Παραμύθι: Οι Δύο Βάτραχοι

Βάτραχος παραμυθιού

(Παραμύθι από τη μακρινή Ιαπωνία)

Πριν από χρόνια πολλά, στην Ιαπωνία των πολλών μυστηρίων, ζούσαν δύο βάτραχοι. Ο ένας έφτιαξε το σπίτι του στην παραλία κοντά στην πόλη Οσάκα. Ο άλλος κατοικούσε σε ένα μικρό καθαρό χείμαρρο που περνούσε μέσα από την πόλη Κιότο. Αφού τους χώριζε τόση μεγάλη απόσταση δεν είχαν δει ή ακούσει ποτέ ο ένας τον άλλο. Όμως, τους ήρθε ταυτόχρονα η ιδέα να δουν λίγο τον κόσμο: ο βάτραχος που ζούσε στο Κιότο θέλησε να επισκεφτεί την Οσάκα, που κάτι είχε ακούσει γι΄αυτήν από το φίλο του τον σπουργίτη, ενώ ο βάτραχος που ζούσε στην Οσάκα επιθυμούσε να πάει στο Κιότο, για το οποίο τόσα του είχε πει ο κυρ-περιστέρης.

Οπότε, ένα ωραίο πρωινό με καιρό φτιαγμένο για ταξίδια, ξεκίνησαν και οι δύο στο δρόμο που οδηγεί από το Κιότο στην Οσάκα, ο ένας από τη μία μεριά κι ο άλλος από την άλλη. Το ταξίδι ήταν πολύ πιο κουραστικό από ό,τι περίμεναν, μιας και περίπου στη μέση των δύο πόλεων υψωνόταν ένα βουνό, το οποίο θα έπρεπε να ανέβουν. Τους πήρε πολύ ώρα και πολλά μεγάλα πηδήματα για αν φτάσουν στην κορυφή, και όταν έφτασαν ξαφνιάστηκαν να δουν τον άλλο βάτραχο μπροστά τους!

Κοίταξαν ο ένας τον άλλο για μια στιγμή και μετά άρχισαν να συζητούν, εξηγώντας το πως βρέθηκαν και οι δυό τόσο μακριά από τα σπίτια τους. Χάρηκαν σαν ανακάλυψαν ότι και οι δύο έκαναν την ίδια ευχή – να μάθουν λίγο παραπάνω για τη χώρα τους, να δουν λίγο παραπάνω από τον αχανή κόσμο – και αφού δεν υπήρχε λόγος βιασύνης ξάπλωσαν σε ένα δροσερό, υγρό μέρος, και συμφώνησαν να ξεκουραστούν για λίγο πριν χωριστούν πάλι οι δρόμοι τους.

«Τι κρίμα που δεν είμαστε ψηλότεροι», είπε ο βάτραχος από την Οσάκα, «γιατί τότε θα μπορούσαμε να δούμε και τις δύο πόλεις από εδώ και θα αποφασίζαμε αν αξίζει τον κόπο να πάμε».

«Μα αυτό μπορούμε να το λύσουμε εύκολα», του απάντησε ο βάτραχος από το Κιότο, «Αρκεί να σταθούμε στα πίσω πόδια μας και να κρατήσουμε ο ένας τον άλλο, και τότε θα μπορεί ο καθένας να δει την πόλη προς την οποία ταξιδεύει».

Αυτή η ιδέα άρεσε τόσο πολύ στο βάτραχο από την Οσάκα που αμέσως  έβαλε τα μπροστινά του πόδια στους ώμους του φίλου του, που είχε επίσης σηκωθεί. Εκεί στέκονταν και οι δύο, προσπαθώντας να τεντωθούν όσο πιο ψηλά μπορούσαν και κρατούσαν ο ένας τον άλλο σφιχτά, για να μην πέσουν κάτω. Ο βάτραχος από το Κιότο έστρεψε τη μύτη του προς την Οσάκα και ο βάτραχος από την Οσάκα έστρεψε την μύτη του προς το Κιότο. Αλλά τα ανόητα πλάσματα ξέχασαν ότι τα μεγάλα μάτια τους ήταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους! Οπότε, σαν στέκονταν όρθιοι, αν και οι μύτες τους ήταν προς το μέρος που ήθελαν να πάνε, τα μάτια τους κοίταζαν τα μέρη από τα οποία είχαν έρθει.

«Ω, μα το Κιότο δείχνει ολόιδιο με την Οσάκα», είπε ο βάτραχος από την Οσάκα, «Σίγουρα δεν αξίζει τόσο μεγάλο ταξίδι. Θα πάω σπίτι.»

«Αν γνώριζα ότι η Οσάκα ήταν απλά ένα αντίγραφο του Κιότο, δεν θα είχα ποτέ ταξιδέψει όλο αυτό το δρόμο» είπε ο βάτραχος από το Κιότο, και καθώς μιλούσε τράβηξε τα χέρια του από τους ώμους του φίλου του και έπεσαν και οι δύο κάτω.

Αποχαιρέτησαν ευγενικά ο ένας τον άλλο και ξεκίνησαν για το σπίτι τους. Κι ό,τι κι αν άκουγαν από εκείνους που είχαν δει και τις δυο πόλεις, μέχρι το τέλος της ζωής τους πίστευαν ότι η Οσάκα και το Κιότο, που είναι τόσο διαφορετικές, ήσαν ολόιδιες!

Παραμύθι – Ο θρύλος της Μα-κα-χίγια

νεραϊδα και λουλούδι

 

Μύθος της Λατινικής Αμερικής

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα ζευγάρι που επιθυμούσε πολύ μια κόρη. Η επιθυμία τους έγινε πραγματικότητα, και απέκτησαν ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Την ονόμασαν Μαρία.

Η Μαρία ήταν το πιο ντροπαλό κοριτσάκι στη χώρα. Σχεδόν ποτέ δεν έβγαινε από το σπίτι, και χαμήλωνε το βλέμμα και αποτραβιόταν αν την κοιτούσε κάποιος. Πριν προλάβει να μεγαλώσει όμως, οι Κονκισταδόρς ήρθαν και στη περιοχή της. Αδίστακτοι, διψασμένοι για χρυσάφι, ανυπόμονοι να βασανίσουν και να σκοτώσουν όποιον έβρισκαν στο δρόμο τους, αν δεν τους έδινε ό,τι ζητούσαν.

Τρομαγμένοι οι γονείς της Μαρίας έτρεξαν να απομακρυνθούν και να κρυφτούν, μα σύντομα κατάλαβαν ότι η Μαρία δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει στο δύσβατο δρόμο προς την ασφάλεια. Απελπισμένοι, σκέφτηκαν να κρύψουν το μονάκριβο κορίτσι τους ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους και την ορμύνευσαν να μη μείνει ήσυχη μέχρι να απομακρυνθούν οι παλιάνθρωποι που λεηλατούσαν τα πάντα.

Σαν έφυγαν οι κονκινσταδόρς, για να συνεχίσουν αλλού το πλιάτσικο, οι γονείς της έτρεξαν να τη βρούν. Αλλά μάταια! Ανάμεσα στους θάμνους που την είχαν κρύψει, είδαν ένα μικρό όμορφο λουλούδι, που σαν πλησίαζες να το ακουμπήσεις, έκλεινε τα πέταλα του αμέσως.

παραμύθι - www.tsipiriki.gr

Σίγουροι πως το λουλούδι ήταν η ντροπαλή κόρη τους, το ονόμασαν Μα-κα-χίγια, που σημαίνει ‘μην με ακουμπάς’.

To Έλατο

santa-claus-496240_640(του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

Βαθιά στο δάσος, εκεί όπου ο ζεστός ήλιος κι ο δροσερός αέρας σχημάτιζαν ένα γλυκό ήσυχο μέρος, μεγάλωνε ένα μικρό, όμορφο έλατο. Ωστόσο, δεν ήταν χαρούμενο κι ευχόταν να γίνει ψηλό όσο οι σύντροφοι του – τα πεύκα και τα έλατα που μεγάλωναν γύρω του. Ο ήλιος έλαμπε και ο απαλός αέρας πετάριζε τα φύλλα του και τα μικρά παιδιά του χωριού περνούσαν από δίπλα του πολυλογώντας χαρούμενα, όμως το έλατο δεν τα άκουγε. Κάποιες φορές τα παιδιά θα έφερναν ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο βατόμουρα ή φράουλες, τυλιγμένο σε άχυρο και κάθονταν κοντά στο έλατο λέγοντας «Δεν είναι ένα όμορφο μικρό δέντρο;» κάνοντας το να αισθάνεται ακόμη πιο δυστυχισμένο από πριν. Και όλα αυτά ενώ το δέντρο γινόταν κατά μια χαρακιά ψηλότερο, καθώς από τον αριθμό των γραμμών στον κορμό ενός δέντρου, μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε την ηλικία του. Παρόλ’ αυτά, όσο μεγάλωνε παραπονιόταν, «Ω! πόσο θα ήθελα να ήμουν τόσο ψηλό, όσο τ’ άλλα δέντρα. Τότε θα άπλωνα τα κλαδιά μου σε κάθε μεριά και η κορυφή μου θα κοιτούσε από ψηλά τον απέραντο κόσμο. Τα πουλιά θα έχτιζαν τις φωλιές τους στα κλωνάρια μου και όταν φυσούσε ο άνεμος, θα έσκυβα με επιβλητική μεγαλοπρέπεια, όπως οι ψηλοί σύντροφοι μου».

Το δέντρο ήταν τόσο δυστυχισμένο, ώστε δεν απολάμβανε τον ζεστό ήλιο, τα πουλιά ή τα ροδαλά σύννεφα που έπλεαν από πάνω του πρωί και βράδυ. Μερικές φορές, το χειμώνα, όταν το χιόνι έπεφτε άσπρο και λαμπερό στο έδαφος, ένας λαγός θα ερχόταν αναπηδώντας και πηδούσε πάνω από το μικρό δέντρο. Πόσο πολύ φοβόταν! Πέρασαν δυο χειμώνες και όταν ήρθε ο τρίτος, το δέντρο είχε γίνει τόσο ψηλό, ώστε ο λαγός ήταν υποχρεωμένος να τρέχει γύρω του. Ωστόσο, παρέμενε ανικανοποίητο και αναφωνούσε «Ω, αν μπορούσα να συνεχίσω να ψηλώνω και να μεγαλώνω! Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που ν’ αξίζει στον κόσμο!»

Το φθινόπωρο, ως συνήθως, ήρθαν οι ξυλοκόποι κι έκοψαν αρκετά από τα ψηλότερα δέντρα και το νεαρό έλατο, που τώρα είχε φτάσει στο απόλυτο ύψος του, αναριγούσε καθώς τα περήφανα δέντρα έπεφταν στη γη μ’ έναν κρότο. Όταν κόβονταν τα κλαδιά τους, οι κορμοί έμοιαζαν τόσο λεπτοί και γυμνοί, που δύσκολα μπορούσαν ν’ αναγνωριστούν. Μετά τους τοποθετούσαν στα βαγόνια και τ’ άλογα τα έσερναν μακριά από το δάσος. «Πού πήγαιναν; Τι θ’ απογίνονταν;» Το νεαρό έλατο ήθελε πάρα πολύ να μάθει, κι έτσι την άνοιξη, όταν ήρθαν τα χελιδόνια και οι πελαργοί, ρώτησε: «Ξέρετε πού πήγαιναν εκείνα τα δέντρα; Τα συναντήσατε;»

Τα χελιδόνια δεν γνώριζαν τίποτε, όμως ο πελαργός, ύστερα από λίγη περίσκεψη, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Ναι, νομίζω ότι ξέρω. Συνάντησα αρκετά νέα πλοία, όταν πέταξα από την Αίγυπτο και είχαν τέλεια κατάρτια, που μύριζαν σαν έλατο. Νομίζω ότι ήταν εκείνα τα δέντρα. Σε διαβεβαιώ ότι ήταν στητά, πολύ στητά».
«Ω, πόσο θα’θελα να ήμουν αρκετά ψηλό για να πήγαινα στη θάλασσα», είπε το έλατο. «Πώς είναι η θάλασσα και με τι μοιάζει;».
«Θα χρειαζόταν πολύ ώρα για να σου εξηγήσω», είπε ο πελαργός πετώντας γρήγορα μακριά.
«Απόλαυσε τη νιότη σου» είπε η ηλιαχτίδα. «Απόλαυσε τη δροσερή σου ανάπτυξη και τη νεαρή ζωή που βρίσκεται μέσα σου».

Και ο άνεμος φίλησε το δέντρο και η πάχνη το πότισε με δάκρυα, όμως το έλατο δεν τους έδωσε σημασία. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και πολλά νεαρά δέντρα κόπηκαν, ορισμένα κοντύτερα και νεότερα από το έλατο, το οποίο δεν απολάμβανε ούτε την ησυχία ούτε τη γαλήνη επιθυμώντας ν’ αφήσει το σπίτι του το δάσος. Αυτά τα νεαρά δέντρα, τα οποία επιλέχτηκαν για την ομορφιά τους, κράτησαν τα κλαδιά τους κι επίσης τοποθετήθηκαν σε βαγόνια και μεταφέρθηκαν από άλογα έξω από το δάσος.

«Πού πηγαίνουν», ρώτησε το έλατο. «Δεν είναι ψηλότερα από μένα. Στην πραγματικότητα, το ένα είναι πολύ κοντύτερο. Και γιατί δεν κόπηκαν τα κλαδιά τους; Πού πηγαίνουν;».
«Ξέρουμε, ξέρουμε», τραγούδησαν τα χελιδόνια. «Κοιτάξαμε στα παράθυρα των σπιτιών στην πόλη και γνωρίζουμε τι έγινε μ’ αυτά. Ντύνονται με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο. Τα έχουμε δει να στέκονται στη μέση ενός ζεστού δωματίου και να στολίζονται με κάθε είδους όμορφα πράγματα: γλυκά, επιχρυσωμένα μήλα, παιχνίδια και πολλές εκατοντάδες κεράκια».
«Και τότε», ρώτησε το έλατο τρέμοντας με όλα του τα κλαδιά, «και μετά τι γίνεται;».
«Δεν είδαμε τίποτε περισσότερο», είπαν τα σπουργίτια, «όμως αυτό ήταν αρκετό για μας».

«Αναρωτιέμαι αν κάτι τόσο λαμπερό θα συμβεί και σε μένα, σκέφτηκε το έλατο. «Θα ήταν πολύ καλύτερο από το να διασχίζω τη θάλασσα. Ανυπομονώ γι’ αυτό σχεδόν με πόνο. Ω! πότε θα έρθουν τα Χριστούγεννα; Τώρα είμαι τόσο ψηλό και αναπτυγμένο, όσο εκείνα που πήραν πέρυσι. Ω! και να βρισκόμουν τώρα στο βαγόνι ή να στεκόμουν στο ζεστό δωμάτιο με όλη αυτήν τη λάμψη και τη χάρη γύρω μου! Κάτι καλύτερο και πιο όμορφο θ’ ακολουθεί, αλλιώς τα δέντρα δεν θα τα διακοσμούσαν έτσι. Ναι, αυτό που ακολουθεί θα είναι ακόμη μεγαλύτερο και πιο υπέροχο. Τι μπορεί να είναι; Έχω κουραστεί από την ανυπομονησία. Μόλις που ξέρω πώς αισθάνομαι».
«Νιώσε αγαλλίαση μαζί μας» είπαν ο αέρας και το φως του ήλιου. «Απόλαυσε τη λαμπερή σου ζωή στο φρέσκο αέρα».
Όμως το δέντρο δεν ένιωθε αγαλλίαση, αν και γινόταν ψηλότερο κάθε μέρα και, χειμώνα-καλοκαίρι, το σκουροπράσινο φύλλωμα του φαινόταν μέσα στο δάσος, ενώ οι περαστικοί θα έλεγαν: «Τι ωραίο δέντρο!».

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το απογοητευμένο έλατο ήταν το πρώτο που έπεσε. Καθώς το τσεκούρι έκοβε τον κορμό και διαχώριζε την ψίχα, το δέντρο έπεσε μ’ ένα βογγητό στη γη, γεμάτο πόνο και αδυναμία και ξεχνώντας όλες τις ανυπομονησίες της ευτυχίας, πονώντας που άφηνε το σπίτι του στο δάσος. Ήξερε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τους αγαπημένους, παλιούς του φίλους, τα δέντρα, ούτε τους μικρούς θάμνους και τα πολύχρωμα λουλούδια που είχαν φυτρώσει στη μεριά του – ίσως ούτε και τα πουλιά. Ούτε το ταξίδι ήταν καθόλου ευχάριστο. Το δέντρο συνήλθε όταν το ξεφόρτωσαν στην αυλή ενός σπιτιού μαζί με αρκετά άλλα δέντρα και άκουσε έναν άνδρα να λέει: «Θέλουμε μόνο ένα κι αυτό είναι το ομορφότερο».

Τότε ήρθαν δύο υπηρέτες με μεγάλες λιβρέες και μετέφεραν το έλατο σ’ ένα μεγάλο και όμορφο διαμέρισμα. Στους τοίχους κρέμονταν πίνακες, και κοντά στο μεγάλο τζάκι στέκονταν μεγάλα πορσελάνινα βάζα με λιοντάρια στα πώματα. Υπήρχαν κουνιστές καρέκλες, μεταξένιοι καναπέδες, μεγάλα τραπέζια, καλυμμένα με φωτογραφίες, βιβλία και παιχνίδια, που άξιζαν πολλά χρήματα – τουλάχιστον, έτσι έλεγαν τα παιδιά. Τότε, το έλατο τοποθετήθηκε σε μια μεγάλη γλάστρα γεμάτη άμμο, όμως πράσινη τσόχα κρεμόταν γύρω της, έτσι ώστε κανείς να μην μπορούσε να διακρίνει ότι ήταν γλάστρα, και στεκόταν πάνω σ’ ένα πολύ ωραίο χαλί.Πώς έτρεμε το έλατο! «Τι θα του συνέβαινε τώρα;». Κάποιες νεαρές κυρίες ήρθαν και οι υπηρέτες τις βοήθησαν να στολίσουν το δέντρο. Στο ένα κλαδί κρέμασαν μικρές σακούλες φτιαγμένες από χρωματιστό χαρτί και κάθε σακούλα ήταν γεμάτη με καραμέλες. Από άλλα κλαδιά κρέμονταν επιχρυσωμένα μήλα και καρύδια, σαν να είχαν φυτρώσει εκεί. Και πάνω απ’ όλα, γύρω-γύρω, υπήρχαν εκατοντάδες κόκκινα, μπλε και άσπρα κεράκια, που δέθηκαν στα κλαδιά. Κούκλες, σαν να ήταν αληθινά μωρά, τοποθετήθηκαν κάτω από τα πράσινα φύλλα – το δέντρο δεν είχε δει τέτοια πράγματα ποτέ πριν – και στην κορυφή δέθηκε ένα λαμπερό αστέρι, φτιαγμένο από χρυσόχαρτο. Ω, ήταν πανέμορφο!

«Αυτό το βράδυ», αναφώνησαν όλοι, «πόσο λαμπερό θα είναι!».»Ω, να ερχόταν εκείνο το βράδυ», σκέφτηκε το δέντρο «και να άναβαν τα κεράκια! Τότε θα γνώριζα τι άλλο πρόκειται να συμβεί. Θα έρθουν τα δέντρα από το δάσος να με δουν; Αναρωτιέμαι αν τα σπουργίτια ρίξουν μια ματιά στα παράθυρα, ενώ πετάνε. Θα μεγαλώσω γρηγορότερα εδώ και θα κρατήσω όλα αυτά τα στολίδια καλοκαίρι και χειμώνα;». Όμως το να μαντεύει είχε λίγη αξία. Έκανε τη φλούδα του να πονάει και ατός ο πόνος είναι τόσο έντονος για ένα λεπτοκαμωμένο έλατο, όσο είναι για μας ο πονοκέφαλος. Επιτέλους τα κεράκια άναψαν και τότε τι γυαλιστερή, φωτεινή όψη είχε το δέντρο! Έτρεμε τόσο με ευχαρίστηση σε όλα του τα κλαδιά, ώστε ένα από τα κεράκια έπεσε ανάμεσα στα πράσινα φύλλα κι έκαψε ορισμένα από αυτά. «Βοήθεια! βοήθεια!» φώναξαν οι νεαρές κυρίες, όμως δεν υπήρχε κίνδυνος, επειδή γρήγορα έσβησαν τη φωτιά. Ύστερα από αυτό, το δέντρο προσπαθούσε να μην τρέμει καθόλου, παρόλο που η φωτιά το τρόμαξε. Είχε μεγάλη αγωνία να μη χτυπήσει κάποιο από τα ωραία στολίδια, ακόμη κι όσο η λαμπρότητα τους το κατέπλησσαν.
Και τώρα, οι κλειστές πόρτες άνοιξαν διάπλατα κι ένα μάτσο παιδιών όρμησαν βιαστικά σαν να ήθελαν να αναστατώσουν το δέντρο. Πιο σιωπηλοί τους ακολουθούσαν οι μεγαλύτεροι. Για μια στιγμή, τα μικρά έμειναν σιωπηλά με θαυμασμό και μετά φώναξαν χαρούμενα, μέχρι που το δωμάτιο γέμισε ήχους και χόρεψαν εύθυμα γύρω από το δέντρο, ενώ έπαιρναν από το αυτό τα δώρα, το ένα μετά το άλλο.

«Τι κάνουν; Τι θα συμβεί μετά;» σκέφτηκε το δέντρο. Τουλάχιστον τα κεριά κάηκαν και τα πήραν από τα κλαδιά. Τότε, τα παιδιά πήραν την άδεια να λεηλατήσουν το δέντρο. Ω, πόσο βιαστικά έτρεξαν κατά πάνω του, μέχρι που τα κλαδιά έσπασαν, ώστε αν δεν είχε δεθεί με το λαμπερό αστέρι στο ταβάνι, θα είχε πέσει κάτω. Τότε, τα παιδιά χόρεψαν με τα όμορφα παιχνίδια τους και κανένα δεν πρόσεχε το δέντρο, εκτός από τα παιδιά υπηρέτες, που ήρθαν και κοιτούσαν ανάμεσα στα κλαδιά να δουν αν κανένα μήλο ή κανένα σύκο είχε μείνε ξεχασμένο.
«Μια ιστορία, μια ιστορία» φώναζαν τα παιδιά τραβώντας έναν κοντόχοντρο άνδρα προς το δέντρο.

τοπίο με ρολόγια
«Τώρα θα πάμε στην πράσινη σκιά» είπε ο άνδρας, καθώς καθόταν από κάτω της, «και το δέντρο θα έχει την ευχαρίστηση ν’ ακούσει επίσης, αλλά θα αφηγηθώ μόνο μια ιστορία. Ποια να είναι; Η Ιβέδη-Αβέδη ή ο Χάμπτι-Ντάμπτι, ο οποίος έπεσε από τις σκάλες, αλλά σύντομα σηκώθηκε και στο τέλος παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα;»
«Την Ιβέδη-Αβέδη», φώναξαν μερικά. «Τον Χάμπτι-Ντάμπτι», φώναξαν άλλα και επικρατούσαν φωνές και κραυγές. Όμως το έλατο έμενε αρκετά αγέρωχο και αναρωτιόταν «Έχω καμία σχέση με όλο αυτό;», όμως είχε ήδη διασκεδάσει τα παιδιά, όσο επιθυμούσαν. Τότε, ο γέρος άνδρας τους διηγήθηκε την ιστορία του Χάμπτι-Ντάμπτι, πώς έπεσε στις σκάλες, μετά σηκώθηκε και παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα. Και τα παιδιά χειροκρότησαν και φώναξαν «Πες κι άλλο, πες κι άλλο», καθώς ήθελαν ν’ ακούσουν την ιστορία της Ιβέδης-Αβέδης, όμως είχαν ακούσει μόνο του Χάμπτι-Ντάμπτι. Μετά από αυτό, το έλατο έμεινε αρκετά σιωπηλό και σκεφτόταν ότι ποτέ τα πουλιά δεν του είπαν τέτοιες ιστορίες, όπωςτου Χάμπτι-Ντάμπτι, ο οποίος έπεσε από μια σκάλα και παρόλα αυτά παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα.

«Α!, ναι. ώστε έτσι συμβαίνει στον κόσμο», σκέφτηκε το έλατο, που τα πίστεψε όλα, επειδή το αφηγήθηκε ένας τόσο καλός άνθρωπος. «Α! λοιπόν», σκέφτηκε, «ποιος ξέρει; μπορεί να πέσω κι εγώ και να παντρευτώ μια πριγκίπισσα» και κοίταξε μπροστά, χαρούμενα, στο επόμενο βράδυ, προσδοκώντας ότι θα διακοσμηθεί και πάλι με φώτα και παιχνίδια, χρυσό και φρούτα. «Αύριο δεν θα τρέμω» σκέφτηκε. «Θα απολαύσω όλη μου τη χάρη και θα ακούσω ξανά την ιστορία του Χάμπτι Ντάμπτι και ίσως τη Ιβέδης-Αβέδης». Και το δέντρο παρέμεινε σιωπηλό και σκεφτικό όλη τη νύχτα.

Το πρωί ήρθαν οι υπηρέτες του σπιτιού. «Τώρα», σκέφτηκε το έλατο, «όλη μου η χάρη θα αρχίσει ξανά». Το έσυραν έξω από το δωμάτιο και το ανέβασαν από τις σκάλες στη σοφίτα. Το έριξαν στο πάτωμα, σε μια σκοτεινή γωνιά, όπου δεν έλαμπε το φως της ημέρας, και εκεί το παράτησαν. «Τι σημαίνει αυτό;» σκέφτηκε το δέντρο, «τι πρόκειται να κάνω εδώ; Δεν μπορώ ν’ ακούσω τίποτα σ’ ένα τέτοιο μέρος» και είχε αρκετό χρόνο για να σκεφτεί, καθώς οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν και κανένας δεν ερχόταν κοντά του. Όταν επιτέλους ήρθε κάποιος, ήταν γιαν’ αφήσουν κάτι μεγάλα κουτιά σε μια γωνία.
Έτσι, το δέντρο ήταν εντελώς κρυμμένο, σαν να μην υπήρξε ποτέ. «Είναι χειμώνας τώρα», σκέφτηκε το δέντρο, «το έδαφος είναι σκληρό και καλυμμένο με χιόνι, έτσι οι άνθρωποι δεν μπορούν να με φυτέψουν. Θα βρω εδώ καταφύγιο, τολμώ να πω, μέχρι να έρθει η άνοιξη. Πόσο νοιάζονται και πόσο καλοί είναι όλοι μαζί μου! Και πάλι, μακάρι να μην ήταν τόσο σκοτεινό αυτό το μέρος, ούτε τόσο μοναχικό, όπου δεν μπορείς να κοιτάξεις ούτε ένα λαγό. Τι ευχάριστα που ήταν έξω στο δάσος, όταν το χιόνι στρωνόταν στο έδαφος, όταν ο λαγός έτρεχε γύρω ή ακόμα κι από πάνω μου, αν και τότε δεν μου άρεσε. Ω! είναι απαίσια μοναχικά εδώ».
«Σκουίκ, σκουίκ», είπε ένα ποντικάκι πλησιάζοντας σιγά-σιγά προς το δέντρο. Μετά ήρθε κι άλλο. Και τα δύο ξεφυσούσαν προς το δέντρο και σέρνονταν ανάμεσα στα κλαδιά.
«Ω, είναι πολύ κρύο», είπε το ποντικάκι, «αλλιώς θα ήμασταν τόσο άνετα εδώ. Δεν θα ήμασταν, γέρικο έλατο»;
«Δεν είμαι γέρικο», είπε το έλατο, «υπάρχουν πολλά που είναι μεγαλύτερα από μένα».
«Από πού έρχεσαι; και τι ξέρεις;» ρώτησε το ποντίκι, που ήταν γεμάτο περιέργεια. «Έχεις δει τα πιο όμορφα μέρη του κόσμου και μπορείς να μας μιλήσεις γι’ αυτά; Έχεις βρεθεί στην αποθήκη, όπου τα τυριά βρίσκονται στο ράφι και τα λουκάνικα κρέμονται από το ταβάνι; Κάποιος μπορεί να μπει εκεί μέσα λεπτός και να βγει χοντρός».
«Δεν γνωρίζω τίποτε γι’ αυτό το μέρος», είπε το έλατο, «όμως ξέρω το δάσος, όπου λάμπει ο ήλιος και τραγουδούν τα πουλιά». Και τότε, το δέντρο είπε στα μικρά ποντίκια τα πάντα για τη νιότη του. Δεν είχαν ποτέ ακούσει τέτοια ιστορία στην ζωή τους και, αφού την άκουσαν προσεκτικά, είπαν: «Τι πολλά πράγματα έχεις δει! Πρέπει να ήσουν πολύ ευτυχισμένος!»

«Ευτυχισμένος!», αναφώνησε το έλατο και μετά, αφού σκέφτηκε τι τους είχε διηγηθεί, είπε: «Α, ναι! Τελικά εκείνες ήταν χαρούμενες ημέρες». Όταν όμως συνέχισε και διηγήθηκε τα πάντα για την παραμονή των Χριστουγέννων και πώς ντύθηκε με γλυκά και φώτα, τα ποντίκια είπαν: «Πόσο χαρούμενο υπήρξες, γέρικο έλατο!».
«Δεν είμαι καθόλου γέρικο», απάντησε το δέντρο. «Από το δάσος ήρθα μόλις αυτό το χειμώνα. Τώρα βρίσκομαι στην κορυφή της ανάπτυξης μου».
«Τι ωραίες ιστορίες μπορείς να διηγηθείς» είπαν τα ποντικάκια. Και την επόμενη νύχτα, άλλα τέσσερα ποντίκια ήρθαν μαζί τους για ν’ ακούσουν τι είχε να τους πει το δέντρο. Όσο πιο πολλά έλεγε, τόσο πιο πολλά θυμόταν και τότε αναρωτήθηκε: «Εκείνες ήταν ευτυχισμένες μέρες, ίσως όμως γυρίσουν πάλι. Ο Χάμπτι Ντάμπτι έπεσε από τις σκάλες κι όμως παντρεύτηκε την πριγκίπισσα. Ίσως παντρευτώ κι εγώ μια πριγκίπισσα». Και το έλατο σκέφτηκε τη μικρή, όμορφη σημύδα που μεγάλωνε στο δάσος, που για εκείνον ήταν μια αληθινή, όμορφη πριγκίπισσα.

«Ποιος είναι ο Χάμπτι Ντάμπτι;» ρώτησαν τα ποντικάκια. Και τότε το δέντρο αφηγήθηκε όλη την ιστορία. Μπορούσε να θυμηθεί την κάθε λέξη και τα ποντικάκια ήταν τόσο ευχαριστημένα, που ήταν έτοιμα να πηδήξουν στην κορυφή του δέντρου. Την επόμενη νύχτα, πολύ περισσότερα ποντίκια έκαναν την εμφάνιση τους και την Κυριακή ήρθαν μαζί τους δυο αρουραίοι. Όμως, εκείνοι είπαν ότι η ιστορία δεν ήταν καθόλου ωραία και τα ποντικάκια ήταν πολύ λυπημένα, γιατί άρχισε να μην αρέσει και σ’ εκείνα.
«Γνωρίζεις μόνο μία ιστορία;» ρώτησαν οι αρουραίοι.
«Μόνο μία» απάντησε το έλατο. «Την άκουσα το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ζωής μου, μόνο που τότε δεν το ήξερα ότι ήταν τόσο ευτυχισμένο».
«Νομίζουμε ότι είναι μια πολύ μίζερη ιστορία» είπαν οι αρουραίοι. «Δεν γνωρίζεις καμιά ιστορία για μπέικον ή για το λίπος στην αποθήκη»;
«Όχι», απάντησε το έλατο.
«Τότε μας συγχωρείτε», απάντησαν τα ποντίκια κι έφυγαν.

Το ποντικάκι επίσης έμεινε μακριά μετά απ’ αυτό και το δέντρο αναστέναξε και είπε: «Ήταν πολύ ευχάριστο, όταν τα εύθυμα ποντικάκια κάθονταν γύρω μου και άκουγαν όσο μιλούσα. Τώρα πέρασε κι αυτό. Ωστόσο, θα θεωρήσω τον εαυτό μου ευτυχισμένο, όταν έρθει κάποιος να με πάρει απ’ αυτό το μέρος». Αλλά, θα συνέβαινε ποτέ αυτό;
Ναι, ένα πρωί μπήκαν κάποιοι άνθρωποι να καθαρίσουν τη σοφίτα. Τα κουτιά στάλθηκαν μακριά και το δέντρο τραβήχτηκε από τη γωνία και ρίχτηκε άγαρμπα στο πάτωμα της σοφίτας. Τότε, ο υπηρέτης το έσυρε μέχρι τη σκάλα, όπου έλαμπε το φως της ημέρας. «Τώρα, η ζωή αρχίζει ξανά», είπε το δέντρο, απολαμβάνοντας τη λιακάδα και το το δροσερό αέρα. Μετά, το κατέβασαν από τις σκάλες και το μετέφεραν στην αυλή τόσο γρήγορα, που ξέχασε να σκεφτεί τον εαυτό του και μπορούσε μόνο να κοιτάξει γύρω του.
Δεν είχε πολλά να δει. Η αυλή ήταν κοντά σ’ έναν κήπο, όπου όλα έμοιαζαν ν’ ανθίζουν. Φρέσκα και μυρωδάτα τριαντάφυλλα κρέμονταν από το μικρό φράχτη. Οι φλαμουριές ήταν ανθισμένες, ενώ τα χελιδόνια πετούσαν εδώ κι εκεί φωνάζοντας: «Τουίτ, τουίτ, τουίτ, έρχεται ο φίλος μου» – αλλά δεν εννοούσαν το έλατο. «Τώρα θα ζήσω», φώναξε το δέντρο απλώνοντας χαρούμενα τα κλαδιά του, όμως – αλίμονο! – όλα ήταν ταλαιπωρημένα και κίτρινα, ενώ το ίδιο κείτονταν σε μια γωνιά ανάμεσα σε χόρτα και τσουκνίδες. Το αστέρι από χρυσό χαρτί στεκόταν ακόμη στην κορυφή του δέντρου και έλαμπε μέσα στη λιακάδα.

Στην ίδια αυλή έπαιζαν δύο από τα χαρούμενα παιδιά που χόρευαν γύρω από το δέντρο τα Χριστούγεννα και ήταν τόσο ευτυχισμένα. Το μικρότερο είδε το επιχρυσωμένο αστέρι, έτρεξε και το τράβηξε απ’ το δέντρο. «Κοίτα τι κρέμεται στο άσχημο, γέρικο έλατο» είπε το παιδί τσαλαπατώντας τα κλαδιά, μέχρι που έσπασαν κάτω από τις μπότες του. Και το δέντρο είδε όλα τα δροσερά, λαμπερά λουλούδια στον κήπο και μετά κοίταξε τον εαυτό του και ευχήθηκε να παρέμενε στη σκοτεινή γωνιά της σοφίτας. Αναπόλησε τα νεανικά του χρόνια στο δάσος, το χαρούμενο βράδυ των Χριστουγέννων και τα ποντικάκια που άκουγαν την ιστορία του Χάμπτι Ντάμπτι.

«Παρελθόν! παρελθόν!», είπε το δέντρο, «Ω, και να τα είχα απολαύσει τότε που μπορούσα! όμως τώρα είναι πολύ αργά!». Τότε, ένας άντρας ήρθε κι έκοψε το δέντρο σε μικρά κομμάτια, μέχρι που έγιναν ένας μεγάλος σωρός στο έδαφος. Τα κομμάτια μπήκαν σ’ ένα τζάκι κάτω απ’ το χαλκό και γρήγορα άρπαξαν φωτιά, ενώ το δέντρο αναστέναζε τόσο βαθιά, που κάθε αναστεναγμός ήταν σαν μια πιστολιά. Τότε τα παιδιά, που έπαιζαν, ήρθαν και κάθισαν μπροστά στη φωτιά, την κοιτούσαν και φώναζαν «Ποπ! ποπ!». Όμως σε κάθε «ποπ», που ήταν ένας βαθύς αναστεναγμός, το δέντρο σκεφτόταν μια καλοκαιρινή μέρα στο δάσος και το βράδυ των Χριστουγέννων και τον Χάμπτι Ντάμπτι, τη μοναδική ιστορία που είχε ποτέ ακούσει ή ήξερε να την αφηγηθεί, μέχρι που στο τέλος κάηκε.

Τα αγόρια συνέχισαν να παίζουν στον κήπο και το μικρότερο φόρεσε στο στήθος του το χρυσό αστέρι, με το οποίο είχε στολιστεί το δέντρο το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ύπαρξης του. Τώρα, όλα ήταν παρελθόν. Η ζωή του δέντρου ήταν παρελθόν και η ιστορία επίσης – γιατί όλες οι ιστορίες πρέπει κάποια στιγμή να φτάνουν στο τέλος τους.

Λησμονημένο Παραμύθι

νύχτα με αστέρια(Ποίημα του Παύλου Νιρβάνα)

Είπε, να μου πει το παραμύθι
το παλιό, που ελησμονήθη,
κι έσκυψε κι ανανοήθη, σα γριούλα,
μ’ άνθια στη μορφή, μήλα στα στήθη,
κι άρχισε το παραμύθι:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παλληκάρι,
βασιλιά παιδί και ρήγισσας καμάρι,
μια παιδούλα αγάπησε, καλή ώρα,
όπως αγαπούν και τώρα…»

– Όπως αγαπούν και τώρα.

«Κι ήτανε φτωχιά η παιδούλα, μα είχε βιό της
κάλλη και δροσιές στο μερδικό της.
κι η αγάπη είναι τυφλή, καλή ώρα,
Σαν και πάντα, σαν και τώρα.»

– Σαν και πάντα, σαν και τώρα.

«Και το βασιλόπουλο ένα βράδυ
την αγκάλιασε τρελλά μες στο σκοτάδι
και τη φίλησε γλυκά, καλή ώρα,
ποιος το ξέρει! σαν και τώρα…»

– Ποιος το ξέρει! σαν και τώρα.

«Την κορώνα του της βάζει στο κεφάλι
και τα στήθια της τα κάνει προσκεφάλι
και της λέει λόγια γλυκά κι ακόμα
όσα λεν στόμα με στόμα…»

– Όσα λεν στόμα με στόμα
– Κι ύστερα, πώς να στο πω, καλέ μου;
Κι ύστερα…Το ξέχασα, γλυκέ μου,
το παλιό το παραμύθι…

– Κι αν το ξέχασες, το ξέρουν ταίρια ταίρια
ρώτα να στο πουν τα περιστέρια,
ρώτα να στο μάθουν τα τριγώνια,
να στο κελαϊδήσουνε τ’ αηδόνια…
κι ύστερα λησμόνα το, που ελησμονήθη!
κι η ζωή μας κι η αγάπη παραμύθι.

…………….

αφρική

 

Ο μικρός βλάκας

γαϊδαρος cartoon
(Παραμύθι από τη Ζάκυνθο)

Μια φορά κι έναν καιρό
πού ‘κανε πολύ νερό
εμαλώνανε δύο Οβραίοι
δύο κακοί μακελαραίοι
για ένα ψάρι, για ένα χέλι
για ένα κούτρουλο κοπέλι

 

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, μια οικογένεια και είχε ένα παιδί, λίγο βλαμμένο. Μια μέρα λοιπόν πιάνει και ρωτάει ο πατέρας:

–Τι θα φάμε αύριο γυναίκα μου;
–Τι θα φάμε; Δεν παίρνουμε πατσά;
–Ωραία. Να στείλεις αύριο πρωί το παιδί στο χασάπη να φέρει πατσά.

Την άλλη μέρα λέει στο παιδί η μάνα του.

–Να πας στο χασάπη, παιδάκι μου και να φέρεις δύο λίτρες πατσά. Κατάλαβες;
–Κατάλαβα.

Πραγματικά, κινάει το παιδί για το χασάπη. Όταν όμως έφτασε έξω από το χασάπικο δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί τι του είχε ζητήσει η μάνα του να πάρει. Τι να κάνει, γυρίζει πάλι πίσω και της λέει.

–Ωρέ μάνα, τι μου είπες να φέρω; Ξέχασα.
–Πατσά σου είπα παιδάκι μου.
–Πατσά;
–Ναι, πώς το λένε; Κοιλιά, κοιλιά.

Φεύγει μια και δυο το παιδάκι και πάει στο χασάπη.

–Μού είπε η μάνα μου…
–Τι σου είπε η μάνα σου; Κρέας; Συκώτι;
–Όχι, μου είπε από ‘τούτη, από τούτη και χτύπαγε την κοιλιά του.
–Α, μωρέ, πατσά σου ‘πε, λέει ο χασάπης.
–Ναι, ναι! λέει το παιδάκι.

Το δίνει λοιπόν ο χασάπης δυο λίτρες πατσά σε μια μπόλια και του την δένει κιόλας. Την παίρνει το παιδί και ξεκινάει για να φύγει. Εκεί κοντά ήταν η θάλασσα και σκέφτηκε το παιδί να πάει πλύνει τον πατσά. Και πράγματι, πηγαίνει κι αρχίζει να τον χτυπάει στα βράχια. Ώρα πολλή έκανε την ίδια δουλειά. Χτύπημα και τίναγμα. Χτύπημα και τίναγμα. Εκείνη την ώρα, έτυχε να περνάει ένα βαπόρι από ‘κει. Είδε το παιδί ο καπετάνιος και νόμιζε ότι του κάνει σινιάλο. Παίρνει λοιπόν μια βάρκα με δυο ναύτες και κινάει να φτάσει στο λιμάνι. Βγαίνουν έξω, πλησιάζουν το παιδί και το ρωτάνε:

–Γιατί κάνεις έτσι, μωρέ; Τι έπαθες;
–Ε, να άπλωνα τον πατσά, κάνει γελώντας το παιδί.
–Άκου να σου πω, θα σου δώσω ένα γερό χέρι ξύλο για να μάθεις
να με φέρνεις εδώ χωρίς αιτία.

Και πραγματικά το πιάνει και του δίνει ένα ξύλο που δεν είχε ξα-
ναφάει.

–Από δω και πέρα, όταν συναντάς κάποιον θα του λες:

«Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου
Κι ούτε πουλί πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σου»

Παίρνει το καημένο δρόμο με τον πατσά στο χέρι και μετά από λίγο συναντά δυο κυνηγούς. Αρχίζει λοιπόν να λέει:

«Ώρα καλή στην πρύμνη σας κι αέρα στα πανιά σας
Κι ούτε πουλί πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σας»

–Βρε, τι λες; Να μην βρεθεί πουλί μπροστά μας;

Και τον αρχίζουν και οι δυο στο ξύλο και τον κάνουνε του αλατιού.

Το κακόμοιρο το παιδί, πάνω στην απελπισία του, τους λέει:
–Και τι να λέω;
–Να λες:
«Χίλιοι την ώρα
Και εκατό το μομέντο»

Συνεχίζει λοιπόν το δρόμο και –τι σύμπτωση! Συναντάει μια κηδεία. Μόλις τον ακούνε να λέει έτσι του λένε:

–Ωρέ, τι λες; Να πεθαίνουνε χίλιοι την ώρα κι εκατό το λεπτό;

Το πιάνουνε λοιπόν και του δίνουνε ένα γερό χέρι ξύλο.

–Τι να λέω, φωνάζει αυτό.
–Να λες:
«Θεός σχωρέσ’ τονε! Θεός σχωρέσ’ τονε!»

Μόλις συνήλθε λοιπόν από το ξύλο, συνεχίζει το δρόμο του, όπου συναντάει έναν γάμο.
Με το που τον ακούνε ο γαμπρός και οι κουμπάροι να λέει: «Θεός σχωρέσ’ τονε! Θεός σχωρέσ’ τονε!» πιάνουν και του δίνουνε ένα ξύλο που του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι και του λένε:

–Δεν θα ξαναπείς έτσι, παρά θα λες:
«Να ζήσετε! Να ζήσετε!» και να γελάς κιόλας.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει φαίνεται μπροστά του ένας άντρας δύο μέτρα και χοντρός που κουβαλάει μαζί του μια γουρούνα γκαστρωμένη. Μόλις ακούει το παιδί να του λέει «Να ζήσετε!» γίνεται έξαλλος, το αρπάζει και το σαπίζει στο ξύλο.

–Να μην ξαναπείς έτσι, αλλά να λες:
«Απ’ αυτό να τρως, να αλείφεσαι
Και να βάνεις και στα μουστάκια σου»

Έτσι, παραπατώντας από το ξύλο συνεχίζει το κακόμοιρο και συναντά έναν που έκανε κακά σε ένα χωράφι.
Ακούει ο άλλος το παιδί να του λέει:
«Απ’ αυτό να τρως, να αλείφεσαι
Και να βάνεις και στα μουστάκια σου»
και σηκώνει τα βρακιά του να πάει να περιλάβει το μικρό, ώσπου τον έκανε να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του.

–Δεν θα ξαναπείς έτσι. Θα λες:
«Πούφου βρώμα, πούφου βρώμα!»

Τραβάει το δρόμο του το παιδί μα συναντάει έναν ψαρά, που μό-
λις ακούει «Πούφου βρώμα» τον αρχινάει στο ξύλο.

–Σου βρωμάνε τα ψάρια μου; του λέει. Να μάθεις, μωρέ να λες:
«Α! πράμα εθαρραπάηκα!» και να χαμογελάς κιόλα.

Σηκώνεται και τρεκλίζοντας πάει για το σπίτι του όπου συναντάει δυο αλήτες να τσακώνονται και τους λέει:
«Α! πράμα εθαρραπάηκα!» χαμογελώντας.

Δεν χάνουν λεπτό αυτοί, παρατάνε τον καυγά και αρχινάνε το αγό-
ρι στις κλωτσιές. Και όταν τελειώνουν του λένε:
–Θα λες:
«Χωρίστε αδερφάκια μου, χωρίστε αδερφάκια μου!»

Μαζεύει τον πατσά από κάτω το παιδί κι όπου φύγει – φύγει!
Λίγο πιο κάτω συναντάει κάτι σκυλιά στο δρόμο που τσακωνόντουσαν.

«Χωρίστε αδερφάκια μου, χωρίστε αδερφάκια μου!» λέει το παιδί.

Τα σκυλιά δίνουνε μία, του παίρνουν τον πατσά και χάνονται. Με τα πολλά γυρνάει σπίτι του.

–Μωρέ, πού είναι ο πατσάς; του λέει η μάνα του.
–Μου το φάγανε τα σκυλιά.

Όπου τον πιάνει η μάνα του και του δίνει ένα ξύλο που τέτοιο δεν ξανάφαγε ποτέ.

Κι εζήσανε εκείνοι καλά.
Κι εμείς εδώ καλύτερα.
Μήτε εγώ ήμουνα εκεί,
Μήτε αλήθεια σας είπα.

Ο Βάτραχος που τραγουδούσε

(Λαϊκό Παραμύθι από το Μεξικό).

ΒατραχάκιαΚάθε μέρα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, ένας γέρος γεωργός και οι τρεις γιοί του πήγαιναν στα χωράφια τους να δούνε αν ωριμάζει το καλαμπόκι που είχανε σπείρει.  “Όπου να ‘ναι θα το θερίσουμε”, είπε μια μέρα ο γέρο χωρικός.


Ένα πρωί όμως, καθώς παρατηρούσαν τα φυτά, είδαν ότι σε μια γωνιά ενός χωραφιού, κάτι ή κάποιος είχε τσακίσει τους βλαστούς και είχε φάει όλους τους ώριμους σπόρους.“Ποιος ήρθε εδώ χθες τη νύχτα;” φώναξε θυμωμένος ο γεωργός.

Οι τρεις γιοί του έψαξαν ολόγυρα, αλλά δε βρήκαν ούτε πατημασιές, ούτε κάποιο άλλο χνάρι του κλέφτη. “Απόψε τη νύχτα θα φυλάξεις το χωράφι και θα πιάσεις τον κλέφτη”, είπε ο γεωργός στο μεγαλύτερο γιό του.

Το βράδυ, ο μεγαλύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα πηγάδι. Πλάι του καθόταν ένας βάτραχος και τραγουδούσε.

“Σώπα! Η φωνή σου είναι απαίσια και το τραγούδι σου είναι κι αυτό απαίσιο! Σώπα, γιατί θα διώξεις τον κλέφτη που κυνηγώ”, διέταξε ο μεγαλύτερος γιος το βάτραχο. “Σε παρακαλώ, δώσε μου ένα κομμάτι από το κέικ σου”, παρακάλεσε ο βάτραχος. “Όχι δε σου δίνω”, φώναξε ο γιος.

Ο βάτραχος άνοιξε το στόμα του και τραγούδησε ακόμα πιο δυνατά, ένα ακόμα πιο μεγάλο τραγούδι. “Αν δεν εννοείς να σωπάσεις, θα σε κάνω εγώ να σωπάσεις”, φώναξε ο μεγαλύτερος γιος. Άρπαξε το βάτραχο και τον πέταξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε και κάθισε σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.

Όλη τη νύχτα έμεινε καθισμένος εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί, βρήκε κατάπληκτος πιο πολλά καλαμπόκια σπασμένα και φαγωμένα τα σπειριά τους. Όταν θα γύριζε σπίτι, θα έλεγε στον πατέρα του άσχημα νέα.

“Απόψε το βράδυ θα πας εσύ να φυλάξεις το χωράφι”, είπε ο πατέρας στο δεύτερο γιο του.

Μόλις βασίλεψε ο ήλιος, ο δεύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Όταν έφτασε στο πηγάδι, ο βάτραχος ήταν πάλι εκεί και τραγουδούσε δυνατά ένα μεγάλο τραγούδι.

“Τι τρομερός θόρυβος! Σε παρακαλώ σταμάτα!”, φώναξε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος σταμάτησε το τραγούδι. “Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο κέικ”, είπε. “Όχι, δε σου δίνω. Θα το φάω όλο εγώ”, απάντησε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος ξανάρχισε το τραγούδι, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά.

“Φτάνει πια!” Φώναξε ο δεύτερος γιος κι αρπάζοντας το βάτραχο από το ένα πόδι, τον έριξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε πιο κάτω, σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.

‘Ολη τη νύχτα ο δεύτερος γιος έμεινε εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί ήτανε πιο πολλά καλαμπόκια φαγωμένα κι έπρεπε να πει στον πατέρα του ότι δεν έπιασε τον κλέφτη.

Το άλλο βράδυ ο γεωργός έστειλε το μικρότερο γιό του να φυλάξει το καλαμπόκι. Ο μικρός ξεκίνησε για το χωράφι με το φόβο ότι αφού τ’ αδέρφια του δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη, ούτε κι αυτός θα το κατάφερνε. Σταμάτησε όταν άκουσε το βάτραχο να τραγουδάει, κοντά στο πηγάδι. “Πολύ ωραία η φωνή σου και το τραγούδι σου όμορφο”είπε.

“Χαίρομαι που σ’ άρεσε”, έκραξε ο βάτραχος και τραγούδησε ακόμη πιο δυνατά ένα πιο μεγάλο τραγούδι. “Θα μου δώσεις λίγο από το κέικ σου;”, ρώτησε όταν σταμάτησε το τραγούδι. “Βέβαια, πάρε όσο θέλεις”, είπε ο μικρός γιος και άφησε μπροστά στον βάτραχο ολόκληρο το κέικ.

Όταν ο βάτραχος κατάπιε και τα τελευταία ψίχουλα, είπε: “Aφού μου φέρθηκες τόσο καλά, θα σου πω ένα μυστικό. Στον πάτο αυτού του πηγαδιού, υπάρχει ένα μαγικό σμαράγδι, που μπορεί να πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες σου, τρεις ευχές”.

“Σ’ ευχαριστώ”, είπε ο μικρός γιος. Σκέφτηκε μια στιγμή. “Μπορώ να έχω ό,τι θέλω; Ό,τι μ’ αρέσει;” ρώτησε.

“Ό,τι και όποιον θέλεις”, έκρωξε ο βάτραχος. “Τότε θέλω μια γυναίκα” είπε ο γιος. “Πρέπει να πεις και τι είδους γυναίκα θέλεις και να ζητήσεις κι ένα σπίτι για να ζείτε”, είπε ο βάτραχος. “Τώρα σκύψε πάνω από το πηγάδι και πες τις ευχές σου”.

Ο γιος έσκυψε στο πηγάδι, πάνω από το κρύο νερό: “Θέλω μια γυναίκα όμορφη, καλή, να μαγειρεύει καλά, ένα ωραίο σπίτι κοντά στο πηγάδι και να μπορέσω να πιάσω τον κλέφτη των καλαμποκιών”, είπε πολύ δυνατά και καθαρά.

“Τώρα πρέπει να πάμε στο χωράφι”, είπε ο βάτραχος κι άρχισε να τραγουδάει δυνατά. Ο μικρός γιος τον έπιασε και τον έβαλε στον ώμο του και κίνησε για το καλαμποκοχώραφο.

Ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει πίσω στα μακρινά βουνά, όταν ένα πελώριο λευκό πουλί φάνηκε στον ουρανό. Πέταξε στο χωράφι και άρχισε να ξεσκίζει τα καλαμπόκια και να τα τρώει. Ο βάτραχος πήδηξε κοντά του κι άρχισε να του τραγουδάει ένα απαλό, γλυκό νανούρισμα. Το πουλί σταμάτησε να τρώει, έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε γρήγορα σε βαθύ ύπνο.

“Έλα εδώ”, είπε ο βάτραχος σιγανά στο μικρό γιο. “Αυτό το πουλί, στην πραγματικότητα είναι μια νέα και όμορφη κοπέλα. Μια κακιά μάγισσα την έκανε πουλί, γιατί η κοπέλα δεν ήθελε να παντρευτεί το φοβερό γιο της μάγισσας. Τώρα πάρ’ την και πήγαινέ την στον πατέρα σου”.

Ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε και τους δυο στο αγρόκτημα.“Αυτό το πουλί ειναι ο κλέφτης του καλαμποκιού”, είπε στον πατέρα του. Τ’ αδέρφια του θέλησαν να σκοτώσουν το πουλί, όμως ο μικρός γιος είπε: “Όχι, είναι δικό μου και θα το κρατήσω”.

Το άλλο πρωί, ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε στο πηγάδι. Εκεί, κοντά στο πηγάδι, ήταν ένα πανέμορφο σπίτι. Ξαφνικά, το πουλί εξαφανίστηκε, όμως την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μια όμορφη κοπέλα βγήκε τρέχοντας έξω. Ο μικρός γιος κατάλαβε πως αυτή ήταν η μεταμορφωμένη κοπέλα και την ερωτεύτηκε αμέσως.

Από τότε ζήσαν μαζί ευτυχισμένοι ενώ ο βάτραχος ξαναπήγε κοντά στο ποτάμι και τραγουδούσε χαρούμενος…

Η ιστορία ενός ταξιδιώτη

(Παραμύθι από τη Κωνσταντινούπολη).μυγδαλιά

Ήταν κάποτε ένας άντρας που γυρνούσε τον κόσμο όλο. Μπορεί να ήταν φτωχός παρόλα αυτά ήταν πολύ σοφός γιατί μέσα από τα ταξίδια που είχε κάνει είχε μάθει πολλά πράγματα. Ένα από αυτά τα ταξίδια λοιπόν έμελλε να του αλλάξει και την ζωή.

Αφού περπάτησε δυο μέρες με παρέα τον ήλιο και δύο νύχτες με συντροφιά τα αστέρια έφτασε στο βασίλειο του Ταμ-Ταμ. Εκεί κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το παλάτι του βασιλιά ο άντρας ήταν περίεργος να μάθει τι συνέβαινε.

Ρώτησε λοιπόν μια κυρία:

– Με συγχωρείτε τι συμβαίνει γιατί έχει μαζευτεί τόσος κόσμος έξω από το παλάτι;

– Μάλλον θα είσαι ξένος και δεν γνωρίζεις για την κόρη του βασιλιά, σωστά;

– Εγώ είμαι ταξιδιώτης και περαστικός από τα μέρη σας. Μα πείτε μου την ιστορία της πριγκίπισσας.

Και τότε η κυρία του αφηγήθηκε την ιστορία της πριγκίπισσας. Ο βασιλιάς ζούσε μόνος του με την κόρη του και ήταν πολύ ευτυχισμένος, όμως ένα βράδυ η κόρη του έπαψε να μιλά από εκείνη την στιγμή ο βασιλιάς είναι πολύ δυστυχισμένος. Διέταξε πως όποιος καταφέρει να κάνει την κόρη του να μιλήσει θα του την έδινε για να την παντρευτεί. Έτσι
κάθε χρόνο την ημέρα των γενεθλίων της εκατοντάδες βασιλόπουλα μαζεύονται από κάθε γωνιά της γης με σκοπό να κάνουν την πριγκίπισσα να μιλήσει. Αν δεν τα καταφέρουν όμως ο βασιλιάς τους σκοτώνει και μέχρι τώρα κανένας δεν τα έχει καταφέρει.

Ο άντρας μόλις άκουσε την ιστορία σκέφτηκε πως ίσως μπορούσε να την κάνει να μιλήσει. Μπήκε λοιπόν στην σειρά και περίμενε. Είχε μείνει τελευταίος. Όταν πλέον ήρθε η σειρά του έσκυψε πρώτα και υποκλίθηκε στον βασιλιά και του είπε:

–  Μεγαλειότατε εγώ είμαι αυτός που θα κάνω την κόρη σας να μιλήσει ξανά.

– Αν έχεις στο μυαλό σου να της πεις πόσο όμορφη είναι για να την κάνεις να μιλήσει καλύτερα να μην μπεις στον κόπο, μάταιη προσπάθεια, του απάντησε ο βασιλιάς.

Τότε ο άντρας πείρε μια καρέκλα και την έβαλε μπροστά από τον θρόνο της πριγκίπισσας και κοιτούσε προς το πλήθος, και τους είπε:

– θα σας διηγηθώ μια ιστορία και να την ακούσετε προσεκτικά . Ήταν κάποτε ένας
βασιλιάς και είχε μια μόνο κόρη και ο βεζίρης του είχε τρείς γιούς έτσι αποφάσισε να την παντρέψει με έναν από τους τρείς. Ο βεζίρης του όμως του είπε «βασιλιά μου δώσε μου λίγο χρόνο για να διαλέξω ποιον από τους τρεις».

Έτσι λοιπόν ο βεζίρης έδωσε από 200 χρυσά νομίσματα στον καθένα από τους γιούς του και τους είπε να φύγουν για την πόλη και να αγοράσουν κάτι για να καταλάβει ποίος είναι ο πιο έξυπνος. Τα τρία αδέλφια έφτασαν στην πόλη και πήγαν στο παζάρι. Ο μεγαλύτερος είδε έναν άνθρωπο με ένα βιβλίο στο χέρι τον ρώτησε πόσο κοστίζει και εκείνος απάντησε
200 χρυσά νομίσματα γιατί είναι μαγικό, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος σε κάποια χώρα το βιβλίο το φανερώνει. Έκπληκτος ο μεγάλος γιος του βεζίρη το αγόρασε και γύρισε στο πανδοχείο .

Την επόμενη μέρα ο δεύτερος αδελφός βγήκε στο παζάρι. Είδε έναν άνθρωπο με ένα χαλί στον ώμο τον ρώτησε λοιπόν πόσο κόστιζε και εκείνος απάντησε 200 χρυσά νομίσματα γιατί είναι μαγικό αν καθίσεις επάνω του σε μεταφέρει όπου θέλεις εσύ. Ενθουσιασμένος ο δεύτερος γιος του βεζίρη το αγόρασε και γύρισε στο πανδοχείο.

Την Τρίτη μέρα ο μικρός αδελφός βγήκε στο παζάρι. Εκεί είδε έναν άνθρωπο που κρατούσε μια κούπα τον ρώτησε πόσο κοστίζει και εκείνος απάντησε 200 χρυσά νομίσματα γιατί είναι μαγικό αν το γεμίσεις με νερό και το ρίξεις πάνω σε έναν πεθαμένο τότε αμέσως θα ζωντανέψει. Εντυπωσιασμένος ο τρίτος γιός του βεζίρη την αγόρασε και γύρισε στο πανδοχείο.

Την ίδια νύχτα ο μεγάλος αδελφός κοίταξε το βιβλίο του και φώναξε «συμφορά, η κόρη του βασιλιά πέθανε». Τότε ο μεσαίος αδελφός έφερε το χαλί του και με αυτό επέστρεψαν στο παλάτι. Εκεί μόλις έφτασαν είδαν όντως νεκρή την πριγκίπισσα, και ο μικρός αδελφός είπε »περιμένετε μέχρι να γυρίσω με την κούπα μου γεμάτη» . Επέστρεψε λοιπόν και έριξε το νερό στο πρόσωπο της και η πριγκίπισσα ζωντάνεψε. Ανάμεσα όμως στα αδέλφια ξέσπασε διαμάχη. Τώρα πείτε μου εσείς ποιο από τα τρία αδέλφια πρέπει να πάρει την κόρη του βασιλιά;

Κάποιοι από το πλήθος φώναξαν “ ο μεγάλος αδελφός γιατί αυτός είδε ότι η πριγκίπισσα είχε πεθάνει” άλλοι είχαν διαφορετική γνώμη “το δίκαιο είναι να την πάρει ο μεσαίος γιατί με το χαλί του επέστρεψαν εγκαίρως στο παλάτι.’’

Η κόρη του βασιλιά όμως είπε “ανόητοι άνθρωποι, το δίκαιο είναι με την μεριά του μικρού αδελφού που έδωσε πάλι ζωή στην πριγκίπισσα.”

Και ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος που άκουσε και πάλι την κόρη του να μιλά και έτσι ο ταξιδιώτης παντρεύτηκε την πριγκίπισσα!

Ο Άντρας στο Φεγγάρι

φεγγάρι

(Παραμύθι από την Αργεντινή).

Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.

     «Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά», έλεγε πεισματάρικα. «Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ».

     «Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι», ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της. «Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά».

     Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?

     Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό…πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.

     Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?

    Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: «Γειά σου..γειά σου..»

     Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν…

     Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης.  Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του…

     Ψηλά, ανάμεσα στ’ αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ’ ένα πανέμορφο νούφαρο.

     Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου…

Το σοφό παιδί

κουκουβάγια με τριαντάφυλλο(Παραμύθι από τη Ρωσία)

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωριό στη μέση της μεγάλης ρωσικής στέπας, ζούσαν δύο αδέλφια. Ο ένας ήταν πλούσιος και τρανός, με τροφαντή γυναίκα και πολλά παιδιά, ο άλλος φτωχός και χήρος, με μόνη συντροφιά του την εφτάχρονη κόρη του.

Μια μέρα τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να πάνε στην πρωτεύουσα όπου, όπως κάθε χρόνο, γινόταν το μεγάλο παζάρι – ο πλούσιος με το όμορφο άτι του, ο φτωχός με τη φοράδα του. Δρόμο πήραν δρόμο άφησαν και, την ώρα που σουρούπωνε, είδαν μπροστά τους μια έρημη καλύβα. «Εδώ να περάσουμε τη νύχτα!» είπε ο πλούσιος. Ξεπέζεψαν, έδεσαν τα άλογα έξω από το καλυβάκι και έπεσαν να κοιμηθούν. Πολύ πρωί, τους ξύπνησαν χλιμιντρίσματα. Βγαίνουν στην πόρτα, και τι να δουν! Τα άλογα ήταν τρία! Το τρίτο ήταν ένα πουλαράκι, που το είχε γεννήσει η φοράδα τη νύχτα. Στεκόταν, μισοτρεκλίζοντας, πλάι στο άλογο του πλούσιου αδελφού.

«Δικό μου είναι!», φώναξε ο Ντιμίτρι, ο πλούσιος.

«Από πού κι ώς πού;» ρώτησε ο Ιβάν, ο φτωχός. «Αφού το γέννησε η φοράδα μου!»

«Ναι, αλλά στεκόταν πλάι στο άλογό μου!» απάντησε ο Ντιμίτρι.

Τα δύο αδέλφια άρχισαν να μαλώνουν και κανένας δεν υποχωρούσε. Στο τέλος αποφάσισαν, μόλις φτάσουν στην πόλη, να ζητήσουν από τον βασιλιά να αποδώσει δικαιοσύνη.

Ετσι κι έκαναν. Ο βασιλιάς τούς δέχτηκε καθισμένος στον θρόνο του και τους άκουσε προσεκτικά. Από τα πρώτα τους κιόλας λόγια κατάλαβε ότι το πουλάρι ανήκε στον Ιβάν, επειδή όμως ήθελε να διασκεδάσει λιγάκι, είπε:

«Πολύ μπερδεμένα μου τα λέτε εσείς οι δυο και δεν μπορώ να αποφασίσω. Θα δώσω, λοιπόν, το πουλάρι σ’ όποιον μου πει ποιο πράγμα στον κόσμο είναι το γρηγορότερο, ποιο είναι το παχύτερο, ποιο είναι το απαλότερο και ποιο το πολυτιμότερο. Να έρθετε σε μία βδομάδα με τις απαντήσεις σας!».

Τα αδέλφια πήραν αμίλητα τον δρόμο του γυρισμού. Ο πλούσιος πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και εξιστόρησε όσα έγιναν στη γυναίκα του. «Μα, δεν σε ρώτησε και τίποτα δύσκολο ο βασιλιάς!», είπε εκείνη. «Να τι θα του απαντήσεις: Το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο είναι το άλογό σου, το παχύτερο το γουρούνι μας, το απαλότερο το πάπλωμά μας και το πολυτιμότερο ο μικρός μας γιος».

Ο φτωχός γύρισε στο φτωχικό του καταστενοχωρημένος. Πήρε την κορούλα του στην αγκαλιά του και της είπε όσα είχαν συμβεί. Εκείνη, σκέφτηκε λίγο και του απάντησε: «Να πεις στον βασιλιά ότι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο είναι ο παγωμένος βόρειος άνεμος τον χειμώνα, το παχύτερο είναι το χώμα των χωραφιών της πατρίδας μας, το απαλότερο είναι το χάδι ενός παιδιού και το πολυτιμότερο είναι η τιμιότητα».

Πέρασαν οι μέρες και τα δύο αδέλφια παρουσιάστηκαν και πάλι μπρος στον βασιλιά. Εκείνος ξεκαρδίστηκε με τις απαντήσεις του Ντιμίτρι, όμως άκουσε με προσοχή τον Ιβάν και θα του έδινε το πουλάρι στη στιγμή, αν δεν ήθελε να τον δοκιμάσει λίγο ακόμη.

«Εσύ τα σκέφτηκες όλα αυτά;» τον ρώτησε.

«Οχι, εγώ, μεγαλειότατε», απάντησε ο Ιβάν, «η εφτάχρονη κορούλα μου».

«Για να δούμε αν είναι τόσο έξυπνη όσο φαίνεται», είπε ο βασιλιάς. «Σε εφτά ημέρες να τη φέρεις στο παλάτι. Να εμφανιστεί όμως μπροστά μου ούτε γυμνή ούτε ντυμένη ούτε πεζή ούτε καβάλα σ’ άλογο ούτε με δώρα ούτε με άδεια χέρια. Αν τα καταφέρει, θα πάρεις και το πουλάρι και εκατό ασημένια δουκάτα».

Ο Ιβάν γύρισε σπίτι ακόμα πιο στενοχωρημένος. Είπε δακρυσμένος στην κόρη του τι ζητούσε ο βασιλιάς, εκείνη όμως, χωρίς να ταραχτεί καθόλου, του ζήτησε να της φέρει έναν λαγό και μια πέρδικα και να πάψει να ανησυχεί.

Εφτασε η μεγάλη μέρα… Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο παλάτι, περιμένοντας να δει πώς θα εμφανιζόταν η κορούλα του Ιβάν μπροστά στον βασιλιά. Κι εκείνη, ήρθε τυλιγμένη σε ένα ψαράδικο δίχτυ, καβάλα σ’ έναν λαγό, κρατώντας στα χέρια της μια πέρδικα.

«Ωραία!» φώναξε ο βασιλιάς. «Δεν είναι ούτε γυμνή ούτε ντυμένη ούτε πεζή ούτε καβάλα σ’ άλογο. Τα χέρια της όμως είναι γεμάτα!» Τότε το κοριτσάκι άνοιξε τα δάχτυλα και η πέρδικα πέταξε στον αέρα. Θαυμάζοντας την εξυπνάδα του κοριτσιού, ο βασιλιάς τη ρώτησε με γλυκιά φωνή:

«Τόσο φτωχοί είστε, λοιπόν; Τόσο πολύ χρειάζεστε το πουλάρι;»

«Ναι, μεγαλειότατε!», απάντησε το κοριτσάκι. «Ζούμε με τους λαγούς που πιάνει ο πατέρας μου απ’ το ποτάμι και με τα ψάρια που μαζεύει από τα δέντρα».

«Αχά!», φώναξε θριαμβευτικά ο βασιλιάς. «Να που δεν είσαι και τόσο έξυπνη! Πού ακούστηκε να υπάρχουν λαγοί στα ποτάμια και ψάρια στα δέντρα;»

«Και πού ακούστηκε αρσενικό άλογο να γεννάει πουλάρι;», απάντησε το κοριτσάκι.

Τραντάχτηκε το παλάτι από τα γέλια και τα χειροκροτήματα. Ο βασιλιάς διέταξε να δοθούν αμέσως στον Ιβάν το πουλάρι και τα δουκάτα και δήλωσε με δυνατή φωνή:

«Μονάχα στο βασίλειό μου θα μπορούσε να γεννηθεί ένα τόσο σοφό κορίτσι!»

Ο βασιλιάς των πουλιών.

κουκουβάγια(Λαϊκό παραμύθι από τις Κυκλάδες).

Μια φορά κι έναν καιρό τα πουλιά αποφάσισαν να διοργανώσουν ένα συνέδριο για να εκλέξουν τον βασιλιά τους. Μαζεύτηκαν λοιπόν μόλις χάραζε ο ήλιος σ’ ένα μεγάλο γέρικο δέντρο. Στριμώχτηκαν οι εκπρόσωποι απ’ όλα τα είδη στα κλαδιά του δέντρου, κι άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί και να προσπαθούν να προβάλουν ο καθένας το είδος του.

-Εγώ, λέει το αηδόνι, κελαηδώ πιο όμορφα απ’ όλους.

-Εγώ όμως, τσίριξε το παραδείσιο πουλί, είμαι πιο όμορφο απ’ όλους.

-Εγώ, έκρωξε η μάϊνα, κάνω τις καλύτερες μιμήσεις απ’ όλους.

Ο καθένας έβρισκε το δικό του χαρακτηριστικό ως το καλύτερο απ’ όλα και κανείς δεν δεχόταν για βασιλιά του κανέναν. Εκεί που όλοι τσίριζαν κι έκρωζαν, η κουκουβάγια, που ήταν η μόνη που κοιτούσε χωρίς να μιλά, μίλησε ήρεμα αλλά πιο δυνατά απ’ όλους. Βασιλιάς των πουλιών είπε, θα αξιωθεί να γίνει, όποιος μπορέσει να πετάξει πιο ψηλά στον ουρανό. Τα πουλιά δυσανασχέτησαν, γιατί ήξεραν το πλεονέκτημα του αετού σ’ αυτή τη δοκιμασία, αλλά δέχτηκαν.

Το άλλο πρωί όλοι ήταν μαζεμένοι στο ίδιο μέρος, έτοιμοι να δώσουν ο καθένας τον αγώνα του. Τέντωναν και μάζευαν τα φτερά τους, κελαηδούσαν και χοροπηδούσαν, κι όλοι προετοιμάζονταν για τον μεγάλο αγώνα. Η κουκουβάγια ήταν αυτή που ομόφωνα επιλέχτηκε για την θέση του δίκαιου κι αμερόληπτου κριτή. Αφού λοιπόν μπήκαν όλοι σε μια σειρά κι ετοιμάστηκαν, εκείνη ήταν που έδωσε το σφύριγμα της έναρξης του αγώνα.

Πετάχτηκαν όλα τα πουλάκια, μεγάλα και μικρά, και χτυπώντας τα φτερά τους προσπαθούσαν το ένα να περάσει το άλλο. Ένας ένας όμως κουράζονταν και τα παρατούσαν και τέλος έμεινε μόνο ο αετός, που παρότι ήταν ολοφάνερο πως είχε κερδίσει τον αγώνα, συνέχιζε κι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και δεν σταματούσε.

Κάποια στιγμή όταν επτέλους κουράστηκε, αποφάσισε να σταματήσει και να χαρεί τη νίκη
του. Αλαζόνας όπως ήταν, κοίταξε με το υπεροπτικό ύφος του τους υπόλοιπους διαγωνιζόμενους και με δυνατή φωνή τους φώναξε:

“Ποιος λοιπόν μπορεί να με ξεπεράσει; Ποιος είναι ο Βασιλιάς των πουλιών;”.

Εκείνη τη στιγμή που όλοι ήταν εκνευρισμένοι μαζί του και σιγομουρμούριζαν ο ένας στον άλλο για τον κακό χαρακτήρα του αετού, ξεπετάχτηκε από τη ράχη του ένα μικρούτσικο πουλάκι και πέταξε ακόμα πιο ψηλά απ’ τον αετό.

“Εγώ”, φώναξε με την αδύναμη ψιλή φωνούλα του, “Εγώ είμαι ο βασιλιάς των πουλιών!”

Κι έτσι ο καλογιάννος, το μικρό κι αδύναμο πουλάκι με την ψιλή φωνούλα, έγινε ο βασιλιάς των πουλιών.

Κι όλοι έζησαν πολύ καλά, όλοι εκτός απ’ τον αετό που δεν μπορεί ακόμα να χωνέψει την ήττα του αυτή.

κουκουβάγια με τριαντάφυλλο