Παραμύθι: O Γλάρος κι ο Κάβουρας

γλάρος ζωγραφιά

(Λαϊκή αφήγηση από το νησί του μυστηρίου και των παράξενων φαινομένων, τη πανέμορφη Κεφαλλονιά)

 

Κόκκινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ την κλώτσο να γυρίση παραμύθι ν’ αρχινίση.

 

Μια φορά κι έναν καιρό, μια μέρα που κανε φρυγούρα*, ένας γλάρος κατάλευκος επήγε μπροστά στη θάλασσα, κι είπε στα ψάρια:

– «Kαλά μου ψάρια, που κολυμπάτε αμέριμνα, ξέρετε τι σας μέλλεται;»

– «Όχι, δεν ξέρουμε! Υπάρχει κάτι που δες ή άκουσες και θα έπρεπε να ξέρουμε;»

– «Nά! Εσείς του βυθού τα πράματα τα ξέρετε. Μα εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και χορεύω με τον αγέρα. Μακριά βλέπω, και είδα πως πριν ο μήνας φύγει, και ξανάχει μολημέρι* και μοληνύχτι*,  θα ξεραθεί ετούτη η θάλασσα, που μέσα κολυμπάτε, και θα χαθείτε όλα. Μα εγώ, μαγκλανιάς* δεν είμαι! Aν θέλετε να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω, θα σας πάρω λίγα-λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλήσω σε μια άλλη θάλασσα. Κι αν είμαστε τυχεροί, η θάλασσα αυτή ποτέ δε θα στερέψει».

Πολλά ψάρια σκιάχτηκαν*, και δέχτηκαν να τα μεταφέρει ο γλάρος στην θάλασσα που δεν θα στέρευε. Eκείνος όμως άλλα είχε στο νού: ήθελε, χωρίς κόπο, να τα τρώει. Παίρνοντας λίγα-λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ’ ένα μέρος στη στεριά και χωρίς δεύτερη κουβέντα, τα κατάπινε.

Ένας κάβουρας που έμενε εκεί γύρω, ψιλιάστηκε τη παγαποντιά του γλάρου. Πριν χαθούν τα ψάρια όλα, πάει και λέει του γλάρου:

– «Γλάρε ψυχοπονιάρη, κι εγώ θέλω να σωθώ! Στη θάλασσα την αστέρευτη πήγαινε με λοιπόν και κάνε δελέγκου*. Mη με βάνεις όμως στο στόμα σου, γιατί εγώ, με τις δαγκάνες μου, μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου».

O γλάρος, για να μη φανεί ύποπτος στα ψάρια, δέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος ήθελε να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε να τον πνίξει, και του ’λεγε:

– «Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε».

Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα. Την τελευταία μάλιστα στιγμή, του ’δωσε και με μια με τις δαγκανάρες του, και για καιρό τον ετραυμάτισε, και στην ανεμορριπή τον έστειλε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.

Κεφαλλονίτικη Διάλεκτος

Κάνει φρυγούρα: αφόρητη ζέστη ή ζέστα
Μαγκλανιάς: τεμπέλης άχρηστος
Σκιάζομαι: φοβάμαι
Στην ανεμορριπή: στον αγύριστο
Κάνε δελέγκου: κάνε γρήγορα
Έχει μολημέρι: βρέχει όλη μέρα
Έχει μοληνύχτι: βρέχει όλη νύχτα

 

Κυπριακό παραμύθι: Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν

Πασχαλινά Αυγά

(Παραμυθάκι από τη Μεγαλόνησο, γραμμένο στη όμορφη ντοπλιολαλιά )

Αρχή του παραμυθιού, καλωσήρθε η αφεντιά σας

Μιαν βολάν κ’ έναν καιρόν είχεν έναν κοπελλούιν κι αγγιόστην* δκυό σελίνια. Εκράτεν τα κάμποσες ημέρες κ’ εσκέφτετουν είντα να τα κάμη. Να τα φυλάξη έσσω;* Αν του τα κλέψουν; Να τα παίξη κουμάριν* να τα πολλύνη; Αν του τα πάρουν; Σκέφτου-σκέφτου, αποφάσισεν ν’ αγοράση τίποτε, να το πουλήση, να τα πολλύνη. Εγόρασεν λοιπόν αυκά*.

Εγέμωσεν ένα καλάθιν, επήεν στην Χώραν,* επούλησέν τα και κείνα κ’ εκέρτισεν κι άλλα. Τε, τε,* επόλλυνεν τα σελίνια. Εγινήκαν δκυό ολόκληρες λίρες.

Μιαν ημέραν εγέμωσεν το καλάθιν του αυκά κ’ ελάμνησε* που το Δάλιν* να πά΄ στην Χώραν. Άμαν έφτασεν στον Αλυκόν* ηύρεν τον κατσασμένον.* Εσκέφτην να κάτση νάκκου* να πνάση* ώστοι να κάτση λλίον ο ποταμός να μπορήση να ρέξη.*

Έβαλεν λοιπόν το καλάθιν χαμαί κ΄έκατσεν πα΄στην πέτραν. Σαν εκάθετον έπκιασέν τον η συλλοή. Ελάλεν ΄που μέσα του «Έτσι που πάω, εννά κερτίσω πολλά ριάλια. Άμαν κερτίσω άλλα λλία, να γοράσω έναν γαούριν να μεν τυραννιούμαι μέσ΄στες στράτες. Άμαν τα πολλύνω κι άλλον, να πουλήσω το γαούριν να γοράσω μούλαν, κ΄ύστερα να πουλήσω την μούλαν να γοράσω άππαρον*, να περνώ ππασιάς. Να πααίνω στον καβενέν να βάλλω τό΄ναν πόϊν πα΄στ΄άλλον, έτο* έτσι.»

Την ώραν που σήκωσεν το πόϊν του νκρίζει* του καλαθκιού, εποκουππίστην* μέσ΄τον ποταμόν κ’ έπαιρνέν το το νερόν. Ήτουν να σκάση ΄που το μαράζιν του. Κείνην την ώραν έφτασεν κειαμαί ένας που τον έξερεν κι αρώτησεν τον είντα ΄παθεν κ΄ εν΄μαραζωμένος. Με δκυό χείλη καμένα λαλεί του: «Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν». Και είπεν του την ιστορίαν, καλή ώρα, όπως σας την λαλώ εγιώ τωρά.

Γλωσσάρι:

αγγιόστην = απόκτησε,
έσσω = μέσα στο σπίτι,
κουμάριν = στα χαρτιά,
πολλύνη = πληθύνη,
αυκά= αυγά,
Χώρα = Λευκωσία,
τε, τε = σιγά, σιγά,
ελάμνησε = ξεκίνησε,
Δάλιν = χωριό στην επαρχία Λευκωσίας,
Αλυκός = παραπόταμος του ποταμού Γιαλιά,
κατσασμένον = φουσκωμένο ή ανεβασμένο,
νάκκου = λίγο,
πνάση= ξεκουραστεί,
ρέξη = περάσει,
άππαρος = άλογο,
έτο = νά,
νκρίζει = αγγίζει ή σπρώχνει,
εποκουππίστην = αναποδογύρισε.

Διδακτικός Μύθος: Ο Δάσκαλος του Σκύλου

παραμυθένιο λιοντάρι

(Διδακτικός μύθος που μάλλον προέρχεται από τις Ινδίες, αν και παραλλαγές του συναντιούνται σε όλο τον κόσμο)

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη ενός πανέμορφου μα επικινδύνου δάσους, εννέα αγριόσκυλα βγήκαν για κυνήγι. Είχε περάσει το πρωϊνό, και τροφή δεν είχαν βρει ακόμη, όταν συνάντησαν στο διάβα τους ένα θεόρατο λιοντάρι.

«Βλέπω έχετε βγεί για κυνήγι» τους λέει το λιοντάρι. «Τι λέτε να κυνηγήσουμε μαζί, και τα μοιραζόμαστε τα λάφυρα στο τέλος;».

Χωρίς να το σκεφτούν πολύ, τα αγριόσκυλα δέχτηκαν, και το κυνήγι συνεχίστηκε. Μέρα τυχερή φάνηκε εκείνη για τους πεινασμένους κυνηγούς, καθώς πριν το σούρουπο σιμώσει, είχαν πιάσει δέκα λαχταριστές αντιλόπες. Άφησαν τη λεία τους στην άκρη ενός ποταμού και ήπιαν να ξεδιψάσουν. Δυό – τρείς σκύλοι έπεσαν και στα δροσερά νερά, να διώξουν τη ζέστη και τη κούραση της μέρας.

Ύστερα μαζεύτηκαν, και το λιοντάρι είπε: «Ώρα να μοιράσουμε τη λεία μας!»

«Ά, μα είναι τόσο απλό!» πετάχτηκε το νεαρότερο από τα σκυλιά. «Δέκα οι αντιλόπες, δέκα και εμείς. Θα πάρει ο καθένας μας μια αντιλόπη και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό είναι το μόνο δίκαιο!».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά το λιοντάρι, αμέσως πετάχτηκε θυμωμένο. Με έναν πήδο έβαλε κάτω το νεαρό αγριόσκυλο, έβγαλε έναν βρυχηθμό που πάγωσε το αίμα των άλλων σκύλων, και με μια δαγκωματιά έκοψε την ουρά του και την πέταξε μακριά. Με τη βαριά πατούσα του ακόμη πάνω στο πονεμένο και τρομαγμένο σκυλί, γύρισε και κοίταξε τα άλλα σκυλιά. Ο γηραιότερος των σκύλων έκανε ένα βήμα μπροστά, και μίλησε: «Ο αδερφός μας έκανε προφανώς λάθος! Ο Βασιλιάς Λέων που είναι ένας, θα πρέπει να πάρει εννέα αντιλόπες – άρα θα γίνουν δέκα. Εμείς που είμαστε εννέα, θα πάρουμε μια μόνο αντιλόπη, και έτσι θα γίνουμε δέκα και εμείς, και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό είναι το μόνο δίκαιο!»

Στο λιοντάρι άρεσε αυτή η απάντηση. «Είσαι σοφό σκυλί! Ποιος σε δίδαξε, να μοιράζεις τόσο καλά;» ρώτησε τον γηραιότερο των σκυλιών.

«Η ουρά του αδερφού μου ήταν ο δάσκαλος μου» του αποκρίθηκε ο σκύλος, και πλησίασε τον πληγωμένο του αδερφό για να τον περιποιηθεί.

Ο θρύλος της Πανδώρας

ο μύθος της ΠανδώραςΌταν ο κόσμος γνώρισε την Τιτανομαχία, μια μάχη τρομερή σε ένταση ανάμεσα στους Ολύμπιους Θεούς και τους Τιτάνες κι η οποία κράτησε 10 χρόνια, κάποιοι από τους Τιτάνες τάχθηκαν με το μέρος του Δία. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν κι ο Προμηθέας, γιος του Τιτάνα Ιαπετού. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Δίας συνδέθηκε με στενή φιλία μαζί του, φιλία η οποία κράτησε για πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή όμως η φιλία τους άρχισε να κλονίζεται και σύντομα μετατράπηκε σε έχθρα. Αιτία για αυτή τους την έχθρα ήταν το γεγονός ότι ο Προμηθέας έμαθε στους ανθρώπους τις τέχνες, τους έδωσε γνώση για να αναπτύξουν πολιτισμούς, τους χάρισε το κρέας για να το τρώνε, ορίζοντας ότι στους θεούς θα θυσιάζουν τα οστά και τέλος τους έδωσε την φωτιά. Σε όλα αυτά φυσικά ο Δίας ήταν αντίθετος και πολλές φορές λογομάχησε έντονα με τον Προμηθέα ώσπου στο τέλος τον έδεσε για 3000 χρόνια στον Καύκασο. Προτού όμως καταφύγει σε αυτή τη λύση είχε προσπαθήσει για άλλη μια φορά να τιμωρήσει όχι μόνο τον Προμηθέα μα και το γένος των ανθρώπων.

Ο Προμηθέας είχε έναν αδερφό, τον Επιμηθέα. Ενώ ο Προμηθέας ήταν σοφός, ώριμος κι αρκετά έξυπνος ο αδερφός του ήταν πιο επιπόλαιος και πιο ευκολόπιστος. Για αυτόν το λόγο ο Προμηθέας του είχε επιστήσει την προσοχή ώστε να μη λάβει κάποιο δώρο από τον άρχοντα των θεών. Συν τοις άλλοις, ο Επιμηθέας ήταν κάτοχος του πιθαριού στο οποίο είχε περικλείσει ο Προμηθέας όλα τα κακά, όπως την Πείνα, την Τρέλα, τον Πόλεμο κτλ κτλ και το οποίο δεν έπρεπε να ανοιχθεί ποτέ για να μην ελευθερωθούν στον κόσμο.

Ο Δίας λοιπόν σκέφτηκε να δημιουργήσει μια γυναίκα ακαταμάχητα όμορφη, γοητευτική η οποία θα δινόταν δήθεν ως δώρο στον Προμηθέα με απώτερο σκοπό να καταστρέψει τόσο εκείνον όσο και το ανθρώπινο γένος. Για αυτό το λόγο δημιούργησε την γυναίκα αυτήν, μια γυναίκα πανέμορφη. Οι Θεές του Ολύμπου και οι Ώρες την στόλισαν, την αρωμάτισαν, την χτένισαν και να της μάθουν να αποκτήσει χάρη, θηλυκότητα και τρόπους. Ο Ερμής της έμαθε να είναι πονηρή και της έμαθε διάφορα τεχνάσματα για να εξαπατεί κάποιον. Η γυναίκα που θα δινόταν ως δώρο λοιπόν στον Προμηθέα ήταν πλέον έτοιμη. Το όνομα αυτής ήταν Πανδώρα. Ο Δίας όμως σκέφτηκε ότι ο Προμηθέας που ήταν αρκετά έξυπνος θα καταλάβαινε την παγίδα που θα του έστηνε και φοβήθηκε ότι το σχέδιο του θα καταστρεφόταν. Για αυτό το λόγο σκέφτηκε να την δωρίσει στον Επιμηθέα.

Όταν ο Ερμής πήγε την Πανδώρα στον Επιμηθέα εκείνος θαμπώθηκε τόσο πολύ από την ομορφιά της και την χάρη της που όχι μόνο δέχθηκε αυτό το δώρο αλλά σύντομα την παντρεύτηκε. Ο Προμηθέας πάντοτε φοβόταν την γυναίκα του αδερφού του κι ήταν δύσπιστος απέναντι της. Για αυτό ζητούσε από τον Επιμηθέα να την προσέχει αλλά και να έχει πάντοτε το νου του για να μην πλησιάσει η Πανδώρα το πιθάρι με όλα τα δεινά του κόσμου. Όσο όμως ο Επιμηθέας υπενθύμιζε στην Πανδώρα ότι όχι μόνο δεν έπρεπε να ανοίξει το πιθάρι αλλά και να το πλησιάζει καν, τόσο εκείνη γινόταν περίεργη για το τι μπορεί να περιείχε αυτό μέσα. Για αυτό το λόγο σκεφτόταν συνεχώς πως θα βρει ευκαιρία να το ανοίξει κρυφά από τον άνδρα της. Παρόλο που ο Επιμηθέας την πρόσεχε αρκετά καλά, εκείνη βρήκε την ευκαιρία μια μέρα που εκείνος έλειπε. Γεμάτη περιέργεια για το περιεχόμενο του πιθαριού, το πλησίασε κι άνοιξε το καπάκι. Μεμιάς η Πανδώρα τρομαγμένη είδε να ελευθερώνονται στον κόσμο όλα τα δεινά και τα τέρατα που με τόσο κόπο είχε κλείσει εκεί ο Προμηθέας. Κάποια στιγμή που ξεπέρασε τον τρόμο της έκλεισε και πάλι το καπάκι, προλαβαίνοντας να κρατήσει κλεισμένη στο πιθάρι την Ελπίδα.παραμύθι - www.tsipiriki.gr

Από τότε λοιπόν όλα τα δεινά του κόσμουξεχύθηκαν και ταλανίζουν τους ανθρώπους. Αυτή που υπάρχει όμως ακόμα στον αντίποδα και περιμένει καρτερικά είναι η ελπίδα κι απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων.

Παραμύθι – H Ανθούσα, η Ξανθούσα, η Χρυσομαλλούσα

Einstein(Παραλλαγή της Ραπουνζέλ από τη Κεντρική Ελλάδα)

Έναν καιρό κι ένα ζαμάνι ήτανε μια γριά. Η κακότυχη εφτά χρόνια πεθυμούσε τη φακή και δε μπορούσε να την πετύχει. Όταν έβρισκε τη φακή, δεν είχε κρομύδι, όταν έβρισκε κρομύδι, δεν είχε λάδι, όταν έβρισκε λάδι, δεν είχε νερό. Για τούτο κακιωνόταν κι έλεγε: «Αχ! και δα πια! βουλήθηκε ο φτωχός να παντρευτεί, χάθηκαν τα νταούλια». Κατόπι πια τα ήβρε όλα. Πήρε μια μέρα τον τέντζερη και πήγε και τον έστησε μες στη μέση στη ρεματιά. Πάει του βασιλιά ο γιος να ποτίσει το άλογο του. Σαν είδε το άλογο τον τέντζερη, ξιπάστηκε και δεν έπινε. Μανιώθηκε εκείνος, έδωσε τον τέντζερη μια προποδιά και τον έχυσε. Σαν τον είδε η πολλά καμένη μπάμπω, τον καταρίστηκε και του είπε: «Αχ πια! έτσι που πεθυμούσα εγώ εφτά χρόνια τη φακή, έτσι κι εσύ να πεθυμάς την Ανθούσα, την ξανθούσα και τη μακρομαλλούσα».

Μόλις τ’ άκουσεν αυτό ο του βασιλιά ο γιος, πήρε τα χωριά με την αράδα κι έτρεχε και γύρευε την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη μακρομαλλούσα. Τρεις μήνες έτρεξε, δεν την ήβρε. Από τους τρεις κι ύστερα πήγε σ’ ένα χωριό και ρωτάει: «Μη λάχει και βρίσκεται δωπέρα η Ανθούσα, η ξανθούσα, η μακρομαλλούσα;» «Δωπέρα κάθεται», του είπαν. «Πού είναι το σπίτι της; Να με πάτε κει πέρα». Τον πήρανε, τον πήγανε. Κει που πήγε, κοιτάζει το σπίτι, σκάλα δεν είχε. Από που ν’ ανέβει; Κει κοντά είδεν ένα δέντρο κι ανέβηκε απάνω και κοίταζε γύρω. Καθώς κοίταζε γύρω, έρχεται μια δράκαινα’ πήγε από κάτω στο σπίτι και φώναξε: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε ένα όμορφο κορίτσι, έριξε τα μαλλιά του κι ανέβηκε πάνω η δράκαινα. Σε λίγο πήγε κι ο αδερφός της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε πάλι από το παραθύρι η Ανθούσα, έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε κι ο αδερφός της. Έφαγαν, ήπιαν κι έπειτα κατέβηκαν η μάνα της κι ο αδερφός της. Του βασιλιά ο γιος, σαν είδε που φύγανε, κατεβαίνει από το δέντρο, πάει κοντά στο σπίτι και φωνάζει:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανεβώ να κατέβω.

Σαν το άκουσεν αυτή, πάλι έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε απάνω του βασιλιά ο γιος. Άμα ανέβηκε, της είπε που ήθελε να την πάρει γυναίκα. Κι εκείνη του είπε: «Εγώ σε παίρνω. Μα τώρα που να σε κρύψω; Μη λάχει κι έρθει η μάνα μου και σε βρει εδωπέρα, γιατί θα σε φάει». Τον τυλίγει μες στο πάπλωμα και τον βάζει μες στο σεντούκι. Σφουγγάρισε κιόλα να μη μυρίζει ανθρωπίλα το σπίτι. Σαν βράδιασε, πήγε η μάνα της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Έριξε τα μαλλιά της, ανέβηκε απάνω, άρχισε να μυρίζεται και να λέει: «Ανθρωπιάς μυρίζει». Της λέει η θυγατέρα της: «θα έφαγες κανέναν και για κείνον σου μυρίζει».

Το πρωί, μόλις έφυγεν η μάνα της, τον έβγαλε από μέσα απ’ το σεντούκι. Έπειτα τα μιλήσανε οι δύο να φύγουν. Μα σε κείνο το σπίτι όλα μιλούσανε. Για να μη το πούνε που φύγανε, πιάσανε και τα δέσανε όλα το στόμα τους κι ύστερα φύγανε. Μόλις φύγανε, πήγε η γριά η δράκαινα στο σπίτι. Φωνάζει, ξαναφωνάζει: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Κανένας δεν αποκρίνεται. Σαν είδε που δε φάνηκε, σκαρφάλωσε κι ανέβηκε απάνω. Ξαναφωνάζει πάλι:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, που είσαι;

Όλα είχαν δεμένο το στόμα τους και δεν αποκρίθηκαν. Μόνο το γουδί αστόχησαν να δέσουν το στόμα του κι από κει στην κώχη που καθότανε αποκρίθηκε και είπε: «Χτες ήρθε του βασιλιά ο γιος και τον έκρυψε και τώρα φύγανε μαζί». Σαν το άκουσε αυτό η δράκαινα, θε να τρελλαθεί. Είχε μες στο στάβλο μίαν αρκούδα, πάει την παίρνει, ανεβαίνει απάνω και απολιέται καταπόδι τους. Πήγε, πήγε δρόμο πολύν, τους έφτασε. Το κορίτσι είχε μαζί του τα χτένια του και το πεσκίρι του. Σαν είδε που τους έφτασε, ρίχνει το χτένι το αρύ και γίνεται μια παλιούρια και δεν μπορούσε να περάσει η δράκαινα. Τράβηξε η αρκούδα από δω, τσαλαπάτησε από κει, άνοιξε τόπο με τα χίλια ζόρια και πέρασε. Πήγε, πήγε, πάλι τους έφτασε. Σαν είδαν πως τους έφτασε, ρίχνει το κορίτσι το χτένι το πυκνό και γίνεται μια αγκάθια ακόμα πιο πυκνή. Όσο να ξεμπλέξει η αρκούδα, εκείνοι πήγαν πολύ μακριά. Πέρασε πάλι η αρκούδα, πήγε, πήγε, τους πρόφτασε. Σαν είδαν πάλι που τους έφτασε, ρίχνει το πεσκίρι και γίνεται θάλασσα. Η κακότυχη η μπάμπω, η δράκαινα, έκλαιγε και παρακαλούσε τη θυγατέρα της να γυρίσει πίσω».

εκείνη δεν την άκουσε, δεν ήθελε ν’ αφήσει τον άντρα της. II δράκαινα, σαν είδε που δεν μπορούσε να καταφέρει τη θυγατέρα της, γυρίζει και. της λέει! «Εσύ, κορίτσι μου, αφήκες εμένα τη μάνα σου κι ακολούθησες αυτόν, μα στάσου να σου πω κι εγώ τι θα σου κάνει αυτός. Τώρα κει που θα πάτε, θα σ’ αφήσει απάνω σ’ ένα δέντρο, αφορμή να πάει να πάρει τη μάνα του να ‘ρθουν να σε πάρουν, και θα τον φιλήσει η μάνα του και θα αστοχήσει και θα πάρει άλληνα. Μόνο εσύ να κατέβεις απ το δέντρο, να πας εκεί που ζυμώνουν ψωμιά για τη χαρά και να κάνεις ό,τι κάνεις να πάρεις ένα κομμάτι ζυμάρι και να κάνεις από κείνο δύο πουλάκια, να τα στείλεις να πάνε να κάτσουν στο παραθύρι του να τον ξυπνήσουν, για να σε συλλογιστεί».

Κατά πως το είπεν η μάνα της, έτσι το έπαθε. Όταν ήρθε κοντά στου βασιλιά το παλάτι, ανέβηκε εκείνη απάνω σ’ ένα δέντρο. Έκατσε, έκατσε, είδε που δε φάνηκε να ‘ρθουνε να την πάρουν, στενοχωρήθηκε. Έγινε μια κατσιβέλα και πήγε στο φούρνο. Είδε κει που πλάθανε ψωμιά και ρώτησε! «Τι θα τα κάνετε τόσα ψωμιά;» Της είπανε! «Του βασιλιά ο γιος θα κάνει χαρά και για τη χαρά τα ψήνουμε».

storiesFolk

Από δω είχε, από κει είχε, έκλεψε ένα κομμάτι ζυμάρι, έκανε δύο πουλάκια, τα έστειλε στου βασιλιά το παραθύρι κι αυτή πάλι γύρισε και πήγε κι ανέβηκε απάνω σε κείνο το δέντρο. Πήγανε τώρα τα πουλάκια, έκατσαν πάνω στο παραθύρι κι άρχισε το ένα να λέει στο άλλο! «θυμάσαι άραγε που έτρεχες τρεις μήνες και γύρευες την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη χρυσομαλλούσα;» «Δε θυμούμαι», έλεγε το άλλο. «θυμάσαι που ήρθες κι ανέβηκες απάνω στο δέντρο και, σαν έφυγε η μάνα μου, φώναξες, Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου, κι έριξα τα μαλλιά μου κι ανέβηκες και σε τύλιξα μες στο πάπλωμα;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που ήρθε η μάνα μου κι εφάγαμε και, σαν την ξεπροβόδισα, σ’ έβγαλα κι εφύγαμε κι εμείς; Και κείνη σαν πήγε στο σπίτι και είδε που δεν ήμουνα, ανέβηκε πάνω στην αρκούδα και μας έφτασε;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που έριξα το χτένι το αρύ κι έγινε μια παλιούρια και την τσάκισε η αρκούδα με τα δόντια της και μας έφτασε πάλι;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που έριξα το πυκνό το χτένι κι έγινε μια ακόμα αγκάθια και πάλι πέρασε και μας έφτασε κι ύστερα έριξα το πεσκίρι κι έγινε θάλασσα και δεν μπρόρεσε πια να περάσει;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που μ’ ανέβασες πάνω σ ένα δέντρο και πήγες να φέρεις αμάξια να με πάρεις και σε φίλησε η μάνα σου και κοιμήθηκες και μ’ αστόχησες;» «Α! θυμούμαι, θυμούμαι, θυμούμαι».

Του βασιλιά ο γιος όλα αυτά τα άκουσε, γιατί απ’ την αρχή ήτανε ξυπνητός. Πρώτα δεν καταλάβαινε τι ήθελαν να πούνε τα πουλιά, μα ευθύς κατόπι του ήρθαν στο νου όλα. Σηκώνεται τότε, πάει στο δέντρο, πήρε την Ανθούσα κι έκανε μια χαρά που βάσταξε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και με κέρασε του βασιλιά η γυναίκα τρεις χρυσές κούπες κρασί.

Ο «Σαράντα καθιστός και που να σηκωθώ ορθός»

παιδί με σπαθί(Παραμύθι από τη Πελοπόννησο)

Μιά φορά κι ένα καιρό, στην φημισμένη καστροπολιτεία της Κορίνθου, ζούσε ένας γέρος βασιλιάς, καλός και δίκαιος, μαζί με την μονάκριβη και πεντάμορφη κόρη του. Στην άλλη άκρη της πολιτείας αυτής, ζούσε με την μάνα του την κυρά Πολυξένη, ο Θοδωρής, ένα νέο κι όμορφο παλικάρι, με μάτια γεμάτα όνειρα κι άδειες τσέπες. Η μάνα του πολύ τον εκαμάρωνε τον γιόκα της, τέτοιο λεβέντη , μα είχε κι ένα καημό: βλέπετε, ο Θοδωρής ήταν γερός και καλόψυχος, έστυβε δε πέτρα με τα χέρια του, αλλά όπως όλοι οι ονειροπόλοι, ήταν τεμπελάκος. Ο,τι δουλειά και να τον έβαζες να κάνει, κουραζόταν εύκολα, το έριχνε στην ξάπλα. Μόνο ένα πράμα είχε κατά νου, να σκοτώνει μύγες, μάλιστα το είχε αναγάγει σε τέχνη, καθόταν ξαπλωτός και με το σπαθί του πατέρα του , κατάφερνε το θηρίο και σκότωνε μύγες, μάλιστα τις έκοβε στα δύο, κι όσο πιο πολλές, τόσο πιο καλά!

Η αλήθεια είναι ότι σε αυτό το αγώνισμα δεν τον έφτανε κανείς, με τόσο ζήλο το εξασκούσε κι αφοσίωση, σε βαθμό που απέλπιζε την μάνα του και προκαλούσε το γέλιο στους φίλους και συγχωριανούς. ’Eφτασε μάλιστα ο αθεόφοβος να θερίσει με μία σπαθιά τόσες πολλές μύγες, ώστε έβαλε να χαράξουν στο σπαθί την επιγραφή : «ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΑΘΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ ΟΡΘΟΣ»!

‘Ολα αυτά , διασκέδαζαν τον κόσμο, που δεν άργησαν να του το κολλήσουν σαν παρατσούκλι , κι αντί να τον φωνάζουν με το ονομά του, τον φώναζαν ο «σαράντα καθιστός και που να σηκωθώ ορθός», προς μεγάλη αγανάκτηση της κυρα-Πολυξένης, και προς μεγάλη ικανοποίηση του Θοδωρή, που δεν καταλάβαινε την πλάκα.

Ο καιρός περνούσε, ήρθε το καλοκαίρι, αυξήθηκαν οι μύγες-θύματα του Θοδωρή, η κυρά Πολυξένη έταζε λαμπάδες στην Παναγιά , μπας και συνέλθει το βλαστάρι της, αλλά ο Θοδωρής το βιολί του, ξάπλα, σωροί από σκοτωμένες μύγες κι άγιος ο Θεός.

Όμως, με το πού μέστωσε το στάρι κι άρχισε ο θερισμός, μάζευαν με γέλια και τραγούδια οι κοπέλες και οι κολλήγοι το χρυσό καρπό, πλάκωσαν και οι ληστές, που ήθελαν να κάνουν τις προμήθειές τους κι αυτοί για τον χειμώνα. Βλέπετε, η καστροπολιτεία ήταν φημισμένη για τα καλά της κι ακόμα και οι πιο φτωχοί το χαν πάντα εξασφαλισμένο και πλούσιο το τραπέζι τους.

Οι βιγλάτορες έστειλαν τα μαντάτα μάνι-μάνι στον βασιλιά, ότι ένα τσούρμο κατευθυνόταν προς τα μέρη τους κι αυτός ευθύς αμέσως συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Έλα όμως που η καλοπέραση, η ησυχία και η καλοκαιρινή ραστώνη είχε βαρύνει τους υπερασπιστές του κάστρου, κι έτσι άρχισαν να τα μασάνε στον γέρο-βασιλιά.

«Ξέρετε, αφέντη μας, εμείς κατέχομε την ευγενή τέχνη του πολέμου, σύμφωνα με τους νόμους της ιπποσύνης, δεν σκαμπάζομε από …κοινούς ληστές», δικαιολογήθηκαν.

Ο βασιλιάς στράβωσε και τους κοίταξε αυστηρά, αλλά κατάλαβε ότι δεν είχε τίποτα να περιμένει από τους τεμπελχανάδες αυτούς, ο κίνδυνος πλησίαζε κι αυτός δεν μπορούσε λόγω αρθριτικών και γεραμάτων να ηγηθεί εναντίον των ληστών.

«Ας είναι», διέταξε « Βρείτε μου ανάμεσα στον γενναίο λαό μας τον υπερασπιστή μας και φέρτε τον μπροστά μου. Τουλάχιστον, αυτό μπορείτε να το κάνετε».

Οι ιππότες έσκυψαν το κεφάλι και υποκλίθηκαν, ήξεραν ότι έπεσαν στην δυσμένεια του βασιλιά, αλλά το κεφάλι τους στη θέση τους είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τον θυμό του βασιλιά. Στο μεταξύ, οι φήμες για το σκυλολόι των ληστών, που πλησίαζε απειλητικά, θέριεψαν, μέχρι που ένας γέρος πλακατζής φώναξε στον Θοδωρή «άντε γιέ μου, εσύ θα διώξεις τους ληστές, σαν τις μύγες θα τους θερίσεις, που σαι κι εξασκημένος!!!!». Ο Θοδωρής κορδωνόταν κι απολάμβανε τις ζητωκραυγές των άλλων πλακατζήδων, αγνοώντας πάντα το δούλεμα που του έκαμαν. Γέλια παντού, η μάνα του Θοδωρή κούναγε το κεφάλι αμίλητη, βλέποντας τον ανόητο το γιο της να φουσκώνει από υπερηφάνεια και να δηλώνει ότι θα τους σώσει! Με τα πολλά, όλη αυτή η φάρσα ξεπέρασε τα σύνορα της γειτονιάς κι εξαπλώθηκε, αρκούντως αλλαγμένη και ηρωοποιημένη, από άκρη σε άκρη σε όλη την καστροπολιτεία.

Όπως ήταν φυσικό, τα νέα έφτασαν και στο παλάτι, κι οι υπασπιστές του βασιλιά ξαμολήθηκαν να φέρουν τον υπερασπιστή της καστροπολιτείας ενώπιον του βασιλιά. Ο Θοδωρής έσφιξε το ζωνάρι με το περίφημο σπαθί του γερά στη μέση του, φίλησε τη μάνα του κι ακολούθησε τους άντρες του βασιλιά, γεμάτος καμάρι και αποφασιστικότητα. Στην διαδρομή προς το παλάτι, του διηγήθηκαν τα κατορθώματα των ληστών κι ο φουκαράς άρχισε να ιδρώνει και να ξεροκαταπίνει, αλλά ντράπηκε να δείξει τον φόβο του.

Ο βασιλιάς τον κοίταξε με το αετίσιο βλέμμα του καλά-καλά, σαν να μην του γέμιζε το μάτι τούτο το παλικαρόπουλο, αλλά του έγνεψε να πλησιάσει στον θρόνο. Το παλικάρι, εντυπωσιασμένο από την αίθουσα του θρόνου και το μεγαλείο του γέρου βασιλιά, μιας και τον έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή του από τόσο κοντά, γονάτισε και φίλησε το δαχτυλίδι που φορούσε στο ρυτιδιασμένο χέρι του ο βασιλιάς, έμβλημα της καστροπολιτείας.

«Αυτός που θα νικήσει τους ληστές και αποδειχτεί άξιος υπερασπιστής μας, θα πάρει το μισό βασίλειό μου και την κόρη μου για γυναίκα του» είπε ο βασιλιάς

«Με την βοήθεια του Θεού, θα αγωνιστώ και θα νικήσω» αποκρίθηκε ο Θόδωρος.Μέσα του το φυλλοκάρδι του έτρεμε, αλλά τώρα που είχε μπει στον χορό, θα χόρευε.

«Οι ληστές έχουν κρυφτεί για την ώρα στην Τυφλή σπηλιά, άρα είναι τρεις ώρες με το άλογο μακριά από τα Πέρα Χτήματα», τον πληροφόρησε ο υπασπιστής.

«Οι τρεις υπασπιστές μου θα σε συνοδέψουν και θα σε υπηρετούν. Καλή επιτυχία», είπε ο βασιλιάς και ζήτησε να δώσουν άλογο και πανοπλία στον υπερασπιστή. Οι υπασπιστές χλόμιασαν, κοιτάχτηκαν απελπισμένοι αλλά δεν τόλμησαν να αντιταχθούν στην βούληση του βασιλιά.

Όταν έφτασαν στα Πέρα Χτήματα, ο Θοδωρής έβγαλε το σπαθί του κι άρχισε να το κραδαίνει για να εντυπωσιάσει τους υπασπιστές. ‘Ύστερα, ξάπλωσε χαλαρός κάτω από μία χοντρή ελιά, έτοιμος για όλα.

Οι υπασπιστές διάβασαν την επιγραφή στο σπαθί και τον ρώτησαν με μία φωνή: «Αλήθεια, έχεις φάει με μία σπαθιά σαράντα ξαπλωτός;»

«Αμέεεε», γέλασε το παλικάρι, «και πού να σηκωθώ ορθός», παραλείποντας να διευκρινίσει οτι αναφερόταν σε μύγες και όχι σε ληστές.

«Αν είναι έτσι, τότε εμάς δεν μας χρειάζεσαι…», είπε ο μεγαλύτερος από τους υπασπιστές και τον χαιρέτησε. Ετσι, οι γενναίοι υπασπιστές του βα-σιλιά, όπως αρμόζει στους βασιλικούς κύκλους, έκοψαν ρόδα μυρωμένα, που λέει κι ο λαός, μπροστά στον κίνδυνο και άνανδρα τον παράτησαν μονάχο.

Ο Θοδωρής, δεν ανησύχησε, ξάπλωσε πιο αναπαυτικά και σκέφτηκε με την τεμπέλικη αισιοδοξία που τον χαρακτήριζε, ότι κάπως θα ξελάσπωνε, αρκεί να έπαιρνε έναν υπνάκο, γιατί όλες αυτές οι συγκινήσεις τον είχαν κουράσει.

Ο υπερασπιστής κοιμόταν του καλού καιρού , με τον βαθύ ύπνο της ανέμελης νιότης, όταν έφτασαν κοντά του δύο από το τσούρμο ληστών. Βλέπετε, ο αρχιληστής ήξερε ότι ο βασιλιάς ήταν σκληρό καρύδι κι έστειλε δύο άντρες να κατασκοπεύσουν για να δουν τι ετοίμαζαν εναντίον τους. Νευρικοί κι ανήσυχοι, οι δύο ληστές κοίταζαν να δουν στρατό,
φρουρά αλλά μόνο το ελαφρύ ροχαλητό του Θοδωρή ακουγόταν και πουθενά κανείς. Άρχισαν να χαλαρώνουν, παραξενεμένοι από τον γαλήνιο ύπνο του παλικαριού, που κοιμόταν χωρίς έγνοιες, ολομόναχος χωρίς φρουρά , χωρίς τίποτα.

Ξαφνικά, ο ένας από δαύτους είδε το σπαθί, διάβασαν την επιγραφή, πίστεψαν ότι ο κοιμισμένος ήταν μεγάλος πολεμιστής , για να κοιμάται μάλιστα στη μέση του πουθενά ολομόναχος και χωρίς κανένα να τον φυλάει, και το έβαλαν στα πόδια ανάστατοι. Αν αυτός σκότωνε με μια σπαθιά σαράντα ανθρώπους, είπαν στον αρχηγό τους φοβισμένοι, τι ελπίδα είχαν είκοσι ξεθεωμένοι από την πείνα, την αϋπνία και το κυνηγητό φουκαράδες σαν κι αυτούς; Ο αρχιληστής παραξενεύτηκε, αλλά ύστερα το ξανασκέφτηκε, ο βασιλιάς δεν ήταν από αυτούς που άφηνε τίποτα στην τύχη, από την άλλη οι σκληροτράχηλοι κατάσκοποί του έδειχναν εντυπωσιασμένοι από τον μεγάλο πολεμιστή, κι έτσι συνετά αποφάσισε να αλλάξει ρότα και να αναζητήσει κάποια πιο εύκολη λεία.

Τα μαντάτα για την άτακτη υποχώρηση των ληστών, χωρίς καν μάχη τα πρόφτασαν οι βιγλάτορες πριν καλά καλά ο Θοδωρής ξυπνήσει. Χαρούμενοι, οι υπασπιστές, νομίζοντας ότι η ανδρεία του παλικαριού έδιωξε μακριά τους ληστές, τον πήραν σηκωτό και τον επευφημούσαν.

Ο Θοδωρής έτριβε τις τσίμπλες από τα μάτια του ακόμα, ενώ τον οδηγούσαν στο παλάτι, μέσα από ένα πλήθος λαού που ζητωκραύγαζε για την σωτηρία τους. Μέχρι να υποκλιθεί στον βασιλιά, το είχε πιστέψει μέσα του ότι η ανδρεία του έσωσε τον τόπο και έδιωξε το κακό μακριά.

Αμέσως έγιναν οι γάμοι του με την βασιλοπούλα, που ήταν πολύ ευχαριστημένη που πήρε άντρα ένα τόσο γενναίο κι όμορφο παλικάρι και ο βασιλιάς τον έχρισε διάδοχό του.

Η κυρά Πολυξένη , καμάρωνε χωρίς να πολυκαταλαβαίνει πώς ο ακαμάτης ο γιος της που βάραγε μύγες όλη μέρα, πήρε προίκα το μισό βασίλειο και γυναίκα του την βασιλοπούλα, όσο για τους άλλους που τον κοροίδευαν, πείστηκαν κι αυτοί ότι όντως ο « σαράντα ξαπλωτός και πού να σηκωθώ ορθός» ήταν σπουδαίος πολεμιστής, και ξέχασαν την καζούρα που του έκαναν.

Κι έτσι ζήσαν αυτοί καλά και μείς καλύτερα.

Η γοργόνα και ο κάβουρας

female1(Λαϊκό παραμύθι από τη Κεφαλονιά)

Μια φορά και πολλούς καιρούς πίσω, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένα πανέμορφο βασιλόπουλο που είχε όλα τα καλά. Κάθε μέρα ήταν όπως και η προηγούμενη, γεμάτη χαρά, φωνές και ξεγνοιασιά. Όμως όλη αυτή την χαρά την παρατήρησε και τη ζήλεψε μια κακιά μάγισσα, η οποία ζούσε σε ένα σπιτάκι έξω από το βασίλειο, δεν συμπαθούσε ούτε τη σκιά της.

Έτσι μια μέρα όταν το βασιλόπουλο είχε βγει για κυνήγι μαζί με τη βασιλική συνοδεία η μάγισσα βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που είχε στο νου της. Σε κάποια στιγμή το βασιλόπουλο μαγεμένο από ένα φωτεινό ελάφι ξέφυγε από την βασιλική συνοδεία στην προσπάθεια του να το πιάσει. Έτρεχε, έτρεχε μέχρι που έ
φτασε σε ένα ξέφωτο και εκεί είδε το ελάφι σε μια λιμνούλα να πίνει νερό. Του άρεσε τόσο πολύ αυτή η εικόνα που του ήταν αδύνατο να το σκοτώσει. Καθώς είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής για να βρει τους άλλους έπεσε πάνω σε μία γριούλα που δε φαινόταν να είναι καλά αμέσως πήγε κοντά της να την βοηθήσει και τότε αυτή σήκωσε το ραβδί της είπε κάτι που το βασιλόπουλο δεν το κατάλαβε και την επόμενη στιγμή εκεί που κοίταζε τα χέρια του, βλέπει δύο δαγκάνες και ξαφνικά ο κόσμος γύρω του ήταν τόσο διαφορετικός και μεγάλος!

Η μάγισσα γέλασε δυνατά και είπε: «τόσο καιρό έβλεπες τον κόσμο από ψηλά τώρα ήρθε ο καιρός να τον δεις και από τα χαμηλά! Ήσουν όμορφο και δυνατό παλικάρι, τώρα είσαι ένα μικρός κάβουρας, για να μάθεις ότι δεν υπάρχει μόνο η ομορφιά και η δόξα σε αυτή τη ζωή». Το καημένο το βασιλόπουλο τα ‘χε χάσει τελείως. Πότε δεν είχε κάνει κακό σε κανένα κι απορούσε που έφταιξε και του μιλούσε έτσι η μάγισσα που χάθηκε μες στο
σκοτάδι της νύχτας χωρίς να πει κάτι άλλο.

Το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το βασίλειο του κουρασμένο από το δρόμο έπεσε κάτω από ένα δέντρο να ξαποστάσει και ‘κει τον πείρε ο ύπνος. Ακόμη και στα όνειρα του τον κυνηγούσε η κακιά μάγισσα κι έβλεπε εφιάλτες. Το επόμενο πρωί όταν έφθασε επιτέλους στο σπίτι του κανένας δεν τον αναγνώρισε, ούτε οι γονείς του. Και έκλαιγε με λυγμούς γιατί δεν ήξερε που ανήκει, Έπειτα, όταν έκατσε και το σκέφτηκε αποφάσισε να πάει στη θάλασσα – άλλωστε εκεί ήταν η θέση του πια ως καβούρι.

Κατέβηκε στη παραλία και κει τραγουδούσε όλη μέρα και όλη νύχτα το καημό του, ώσπου το τραγούδι του έγινε γνωστό σε όλη την θάλασσα. Έμαθε γι αυτόν μια μέρα η πριγκίπισσα του βυθού ,η πιο όμορφη γοργόνα της θάλασσας και ένιωσε τον πόνο του και θέλησε να πάει να τον βρει. Ένα βράδυ πήγε κοντά στη παραλία και τον άκουσε. Η θλίψη γέμισε τα μάτια της με δάκρυα και αμέσως πήγε στην ακτή και του έσκασε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο.

Ήταν μεγάλη η έκπληξη του βασιλόπουλου και ακόμα μεγαλύτερη όταν είδε τα χέρια του ξανά. Ναι, ήταν και πάλι ο εαυτός του! Ευχαρίστησε την γοργόνα και της διηγήθηκε όλη την ιστορία του και εκείνη με τη σειρά της του είπε: ότι μόνο αγάπη χρειαζόταν για να λυθούν τα μάγια και ότι η γριούλα ζήλευε πολύ και ήθελε και εκείνη στην πραγματικότητα λίγη αγάπη!

Η γοργόνα και το βασιλόπουλο παντρευτήκαν και έζησαν μαζί μέχρι τα βαθειά τους γεράματα έχοντας μαζί τους όλους τους φίλους τους ακόμη και την κακιά μάγισσα που στο τέλος έγινε καλή και έκανε πολλά καλά για όσο καιρό έζησε