την Αργεντινή).

Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.

     «Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά», έλεγε πεισματάρικα. «Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ».

     «Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι», ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της. «Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά».

     Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?

     Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό…πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.

     Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?

    Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: «Γειά σου..γειά σου..»

     Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν…

     Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης.  Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του…

     Ψηλά, ανάμεσα στ’ αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ’ ένα πανέμορφο νούφαρο.

     Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου…

Ο βασιλιάς των πουλιών.

κουκουβάγια(Λαϊκό παραμύθι από τις Κυκλάδες).

Μια φορά κι έναν καιρό τα πουλιά αποφάσισαν να διοργανώσουν ένα συνέδριο για να εκλέξουν τον βασιλιά τους. Μαζεύτηκαν λοιπόν μόλις χάραζε ο ήλιος σ’ ένα μεγάλο γέρικο δέντρο. Στριμώχτηκαν οι εκπρόσωποι απ’ όλα τα είδη στα κλαδιά του δέντρου, κι άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί και να προσπαθούν να προβάλουν ο καθένας το είδος του.

-Εγώ, λέει το αηδόνι, κελαηδώ πιο όμορφα απ’ όλους.

-Εγώ όμως, τσίριξε το παραδείσιο πουλί, είμαι πιο όμορφο απ’ όλους.

-Εγώ, έκρωξε η μάϊνα, κάνω τις καλύτερες μιμήσεις απ’ όλους.

Ο καθένας έβρισκε το δικό του χαρακτηριστικό ως το καλύτερο απ’ όλα και κανείς δεν δεχόταν για βασιλιά του κανέναν. Εκεί που όλοι τσίριζαν κι έκρωζαν, η κουκουβάγια, που ήταν η μόνη που κοιτούσε χωρίς να μιλά, μίλησε ήρεμα αλλά πιο δυνατά απ’ όλους. Βασιλιάς των πουλιών είπε, θα αξιωθεί να γίνει, όποιος μπορέσει να πετάξει πιο ψηλά στον ουρανό. Τα πουλιά δυσανασχέτησαν, γιατί ήξεραν το πλεονέκτημα του αετού σ’ αυτή τη δοκιμασία, αλλά δέχτηκαν.

Το άλλο πρωί όλοι ήταν μαζεμένοι στο ίδιο μέρος, έτοιμοι να δώσουν ο καθένας τον αγώνα του. Τέντωναν και μάζευαν τα φτερά τους, κελαηδούσαν και χοροπηδούσαν, κι όλοι προετοιμάζονταν για τον μεγάλο αγώνα. Η κουκουβάγια ήταν αυτή που ομόφωνα επιλέχτηκε για την θέση του δίκαιου κι αμερόληπτου κριτή. Αφού λοιπόν μπήκαν όλοι σε μια σειρά κι ετοιμάστηκαν, εκείνη ήταν που έδωσε το σφύριγμα της έναρξης του αγώνα.

Πετάχτηκαν όλα τα πουλάκια, μεγάλα και μικρά, και χτυπώντας τα φτερά τους προσπαθούσαν το ένα να περάσει το άλλο. Ένας ένας όμως κουράζονταν και τα παρατούσαν και τέλος έμεινε μόνο ο αετός, που παρότι ήταν ολοφάνερο πως είχε κερδίσει τον αγώνα, συνέχιζε κι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και δεν σταματούσε.

Κάποια στιγμή όταν επτέλους κουράστηκε, αποφάσισε να σταματήσει και να χαρεί τη νίκη
του. Αλαζόνας όπως ήταν, κοίταξε με το υπεροπτικό ύφος του τους υπόλοιπους διαγωνιζόμενους και με δυνατή φωνή τους φώναξε:

“Ποιος λοιπόν μπορεί να με ξεπεράσει; Ποιος είναι ο Βασιλιάς των πουλιών;”.

Εκείνη τη στιγμή που όλοι ήταν εκνευρισμένοι μαζί του και σιγομουρμούριζαν ο ένας στον άλλο για τον κακό χαρακτήρα του αετού, ξεπετάχτηκε από τη ράχη του ένα μικρούτσικο πουλάκι και πέταξε ακόμα πιο ψηλά απ’ τον αετό.

“Εγώ”, φώναξε με την αδύναμη ψιλή φωνούλα του, “Εγώ είμαι ο βασιλιάς των πουλιών!”

Κι έτσι ο καλογιάννος, το μικρό κι αδύναμο πουλάκι με την ψιλή φωνούλα, έγινε ο βασιλιάς των πουλιών.

Κι όλοι έζησαν πολύ καλά, όλοι εκτός απ’ τον αετό που δεν μπορεί ακόμα να χωνέψει την ήττα του αυτή.

κουκουβάγια με τριαντάφυλλο

Αστερίξ.

O Αστερίξ είναι μια σειρά από γαλλικά κόμικς γραμμένα από τον Ρενέ Γκοσινί και εικονογραφημένα από τον Αλμπέρ Ουντέρζο (Ο Ουντέρζο ανέλαβε τη συγγραφή μετά το θάνατο του Γκοσινί το 1977). Η σειρά εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο γαλλο-βελγικό περιοδικό-κόμικ Pilote στις 29 Οκτωβρίου 1959.

Η σειρά ακολουθεί τα κατορθώματα ενός χωριού ανυπότακτων Γαλατών που αντιστέκονται στη Ρωμαϊκή κατοχή. Μπορούν να το πράξουν με τη βοήθεια του ενός μαγικού φίλτρου, που παράγεται από τον Δρυίδη τους, τον Πανοραμίξ, χρησιμοποιώντας το μαγικό χρυσό δρεπάνι του, το φίλτρο δίνει στον παραλήπτη υπεράνθρωπη δύναμη. Ο πρωταγωνιστής, ο τιμητικός χαρακτήρας Αστερίξ, μαζί με τον φίλο του τον Οβελίξ έχουν διάφορες περιπέτειες. Το τέλος και των δύο ονομάτων σε «ίξ» (όπως και όλα τα άλλα ψευδο-γαλατικά ονόματα που τελειώνουν σε «ίξ» στη σειρά) εννοεί την κατάληξη «ρίξ» (που σημαίνει «βασιλιάς») που υπάρχει στα ονόματα πολλών αληθινών γαλατικών οπλαρχηγών όπως ο Vercingetorix, ο Orgetorix, και ο Dumnorix. Πολλές από τις ιστορίες τους έχουν να ταξιδεύουν σε ξένες χώρες, αν και άλλες τοποθετούνται μέσα και γύρω από το χωριό τους.

Το κόμικ Αστερίξ είναι ένα από τα πιο δημοφιλή Γαλλο-Βελγικά κόμικ στον κόσμο, με τη σειρά να είναι μεταφρασμένη σε πάνω από 100 γλώσσες, και είναι δημοφιλής στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Αστερίξ