Παραμύθι – Ο Δράκος της Κρακοβίας

δράκος από παραμύθι

(Μύθος της Πολωνίας)

Πριν από χρόνια πολλά, στην πρώιμη ιστορία της Πολωνίας, στις όχθες του ποταμού Βιστούλα, υπήρχε ένας μικρός οικισμός με ξύλινες καλύβες που κατοικούταν από ειρηνικούς ανθρώπους που καλλιεργούσαν τη γη και ψάρευαν στο ποτάμι.

Κοντά στο χωριό ήταν ο λόφος Wawel. Στην πλαγιά του υπήρχε μια βαθιά σπηλιά. Η είσοδος ήταν κατάφυτη με ψηλά χορτάρια, θάμνους και ζιζάνια. Κανένας άνθρωπος δεν είχε τολμήσει ποτέ να εξερευνήσει το σπήλαιο αυτό, και κάποιοι λέγαν πως ένας τρομακτικός δράκος ζούσε μέσα του.

Οι αμούστακοι νέοι του χωριού λέγαν πως δεν πιστεύουν στο δράκο. Οι ηλικιωμένοι του χωριού, τους λέγαν ότι είχαν ακούσει τους πατεράδες τους για το δράκο που κοιμόταν στη σπηλιά, και κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να τολμήσει να τον ξυπνήσει ή θα υπάρχαν ολέθριες συνέπειες για όλους. Κάποιοι από τους νέους αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπήλαιο και να θέσουν ένα τέλος σε αυτές τις ανόητες συζητήσεις, σίγουροι  ότι γνώριζαν καλύτερα και ότι οι δράκοι ήταν  παραμύθια από το παρελθόν.

Πήραν λοιπόν μερικές δάδες και πήγαν στο σπήλαιο. Μπήκαν βαθιά στη καρδιά του, μέχρι που σχεδόν ακούμπησαν σε μια μεγάλη σκοτεινή μάζα που έφραζε το δρόμο τους και άκουσαν τον ήχο μιας βαριάς, υπόκωφης αναπνοής. Τα αγόρια ίσα που πρόλαβαν να τρέξουν ουρλίαζοντας, καθώς ο δράκος, που ένιωσε τη παρουσία τους, ξύπνησε και βρυχήθηκε. Φωτιά ξεχύθηκε από το στόμα του, και ψιλοτσουρούφλισε  τις πλάτες των αγοριών. Όταν ήταν πια αρκετά μακριά, κοίταξαν πίσω και είδαν το θεόρατο δράκο στην είσοδο του σπηλαίου, πολύ θυμωμένο που ξύπνησε από τον μακάριο, μακρόχρονο ύπνο του.

Από εκείνη την ημέρα, οι κάτοικοι της περιοχής, δεν γνώρισαν ησυχία. Κάθε μέρα ο δράκος εμφανιζόταν και άρπαζε ένα πρόβατο ή και κάποιο μικρό παιδάκι. Γίνανε πολλές προσπάθειες για να σκοτώσουν τον δράκο, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν και πολλοί από εκείνους που προσπάθησαν κατέληξαν στη κοιλιά του.

Στο χωριό ζούσε ένας έξυπνος τσαγκάρης που ονομαζόταν Krakus. «Εγώ θα τον κανονίσω το δράκο» δήλωσε στη πλατεία του χωριού. Πήρε λοιπόν κάποια πρόβατα και τα άλειψε  με μια παχιά, κίτρινη πάστα από θείο και πιπέρι.  Στη συνέχεια τα οδήγησε σε ένα μέρος όπου σίγουρα ο δράκος θα τα έβλεπε.

Όταν ο δράκος βγήκε από τη σπηλιά το πρώτο πράγμα που είδε ήταν τα πρόβατα. Βρυχήθηκε, έσπευσε κάτω από το λόφο και τα καταβρόχθισε. Μα λίγο μετά ένισε μια φοβερή φωτιά στα σωθικά του, και μια τρομερή δίψα. Έτρεξε στον ποταμό Βιστούλα και άρχισε να πίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έπινε και έπινε και δεν μπορούσε να σταματήσει. Περρνούσε η ώρα και άρχισε να πρήζεται, αλλά εξακολουθούσε να πίνει όλο και περισσότερο. Ώσπου ξαφνικά ακούστηκε μια μεγάλη έκρηξη, και ο δράκος έσκασε.

Μεγάλη χαρά νιώσαν οι κάτοικοι και πανηγύρι μεγάλο έγινε. Ο Krakus, εκλέχτηκε ομώφονα κυβερνήτης του χωριού. Η περιοχή ευημέρευσε κάτω από την ηγεσία του Krakus και η πλούσια και όμορφη πόλη που δημιουργήθηκε γύρω από το λόφο, ονομάστηκε Κρακοβία, προς τιμήν του.

 

Παραμύθι – Το Τυφλό Αγόρι και ο Κηλιδοβούτης

παραμύθι-νεραϊδα στη θάλασσα-www.tsipiriki.gr

(Παραμύθι από τον Καναδά)

Μια φορά κα έναν καιρό ζούσε στην παγωμένη γη των Εσκιμώων ένα τυφλό αγόρι με την αδελφή και τη θετή μητέρα του. Αν και τυφλός, το αγόρι ήταν δυνατό και μπορούσε να κυνηγήσει και να παρέχει και για την οικογένεια του. Ακόμα κι έτσι όμως, η μητριά δεν αγαπούσε το αγόρι και το μεταχειριζόταν άσχημα.

Μια μέρα, την άνοιξη, όταν  ο πάγος στο παράθυρο έλιωσε, μια τεράστια αρκούδα, μυρίζοντας το κρέας, επιτέθηκε στην καλύβα τους. «Ααααα!,» στρίγκλισε τη μητριά, ωθώντας το τόξο του αγοριού και το βέλος στα χέρια του, φωνάζοντας του «να ρίξει, να ρίξει γρήγορα.» Έτσι και έκανε το αγόρι, και η αρκούδα έπεσε στο έδαφος με έναν ισχυρό γδούπο.

«Την πέτυχα!» φώναξε χαρούμενο. «Όχι» φώναξε η μητριά του, «Πέτυχες το σκύλο μας και θα πρέπει να τιμωρηθείς». Και άρπαξε το χέρι του, πέταξε μακριά το τόξο του και τον τράβηξε μακριά σε ένα άλλο σπίτι, και τον άφησε εκεί.

Η καλύβα ήταν παλιά και βρώμικη και το αγόρι ήθελε να φύγει, αλλά δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της επιστροφής. Κάθισε στην καλύβα, να σκέφτεται και να σκέφτεται. «Αυτό δεν ήταν το σκυλί μας. Ο θόρυβος από την πτώση ήταν πολύ μεγάλος και βαρύς για ένα σκυλί. Γιατί είπε ψέματα για μένα; Γιατί με άφησε σε αυτό το τρομερό μέρος;» Ένιωσε πολύ μπερδεμένος, πολύ λυπημένος, πολύ μοναχικός και σύντομα πολύ πεινασμένος.

Η μητριά και η αδελφή έψησαν την αρκούδα και είχαν ένα υπέροχο δείπνο. Αλλά η αδελφή αγαπούσε τον αδελφό της και ανησυχούσε γι ‘αυτόν. Η μητριά ήταν απασχολημένη με την προετοιμασία του υπόλοιπου του κρέατος της αρκούδας, έτσι κατάφερε καιγλίστρησε έξω και πήρε κάποιο κρέας για τον αδελφό της.

«Δεν μπορώ να μείνω,» είπε, «η μητριά θα καταλάβει ότι λείπω». Αλλά θα έρθω όταν μπορώ. «Ο αδελφός της την ευχαρίστησε και καταβρόχθισε δάγκωσε ένα μικρό κομμάτι κρέατος. Ήξερε αμέσως ότι οι υποψίες του ήταν αλήθεια και ότι αυτό ήταν πράγματι κρέας αρκούδας.

Οι εβδομάδες πέρασαν και η αδελφή συνέχισε να φέρνει κρυφά τρόφιμα για τον αδελφό της όταν μπορούσε. Μια μέρα, το αγόρι άκουσε το κάλεσμα του Κηλιδοβούτη (χήνα που ζεί στα βόρεια του Καναδά) και αποφάσισε να πάει προς τη λίμνη. Σύρθηκε στα χέρια και τα γόνατά του πάνω από το τραχύ έδαφος, μέχρι που τελικά, τα χέρια του άγγιξαν το μαλακότερο γη της άκρη της λίμνης. Στη συνέχεια κάθισε, με το κεφάλι του στα χέρια του, σαν να ήταν ατένιζε πάνω από την πανέμορφη λίμνη.

Ξαφνικά, ένιωσε ένα μαλακό ράμφισμα στο χέρι του και μια φωνή του είπε, «Γιατί κοιτάς έτσι με αυτά τα παράξενα μάτια;» Το αγόρι σήκωσε το χέρι του και ένιωσε τα φτερά. «Είμαι τυφλός», απάντησε, «και δεν μπορώ να δει τη λίμνη -. Μόνο σκοτάδι».

Ο Κηλιδοβούτης ήταν τόσο συμπαθητικός που σύντομα το αγόρι βρέθηκε να του λέει όλα τα σχετικά με τη θετή μητέρα του και πόσο αγενείς και σκληρή ήταν. «Εμείς οι Κηλιδοβούτες μπορούμε να δούμε καλά,» είπε το πουλί. «Καθημερινά βουτάμει βαθιά κάτω στη λίμνη. Αν με πιστέψεις, θα σε πάρω βαθιά μέσα στη λίμνη για να ξεπλύνω τη τύφλωση σου. «Το αγόρι δίστασε μόνο μια στιγμή. «Ναι παρακαλώ», απάντησε, «Τι πρέπει να κάνω;» «Πρέπει να σφιχτείς πάνω μου και δεν πρέπει να κάνεις καμία κίνηση μέχρι να είμαστε έξω από τη λίμνη ξανά.»

Το αγόρι και ο Κηλιδοβούτης  κινήθηκαν αργά μέχρι τη μέση της λίμνης. Ξαφνικά ο Κηλιδοβούτης, με μια απότομη βουτιά, πήρε το αγόρι βαθιά, βαθιά μέσα στα νερά. Όταν το αγόρι δεν θα μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή του πλέον, ο Κηλιδοβούτης  ανέβηκε στην επιφάνεια μαζί του. «Τι μπορείς να δεις τώρα;» ρώτησε ο Κηλιδοβούτης . «Μπορώ να δω ένα γκρίζο χρώμα,» απάντησε το αγόρι. Ο παλαβός βούτηξε και πάλι στα βάθη της λίμνης και επέστρεψε στην επιφάνεια μόνο όταν το αγόρι είχε ξεμείνει από αέρα. «Τι μπορείς να δεις;» ρώτησε. «Μπορώ να δω το φως και τη σκιά,» απάντησε το αγόρι. Για τρίτη φορά, ο Κηλιδοβούτης βούτηξε. «Τι μπορείς να δεις;» ρώτησε ο παλαβός. «Μπορώ να δω τα βουνά στο βάθος και τα σύννεφα στον ουρανό και τις καλύβες πέρα από τις άκρες της λίμνης. Αχ! σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ. Δεν ήξερα ποτέ ότι ο κόσμος ήταν τόσο όμορφος.»

» Προσοχή στη μητριά σου », προειδοποίησε ο Κηλιδοβούτης. «Δεν θα είναι ευτυχής που μπορείς να δείς.»

Το αγόρι γύρισε πίσω στο βρώμικο, ετοιμόρροπο καλύβα που η θετή μητέρα του τον είχε βάλει, μέσα και το βρήκε ακόμα πιο αηδιαστικό τώρα που μπορούσε να δει. Αλλά σκεπτόμενο τα λόγια του Κηλιδοβούτη, κάθισε μέσα στο βούρκο.

Στις επόμενες λίγες εβδομάδες, δεν είπε σε κανέναν οτι μπορούσε να δει. Σύντομα το φαγητό είχε εξαντληθεί, και τη μητριά του ήρθε γι ‘αυτόν. Άκουσε τα βήματά της έξω από την καλύβα του. «Φύγε από εδώ γρήγορα,» φώναξε. «Πρέπει να πάει για κυνήγι.» του απάντησε αυτή. Το αγόρι την ακολούθησε και εκείνη τον οδήγησε προς τη θάλασσα. Κρατώντας το καμάκι στο χέρι του, τον γύρισε προς τη θάλασσα και του είπε ότι υπήρχαν δύο λευκές φάλαινες, μια μεγάλη και μια μικρή. Η μικρή φάλαινα ήταν κοντά στην ακτή και θα έδινε ένα καλό γεύμα, δήλωσε η μητριά. «Εγώ θα δέσω το σχοινί από το καμάκι γύρω από τη μέση μου» είπε. «Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να τραβήξει και να μεταφέρει τη φάλαινα στην ακτή.»

Έδεσε το σχοινί σταθερά γύρω από τη μέση της. Το αγόρι βγήκε μπροστά στην ακτή και έριξε το καμάκι με όλη του τη δύναμη προς την μικρή φάλαινα, αλλά, όπως το έκανε, ένα δυνατό φύσηγμα του αέρα σήκωσε το καμάκι πάνω από τη μικρή φάλαινα και το κάρφωσε στα πλευρά της κατά πολύ μεγαλύτερης φάλαινας.  Η τεράστια φάλαινα άρχισε να χτυπιέται, και με δύναμη τράβηξε προς την ανοικτή θάλασσα. Η μητριά βρέθηκε να σέρνεται βαθύτερα μέσα στο νερό – και γεμάτη θυμό, ούρλιαξε στο αγόρι, «Δεν μπορείς να κυνηγήσεις μόνος, είσαι τυφλός, βοήθησε με άχρηστε, με έχεις ανάγκη!.» Αλλά μια ολόκληρη ζωή σκληρότητας έκαναν το αγόρι να διστάσει. Από την ακτή την έβλεπε να τραβιέται όλο και πιο βαθιά στη θάλασσα, μέχρι που ήταν μόλις ένα μικρό κουκίδα στον ορίζοντα.παραμύθι - www.tsipiriki.gr

Το αγόρι γύρισε στην αδελφή του και έγινε έναςαπό τους μεγαλύτερους κυνηγούς που έζησαν ποτέ. Ένας κυνηγό που δεν χρησιμοποιούσε μόνο την όραση, αλλά όλες τις αισθήσεις του. Όσο για τη μητριά, λέγεται ότι, ακόμη και σήμερα, οι ψαράδες εξακολουθούν να ακούν τις κραυγές τις πάνω από το νερό, δεδομένου ότι σέρνεται γύρω και γύρω από τους ωκεανούς, πίσω από τη μεγάλη λευκή φάλαινα.

Το φίδι με τα χρώματα

snake1(Παραμύθι από τη Βενεζουέλα)

Στα πολύ παλιά χρόνια, τα φτερά όλων των πουλιών του κόσμου ήταν σκέτα γκρίζα, χωρίς ούτε ένα χρωματιστό πούπουλο ανάμεσά τους. Δεν τα ενοχλούσε όμως που ήταν γκρι. Ώσπου μια μέρα, ένας κορμοράνος, συνάντησε ένα νεκρό φίδι που κείτονταν στο νερό, στην άκρη μιας λίμνης. Ήταν ένα φίδι σαν ουράνιο τόξο, με πολλά φωτεινά χρώματα σε λαμπερές αποχρώσεις.

Ο κορμοράνος πήδηξε μέσα στο νερό και τράβηξε το φίδι στην ακτή με το ράμφος του. «Κοίτα τι βρήκα», είπε σ΄ έναν σπίνο, που είχε σταματήσει για να ξεδιψάσει στην όχθη της λίμνης. «Πρέπει να έπεσε από τον ουρανό». Ο σπίνος πλησίασε χοροπηδώντας για να ρίξει μια προσεκτική ματιά στο φίδι. «Τι υπέροχα χρώματα», αναστέναξε. «Αν είχα έστω κι ένα από αυτά τα χρώματα στα φτερά μου, θα έμοιαζα με βασιλιά».

«Κοίτα!» είπε με έκπληξη ο κορμοράνος. «Λίγο κίτρινο από το φίδι ξέβαψε πάνω στο στήθος σου. Έχεις δίκιο, μοιάζεις με βασιλιά τώρα».

Ο σπίνος σταμάτησε λίγο για να θαυμάσει το είδωλό του στο νερό και μετά πέταξε ψηλά στον ουρανό, τιτιβίζοντας καθώς πετούσε, «Κοιτάξτε με! Κοιτάξτε με! Δεν είμαι πια γκρίζος!».

Σε χρόνο λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται ένα πρωινόλουλούδι ν’ ανθίσει, οι όχθες της λίμνης γέμισαν από πουλιά κάθε σχήματος και μεγέθους.
«Δώσε μου λίγο χρώμα!»
«Εγώ θέλω να γίνω μπλε!»
«Εγώ θέλω να γίνω πράσινος!»

Η ίβιδα άρπαξε λίγο πορφυρό. Κάποια πουλιά πάλευαν μεταξύ τους για το χρυσαφί χρώμα. Ο παπαγάλος πρόλαβε και πήρε λίγο πράσινο και πορτοκαλί. Τονυχτοπούλι βολεύτηκε με λίγο καφετί, ενώ ο ερωδιός καλύφτηκε με ένα εκτυφλωτικό λευκό. Ο σπίνος εντόπισε τον κορμοράνο λίγο παραπέρα, σε μια άκρη, γκρίζο όπως πάντα.

«Εσύ δε θα πάρεις χρώματα;» ρώτησε ο σπίνος μπερδεμένος. «Στο κάτω-κάτω της γραφής, εσύ βρήκες το χρωματιστό φίδι».
«Θα πάρω μόλις τελειώσουν όλοι οι άλλοι. Δε μου αρέσουν αυτές οι φασαρίες».

Ο σοφός κορμοράνος περίμενε υπομονετικά, ώσπου έφυγαν όλοι οι άλλοι, τσιρίζοντας με ενθουσιασμό και επιδεικνύοντας το καινούργιο χρώμα τους. Ύστερα κοίταξε καλά το φίδι. Δεν είχαν μείνει πολλά χρώματα, στην πραγματικότητα λίγες μόνο κηλίδες από λευκό που δεν μπόρεσε να πάρει ο ερωδιός.

«Έχασες την ευκαιρία», είπε θλιμμένα ο σπίνος. «Ίσως θα έπρεπε να είχες διαλέξει το αγαπημένο σου χρώμα πριν πεις σε όλους τους άλλους για το φίδι».
«Μια χαρά θα βολευτώ και με το άσπρο», είπε ο κορμοράνος. «Έπειτα, δεν είναι τα χρώματα που κάνουν το πουλί, αλλά οι σκέψεις και οι πράξεις του».

Ο σπίνος είδε τον κορμοράνο να φτερουγίζει μακριά και θαύμασε τη σοφία του. Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα προσπαθούσε ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα του κορμοράνου. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ακόμη κατενθουσιασμένος με το ολοκαίνουριο κίτρινο στήθος του.

Από τότε, τα δάση της Βενεζουέλας είναι γεμάτα με πανέμορφα χρωματιστά πουλιά, όμως ο ευγενικός κορμοράνος είναι ακόμη γκρίζος, με λίγες μόνο κηλίδες λευκού στα φτερά του..

Ο Γαβριήλ ο μυλωνάς και η κερα-Μαριώ

animals-44569_640

(Λαϊκό Παραμύθι)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας μυλωνάς και τον έλεγαν Γαβριήλ. Γύρω στον ανεμόμυλο είχε ένα αμπελάκι και τόσο φτωχός ήτανε, που τον έλεγαν τζατζαλά (κουρελιάρης).

Κει κοντά κάθουνταν και μια αλεπού, που την έλεγαν κερα-Μαριώ. Η αλεπού πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε απ’ τ’ αμπελάκι τα σταφύλια, και δεν άφηνε τον Γαβριήλ ούτε μια ρώγα να φάγει. Ο Γαβριήλ τι να κάμει δεν ήξερε, πιάνει μια μέρα και κρύβεται πίσω απ’ το μύλο, και μόλις βγήκε η κερα-Μαριώ να φάγει τα σταφύλια, την αρπάζει απ’ τ’ αυτιά να τήνε σκοτώσει. Η καημένη η κερα-Μαριώ άρχισε να τόνε παρακαλεί και να τόνε λέγει:

– Αμάν, κυρ Γαβριήλ, μη με σκοτώνεις και πολλά καλά θα δεις ’πό τα μένα.

Ο μυλωνάς τήνε λυπήθηκε και δεν τη σκότωσε, παρά την κράτησε μέσα στο μύλο και τον έκαμνε δουλειές.

Μια μέρα λέγει στον Γαβριήλ:

– Κυρ Γαβριήλ, άκουσέ με, τι θα σε πω· μήπως σε βρίσκουνται τίποτε κάνα δυο φλουριά;
– Έχω δυο φλουριά της μάνας μου.
– Και γω τόσα ήθελα, λέγει η κερα-Μαριώ.

Tην άλλη μέρα, η κερα-Μαριώ μια και δυο ίσια στου βασιλέ το παλάτι· χτυπάει την πόρτα. Ανοίγει η δούλα:
– Τι θέλεις, κερα-Μαριώ;
– Ήρτα να σας αγγαρέψω, μήπως και σας βρίσκεται κάνα κόσκινο, που κοσκινίζουν τα φλουριά. Δουλεύω σ’ ένα αφεντικό πολύ πλούσιο και θέλει να τα κοσκινίσω και δεν έχει κόσκινο.
– Πώς, είπαν οι δούλες, όσα θέλεις· μόνε ποιο μπόγι θέλεις; Έχουμε μπόγια μπόγια.
– Να με δώστε το κόσκινο που κοσκινίζουν τα μικρά φλουριά, είπε η κερα-Μαριώ.
Oι δούλες είπαν αναμεταξύ τους:
– Ας αλείψουμε λιγάκι μέλι από κάτ’ το κόσκινο, κι ίσως κολλήσει και σε μας τίποτε.

Το παίρνει το κόσκινο η αλεπού, μια και δυο στο μυλωνά. Βλέπει κάτ’ απ’ το κόσκινο μέλι· κατάλαβε πως το ’καμαν οι δούλες. Κολνάει το φλουράκι και το πάει πίσω στο παλάτι του βασιλέ. Χτυπάει την πόρτα, ανοίγει η δούλα.
– Ευχαριστώ πολύ, λέγει η αλεπού, μόνε κοπέλα μ’, σε παρακαλώ πολύ, να με δώστε το κόσκινο που κοσκινίζετε τα μεγάλα φλουριά.
– Να το δώσουμε, είπαν οι δούλες ολόχαρες.
Κι αλείφουν μέλι για να κολλήσει το φλουρί κι είπαν αναμεταξύ τους:
– Δεν είδαμε στο άλλο κόσκινο, κόλλησε τίποτε;
Γυρίζει το κόσκινο η δούλα απ’ την ανάποδη, τι να δει: ένα φλουρί κολλημένο· η χαρά της δε λέγεται.

Παίρνει πάλε η αλεπού το κόσκινο και πάει στο μύλο.
– Κυρ Γαβριήλ, δώσ’ με και τ’ άλλο φλουρί να κάμω την τέχνη μ’.
Παίρνει το φλουρί και το κολνάει πάλε κάτ’ στο κόσκινο και το πάει στο παλάτι. Χτυπάει την πόρτα, την ανοίγει η δούλα.
– Ευχαριστώ τις κοπέλες μου, λέγει η κερα-Μαριώ, μόνε θα σας έλεγα κάτι τι· το αφεντικό μου, που δουλεύω, είναι πολύ καλό παιδί και πάρα πολύ πλούσιος και θέλει κάνα καλό κορίτσι να παντρευτεί. Μήπως ξέρετε σείς κανένα που το ταιριάζει; Δεν ξέρετε τι εμορφιές και τι λεβεντιές έχει!

Άμα τ’ ακούσανε οι δούλες, τρέχουνε απάν’ και το λένε στο βασιλέ. Ο βασιλές είχε μια κόρη πολύ όμορφη κι ήθελε να τήνε παντρέψει, και σα να τον ήρθε στο λογαριασμό. Βγαίνει έξω και λέγει την αλεπού:
– Δε με κάμνεις τη χάρη, κερα-Μαριώ, να τον φέρεις εδώ να τόνε διω και γω;
– Το θέλημά σου, αφέντη βασιλέ· σήμερα είναι Σάββατο, την Τετάρτη θα τόνε φέρω.
Βγαίνει η αλεπού έξω από την πόρτα και συλλογίζεται τι να κάμει, γιατί ο γαμπρός ούτε παντελόνι δεν είχε να φορέσει. Πάει στο μύλο και τα λέει όλα στο μυλωνά:
– Δεν ξέρεις κυρ Γαβριήλ, τι δουλειά σκάρωσα· θα πάρεις τη βασιλοπούλα, και καθόλου να μη μιλείς.

Ο καημένος ο μυλωνάς, τι να πει; Και το ’ριξε στο γέλιο. Η αλεπού, όσο περνούσαν οι μέρες κι έφθανε η Τετάρτη, δεν ήξερε τι ψευτιά να σκαρώσει, όσο που τα κατάφερε. Πιάνει και δένει ένα μεγάλο κλαδί πίσω απ’ την ουρά της, και πάει αντίκρι στου βασιλέ το παλάτι, κάμποσο μακριά, σ’ ένα χωράφι άσπαρτο όλο τεζέκες (βόλοι από χώμα) και γυρίζει γλήγορα και σηκώνει μια σκόνη σαν καπνό. Απ’ το παλάτι του βασιλέ φαίνονταν κι έλεγαν αναμεταξύ τους:
– Διέστε, έρχεται ο γαμπρός· σκόνη σήκωσαν τ’ αμάξια, θα είναι πολλά.
Σ’ αυτό το μεταξύ χτυπάει η πόρτα, τρέχουνε οι δούλες ν’ ανοίξουν, τι να διούνε: Την αλεπού!
– Πού ’ναι ο γαμπρός, κερα-Μαριώ, τήνε ρωτούν.
– Άσ’ τα κοπέλες μου, πού να σας τα πω, τι επάθαμε στο δρόμο. Μας έπιασαν κλέφτες και μας ξεγύμνωσαν κι άφησαν το γαμπρό χωρίς ρούχα και παράδες κι ήρθα να σας το πω, να διούμε τι θα γένει.

Ανεβαίνουν απάν’ οι δούλες, το λένε στο βασιλέ. Φωνάζει ο βασιλές απάν’ την κερα-Μαριώ και τη λέγει:
– Περαστικά, κερα-Μαριώ.
– Τι να σε πω, κυρ βασιλέ, είμαι καταφαρμακωμένη, αυτό κι αυτό πάθαμε.
Ο βασιλές με τα γέλια τη λέγει:
– Γι’ αυτό στεναχωριέσαι, κερα-Μαριώ; Παράδες να θέλεις, όσες θέλεις. Ανοίγει ο βασιλές μια κάσα και βγάζει έναν τουρβά γεμάτο και τον δίνει την κερα-Μαριώ.
Η κερα-Μαριώ η πονηρή απ’ τη χαρά της δεν ήξερε τι να κάμει. Παίρνει τον τουρβά τα φλουριά, μια και δυο στο μυλωνά και τον λέγει:
– Σήκω, κοιμήθηκες φτωχός και σηκώθηκες πλούσιος! Μπρος, πορπάταγε και μη μιλάς καθόλου.

Τον παίρνει η αλεπού, τον χώνει σ’ ένα μαγαζί και τον ντύνει απ’ τα νύχια ώς την κορφή καθαυτό γαμπρό, και τον πάει στο παλάτι. Σ’ όλο το δρόμο τον έδινε ορμήνειες:
– Μόλις θα πάμε στο παλάτι και θα μας ανοίξουν, να κάμεις σ’ όλους ένα σχήμα, και κατόπι να φιλήσεις του βασιλέ το χέρι. Και όταν σε μιλεί ο βασιλές, συ να μη μιλάς πολλά, να μην ντροπιαστούμε.

Ο μυλωνάς, όπως τον είπε η αλεπού, όλα κατά γράμμα. Μόλις μπήκαν στο παλάτι, σ’ όλους έκαμε από ένα σχήμα, φιλεί το χέρι του βασιλέ. Ο βασιλές ολόχαρος παίρνει τη βασιλοπούλα απ’ το χέρι και την παρουσιάζει στον γαμπρό. Η βασιλοπούλα, σαν τον είδε, τον άρεσε και κάμνει γάμο σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. H κερα-Μαριώ ήτανε στα μέσα και στα έξω, κι ο Γαβριήλ ο τζατζαλάς έγινε βασιλιάς.

Ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ ένα κόκκινο βρακί.

Μόνο εσύ!

μερικά παιδιά έχουν υπερδυνάμεις:

Και ένα ανεκδοτάκι, να περάσει η ώρα:

Η δασκάλα έβαλε στα παιδιά να γράψουν μια εκθεση, που να τελειώνει με τη φράση: ¨Μάνα είναι μόνο μία
Όλα τα παιδάκια έγραφαν η μαμά μου με αγαπάει, με φροντίζει και στο τέλος ¨Μάνα είναι μόνο μία¨.
Ο Τζο έγραψε: ¨μια μέρα ήρθε στο σπίτι μια φίλη της μαμάς μου. Η μαμά μου, τη ρώτησε τι θα πιεί και η φίλη της απάντησε μια κοκα κόλα. Τότε η μαμά μου, μου είπε να φέρω δύο.
Όταν πήγα στο ψυγείο είδα ότι υπήρχε μόνο μία κοκα κόλα και φώναξα:¨
Μάνα, είναι μόνο μία!¨


Baby-Kissing2

 

 

 

.

young at heart!

ζευγάρι ηλικιωμένων

Και το ανεκδοτάκι μας: 

Κυριούλα μπαίνει στον μπακάλη της γειτονιάς, τον καλημερίζει και του ζητάει μισό κιλό τυρί Αλτσχάιμερ.

Εμβρόντητος ο μπακάλης της απαντάει ότι δεν έχουν τέτοιο τυρί.

«Μα πώς!» αναφωνεί η κυριούλα.» Προχθές πάλι αγόρασα από σας αυτό τυρί!»

Ο μπακάλης προσπαθεί να της εξηγήσει ότι μάλλον κάνει κάποιο λάθος, διότι αυτός ποτέ δεν έχει φέρει τέτοιο τυρί και στο τέλος της λέει: «Μήπως το αγοράσατε από τον Βασιλόπουλο και δεν το θυμάστε;»

Απογοητευμένη, φεύγει και πάει στον Βασιλόπουλο. Κατευθύνεται στον πάγκο των τυριών και ζητάει και πάλι 1/2 κιλό τυρί Αλτσχάιμερ.

Ο υπάλληλος ευγενικότατα της απαντάει ότι δεν έχουν τέτοιο τυρί.

«Μα πώς!» αναφωνεί η κυριούλα. «Προχθές πάλι αγόρασα από σας αυτό τυρί!»

Αφού γίνεται μια ψιλοφασαρία , η κυριούλα ζητά τον διευθυντή του καταστήματος. Έρχεται ο διευθυντής, της επαναλαμβάνει τα ίδια, η κυριούλα έχει πλέον απογοητευτεί πλήρως και ανήμπορη να επιμείνει πλέον, καταλήγει:

«Τι να σας πω βρε παιδιά μου…» Φέρνει το δάχτυλο στο κεφάλι… «Έχω κι αυτό το Έμενταλ που με ταλαιπωρεί…!»

μικρός δράκος

 

O Ευτυχισμένος Πρίγκιπας

παιδί μητέρα τριαντάφυλλο(του Oscar Wilde).

Ψηλά πάνω από την πόλη, σε ένα μεγάλο βάθρο, στεκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα. Ήταν όλος επιχρυσωμένος με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δυο λαμπερά ζαφείρια και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στην λαβή του σπαθιού του.Πραγματικά τον θαύμαζαν πολύ. «Είναι όμορφος σαν ανεμοδούρα», είπε ένας απ’ τους δημοτικούς συμβούλους που ήθελε να ξεχωρίζει για το καλλιτεχνικό του γούστο, «όμως όχι το ίδιο χρήσιμος», πρόσθεσε επειδή φοβόταν ότι οι ταπεινότεροι άνθρωποι θα νόμιζαν ότι στερείται πρακτικής σκέψης, πράγμα που αυτός δεν το πίστευε καθόλου για τον εαυτό του.»Γιατί δεν γίνεσαι σαν τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα;» ρώτησε μια πρακτική μητέρα το αγοράκι της που έκλαιγε ζητώντας το φεγγάρι. «Του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα δεν του περνάει καν από το μυαλό να κλάψει, για οτιδήποτε».

«Χαίρομαι που κάποιος στον κόσμο είναι τόσο χαρούμενος», μουρμούρισε ένας δυστυχής, καθώς ατένιζε το θαυμάσιο άγαλμα.

«Μοιάζει σαν άγγελος», είπαν τα παιδιά του φιλόπτωχου καθώς βγαίναν από τον καθεδρικό με τους ακριβούς κατακόκκινους μανδύες τους και τις καθαρές λευκές φορεσιές τους.

«Κι εσύ πού το ξέρεις;», είπε ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών, «ποτέ σου δεν έχεις δει άγγελο».

«Μα! Έχουμε δει στα όνειρά μας», απάντησε ένα απ’ τα παιδιά – και ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών συνοφρυώθηκε και τα κοίταξε πολύ αυστηρά, καθώς εκείνος δεν ενέκρινε τα παιδικά όνειρα.

Μια νύχτα, πέταξε εκεί κοντά στην πόλη ένα μικρό Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν πάει στην Αίγυπτο πριν έξι βδομάδες, μα αυτός είχε μείνει πίσω, επειδή ήταν ερωτευμένος με την πιο όμορφη Κουφαηδόνα. Είχαν συναντηθεί νωρίς την άνοιξη, καθώς πέταγε πάνω απ’ τον ποταμό ακολουθώντας ένα μεγάλο κίτρινο σκόρο, και μαγεύτηκε τόσο από την λεπτοκαμωμένη μέση της που σταμάτησε για να της μιλήσει.

«Να σ’ αγαπήσω;» είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο ψητό, και η Κουφαηδόνα του ‘κανε μια μικρή υπόκλιση. Κι έτσι το Χελιδόνι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του και κάνοντας ασημένια κυμματάκια. Αυτός ήταν ο έρωτάς τους και διήρκησε όλο το καλοκαίρι.

«Είναι γελοίος δεσμός», τιτίβισαν τα άλλα Περιστέρια, «αυτή δεν έχει καθόλου λεφτά και έχει κι ένα σωρό συγγενείς» – στ’ αλήθεια ο ποταμός ήταν γεμάτος Κουφαηδόνια. Μετά, ήρθε το φθινόπωρο κι όλα πέταξαν μακρυά.

Αφού έφυγαν ένιωθε μόνος, κι άρχισε να κουράζεται απ’ την αγαπημένη του. «Δεν συζητάει καθόλου», είπε, «και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, επειδή πάντα φλερτάρει με τον άνεμο». Και σίγουρα, όποτε φύσαγε ο άνεμος, η Κουφαηδόνα έκανε τις πιο χαριτωμένες ρεβερέντσες (σημ. ελαφρές υποκλίσεις). “Παραδέχομαι ότι είναι εγχώριο πτηνό», συνέχισε, «αλλά εγώ είμαι αποδημητικό και μου αρέσουν τα ταξίδια. Συνεπώς θα λατρεύει τα ταξίδια και η γυναίκα μου».

“Θα πετάξεις μακριά μαζί μου;” την ρώτησε, μα η Κουφαηδόνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν πολύ συνδεδεμένη συναισθηματικά με το σπίτι της.

“Έπαιξες με την αγάπη μου», της είπε. «Φεύγω για τις Πυραμίδες. Έχε γεια!» και πέταξε μακρυά.

Όλη τη μέρα πετούσε και την νύχτα έφτασε στην πόλη. «Που θα με δεχτούν;» είπε, «ελπίζω η πόλη να έχει κάνει τις κατάλληλες προετοιμασίες».

Και τότε είδε το άγαλμα στο ψηλό βάθρο.

«Εκεί θα φωλιάσω», είπε, «είναι ένα ιδανικό μέρος, με πολύ καθαρό αέρα». Και βολεύτηκε ανάμεσα στα παπούτσια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.

«Έχω χρυσή κρεβατοκάμαρα», είπε απαλά στον εαυτό του και κοίταξε τριγύρω καθώς προετοιμαζόταν να κοιμηθεί. Μα καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω απ’ την φτερούγα του έπεσε πάνω του μια μεγάλη σταγόνα νερό. «Τι παράξενο!», είπε, «δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια λάμπουν, κι όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φρικτό. Η Κουφαηδόνα έβρισκε την βροχή όμορφη, αλλά αυτό ήταν απλά ο εγωισμός της».

Και τότε έπεσε άλλη μια σταγόνα.

«Μα αυτό το άγαλμα δεν μπορεί ούτε την βροχή να εμποδίζει;» είπε. «Πρέπει να βρω μια καλή καμινάδα να φωλιάσω» και αποφάσισε να πετάξει μακριά.

Αλλά πριν προλάβει να ανοίξει τα φτερά του, έπεσε και τρίτη σταγόνα, κι όταν κοίταξε ψηλά, είδε, α! Τι ήταν αυτό που είδε;

Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα και τα δάκρυα κυλούσαν στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του φάνταζε τόσο όμορφο στο σεληνόφως που το Χελιδόνι γέμισε οίκτο.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε.

«Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας».

«Και τότε γιατί κλαις;» ρώτησε το χελιδόνι, «με κατάβρεξες»!

«Τότε που ζούσα και είχα ανθρώπινη καρδιά», απάντησε το άγαλμα, «δεν ήξερα τι είναι τα δάκρυα, επειδή ζούσα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η λύπη δεν έβρισκε είσοδο να μπει. Την ημέρα έπαιζα με τους φίλους μου στο κήπο, και το απόγευμα ήμουν πρώτος στο χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω απ’ τον κήπο υπήρχε ψηλός τοίχος, μα ποτέ δεν νοιάστηκα να ρωτήσω τι υπήρχε παραέξω, όλα ήταν πανέμορφα για μένα. Οι αυλικοί μου με φώναζαν απλά Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ευτυχισμένος στ’ αλήθεια ήμουν, αν η ευχαρίστηση είναι το ίδιο με την ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Και τώρα που είμαι νεκρός με στήσανε εδώ τόσο ψηλά, που μπορώ να δω όλη την ασχήμια και όλη την δυστυχία της πόλης μου, και αν κι η καρδιά μου είναι από μολύβι, δε μπορώ παρά να κλαίω».

«Τι! Δεν είναι ατόφιο χρυσάφι;» σκέφτηκε το Χελιδόνι. Ήταν πολύ ευγενικό και δεν έκανε φωναχτά προσωπικά σχόλια.

«Μακριά», συνέχισε το άγαλμα με την μπάσα μελωδική φωνή του, «μακριά σε ένα σοκάκι υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα απ’ τα παράθυρα του είναι ανοιχτό, και βλέπω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι αδύνατο και κουρασμένο, κι έχει τραχιές, κόκκινες παλάμες, όλες τρυπημένες απ’ την βελόνα, επειδή είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε μια τουαλέτα από σατέν για την πιο όμορφη δεσποινίδα επί των τιμών της Βασίλισσας, που θα το φορέσει στον επόμενο Βασιλικό Χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου ένα άρρωστο αγόρι είναι ξαπλωμένο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του έχει να του δώσει μόνο νερό απ’ το ποτάμι, και το μικρό αγόρι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι, θα βγάλεις το ρουμπίνι απ΄τη λαβή του σπαθιού μου; Τα πόδια μου είναι σφαλισμένα σ’ αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να κινηθώ».

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Οι φίλοι μου πετούν πάνω απ’ τον Νείλο, και μιλούν στα μεγάλα νούφαρα. Σύντομα θα κοιμηθούν στον τάφο του μεγάλου Φαραώ. Ο ίδιος ο Φαραώ βρίσκεται εκεί στο πολύχρωμο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό και είναι ταριχευμένος με αρώματα. Γύρω απ’ τον λαιμό του υπάρχει μια αλυσίδα με χλωμούς πράσινους νεφρίτες, και τα χέρια του μοιάζουν με μαραμένα φύλλα».

«Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «δε θα μείνεις μαζί μου για ένα βράδι, να γίνεις ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι διψάει τόσο πολύ, και η μητέρα του είναι τόσο λυπημένη».

«Δεν νομίζω ότι μου αρέσουν τα μικρά παιδιά», απάντησε το Χελιδόνι. «Πέρσι το καλοκαίρι που έμενα στον ποταμό, ήρθαν εκεί δυο αγενή αγόρια, τα παιδιά του μυλωνά, και μου πέταγαν πέτρες κάθε μέρα. Ποτέ δεν με πέτυχαν, φυσικά, τα χελιδόνια πετάμε πάρα πολύ καλά, άσε που κατάγομαι από οικογένεια που ‘ναι διάσημη για την σβελτάδα. Αλλά όπως και να το πάρεις ήταν μια σοβαρή ένδειξη ασέβειας».

Αλλά ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας φάνηκε τόσο λυπημένος που το Χελιδονάκι το μετάνιωσε. «Κάνει πολύ κρύο εδώ», είπε, «αλλά θα μείνω μαζί σου για ένα βράδι και θα γίνω ο αγγελιοφόρος σου».

«Σ’ ευχαριστώ, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας.

Έτσι λοιπόν το Χελιδόνι διάλεξε ένα μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε κουβαλώντας το στο ράμφος του πάνω απ’ τις σκεπές της πόλης.

Πέρασε πάνω από το καμπαναριό, που ήταν στολισμένος με λευκούς αγγέλους από μάρμαρο. Πέρασε πάνω από το παλάτι και άκουσε την μουσική του χορού. Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στην βεράντα με τον αγαπημένο της. «Τι υπέροχα που είναι τα αστέρια», της είπε, «και τι υπέροχη που είναι η αγάπη!»

«Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι εγκαίρως έτοιμο για τον Βασιλικό Χορό», του απάντησε εκείνη, «παρήγγειλα να το κεντήσουν με λουλούδια του πάθους αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα».

Πέταξε πάνω από τον ποταμό και είδε τα φανάρια να κρέμονται απ’ τους ιστούς των πλοίων. Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια και να ανταλλάσσουν χρήματα. Τέλος έφτασε στο φτωχόσπιτο και κοίταξε μέσα. Το αγόρι έτρεμε απ’ τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί από την κούραση. Μέσα μπήκε και άφησε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι δίπλα στη δαχτυλήθρα της. Μετά πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, ανέμισε τα φτερά του για να δροσίσει το μέτωπο του αγοριού. «Τι δροσιά που νιώθω». είπε το αγόρι, «μάλλον αναρρώνω» είπε, και βυθίστηκε σε ένα γαλήνιο ύπνο.

Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα και του είπε τι είχε κάνει. «Παράξενο», παρατήρησε, «αλλά νιώθω πιο ζεστά τώρα, κι ας έχει τόσο κρύο».

«Είναι που έκανες μια καλή πράξη», είπε ο Πρίγκιπας. Και το Χελιδονάκι άρχισε να σκέφτεται και έπεσε να κοιμηθεί. Η σκέψη πάντα τον αποκοίμιζε.

Όταν ήρθε η μέρα πέταξε στο ποτάμι και έκανε μπάνιο. «Τι καταπληκτικό φαινόμενο», είπε ο Καθηγητής Ορνιθολογίας καθώς περνούσε τη γέφυρα. «Ένα χελιδόνι μες στο καταχείμωνο!» Κι έγραψε μια μεγάλη επιστολή σχετικά με το θέμα στην τοπική εφημερίδα. Όλοι στην πόλη παπαγάλιζαν φράσεις από την επιστολή, επειδή ήταν γεμάτη παράξενες λέξεις που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν.

«Απόψε πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι, και είχε μεγάλα κέφια που το σκεφτόταν. Είχε πάει σε όλα τα δημόσια μνημεία, έκατσε μάλιστα πολύ ώρα πάνω στο καμπαναριό της εκκλησίας. Όποτε πήγαινε εκεί τα Σπουργίτια τιτίβιζαν και έλεγαν μεταξύ τους, «Τι εκλεκτός ξένος!» και το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ αυτό.

Όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. «Έχεις καμιά παραγγελία για την Αίγυπτο;» φώναξε, «τώρα ξεκινάω».

«Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «δε θα μείνεις μαζί μου άλλο ένα βράδυ;»

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», απάντησε το Χελιδόνι. «Αύριο οι φίλοι μου κι εγώ θα πετάξουμε στον Δεύτερο Καταράκτη. Ο ιπποπόταμος ζαρώνει εκεί ανάμεσα στα βούρλα, και στο μεγάλο θρόνο από γρανίτη κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη την νύχτα κοιτάει τα αστέρια, και όταν το πρωινό αστέρι λάμψει, βγάζει μια κραυγή χαράς και μετά μένει ήσυχος. Το μεσημέρι, τα κίτρινα λιοντάρια έρχονται στην άκρη του νερού για να πιουν. Τα μάτια τους μοιάζουν με πράσινο βήρυλλο και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός απ’ την βουή του καταρράκτη.

«Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άντρα σε μια άθλια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο γεμάτο χαρτιά και σε ένα ποτήρι δίπλα του, έχει ένα μπουκέτο μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καστανά και κατσαρά, τα χείλη του είναι κόκκινα σαν τη ροδιά, κι έχει μεγάλα ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα θεατρικό για τον Σκηνοθέτη του Θεάτρου, αλλά έχει παγώσει και του είναι αδύνατο να γράψει πλέον. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει μισολιπόθυμο».

«Θα περιμένω μαζί σου για άλλη μια νύχτα», είπε το Χελιδόνι που στ’ αλήθεια ήταν καλόκαρδο. «Να του πάω άλλο ένα ρουμπίνι;»

«Αλίμονο! Δεν έχω άλλο ρουμπίνι πια», είπε ο Πρίγκιπας, «μόνο τα μάτια μου, μου έχουν μείνει. Είναι φτιαγμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία πριν χίλια χρόνια. Βγάλε το ένα τους και πάν’ το σ’ εκείνον. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη και θα αγοράσει φαγητό και καυσόξυλα, για να τελειώσει το θεατρικό του».

«Καλέ μου Πρίγκιπα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό», είπε το Χελιδόνι κι άρχισε να κλαίει.

«Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «κάνε όπως προστάζω».

Έτσι το Χελιδόνι έβγαλε το ένα ζαφειρένιο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε στη σοφίτα. Ήταν πολύ εύκολο να μπει μέσα, επειδή είχε μια τρύπα στη στέγη. Χίμηξε μέσα απ’ την τρύπα και βρέθηκε στο δωμάτιο. Ο νεαρός είχε καλύψει το κεφάλι του με τα χέρια του απελπισμένος, και δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού, μα όταν σήκωσε το βλέμα του βρήκε το πανέμορφο ζαφείρι ανάμεσα στις μαραμένες βιολέτες.

«Άρχισαν να με εκτιμούν», είπε, «αυτό είναι από κάποιον μεγάλο θαυμαστή μου. Τώρα μπορώ να ολοκληρώσω το θεατρικό μου», και φαινόταν κάμποσο χαρούμενος.

Την άλλη μέρα το Χελιδόνι πέταξε στο λιμάνι. Στάθηκε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναυτικούς που έβγαζαν με σχοινιά μεγάλα κιβώτια από το αμπάρι. «Φεύγω για Αίγυπτο!» φώναξε το Χελιδόνι, μα κανείς δεν νοιάστηκε, και όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.

«Ήρθα να σε αποχαιρετήσω», του φώναξε.

«Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «δε θα κάτσεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;»

«Είναι χειμώνας», απάντησε το Χελιδόνι, «και σύντομα το κρύο του χιονιού θα φτάσει κι εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός πάνω στους πράσινους φοίνικες, και οι κροκόδειλοι στέκονται νωχελικά στη λάσπη. Οι σύντροφοί μου φτιάχνουν φωλιά στον Ναό του Μπααλμπέκ και τα μωβ και τα λευκά περιστέρια τους παρακολουθούν και γουργουρίζουν το ένα στο άλλο. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, μα δε θα σε ξεχάσω ποτέ και την επόμενη άνοιξη θα επιστρέψω με δυο πανέμορφους πολύτιμους λίθους για να αντικαταστήσουμε αυτούς που χάρισες. Το ρουμπίνι θα ‘ναι πιο κόκκινο απ’ το κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα ναι μπλε σαν τον ωκεανό».

«Στην πλατεία εκεί κάτω», είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, «στέκει ένα κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα. Της έπεσαν τα σπίρτα κάτω, βραχήκαν και χαλάσαν όλα. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες και το κεφαλάκι της είναι χωρίς σκουφάκι. Βγάλε και το άλλο μάτι μου και δώσ’ της το, έτσι θα γλυτώσει το ξύλο απ’ τον πατέρα της».

«Θα μείνω μαζί σου άλλη μια νύχτα», είπε το Χελιδόνι, «αλλά δεν μπορώ να σου βγάλω το μάτι. Θα είσαι εντελώς τυφλός μετά».

«Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «κάνε όπως προστάζω».

Έτσι έβγαλε και το δεύτερο μάτι του Πρίγκιμα και πέταξε με ορμή. Με μια βουτιά πέρασε δίπλα απ’ το κοριτσάκι με τα σπίρτα και άφησε τον πολύτιμο λίθο στην παλάμη της. «Τι όμορφο γυαλάκι», είπε το κοριτσάκι κι έτρεξε σπίτι της γελώντας.

Το Χελιδόνι γύρισε τότε στον Πρίγκιπα. «Είσαι τυφλός τώρα», είπε, «και θα μείνω μαζί σου να σε προσέχω».

«Όχι, Χελιδονάκι», είπε ο καϋμένος Πρίγκιπας, «πρέπει να φύγεις για την Αίγυπτο».

«Θα μείνω μαζί σου για πάντα, να σε προσέχω», είπε το Χελιδόνι και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες από μακρινούς παράξενους τόπους. Του είπε πόσο κόκκινος είναι ο ίβις, που στέκεται σε σειρές με τους φίλους του στον Νείλο και πιάνουν τα χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι παλιά όσο κι ο κόσμος, ζει στην έρημο και ξέρει τα πάντα, για τους εμπόρους που προχωρούν αργά δίπλα στις καμήλες τους και κρατούν κόκκινα κορδόνια στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των Βουνών της Σελήνης, που είναι μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλο, για ένα μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοινικόδεντρο και έχει είκοσι ιερείς που το ταΐζουν με κερύθρα, και για τους Πυγμαίους που ταξιδεύουν πάνω σε μεγάλα πλατιά φύλλα σε μια λίμνη και έχουν πάντοτε πόλεμο με τις πεταλούδες.

«Αγαπημένο μου Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μου λες θαυμαστές ιστορίες, αλλά πιο θαυμαστό απ’ όλα είναι πόσο υποφέρουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Η Δυστυχία είναι το μεγαλύτερο Μυστήριο. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, Χελιδονάκι, και πες μου τι θα δεις».

Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω απ’ τη μεγάλη πόλη και είδε τους πλούσιους να γιορτάζουν στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι έστεκαν έξω από τους φράχτες των κήπων τους. Πέταξε σε σκοτεινά σοκάκια και είδε τα λευκά προσωπάκια παιδιών που πεινούσαν, κοιτάζοντας άτονα τους μαύρους δρόμους. Κάτω από το τόξο μια γέφυρας είδε δυο αγοράκια που είχαν ξαπλώσει αγκαλιασμένα για να ζεσταθούν. «Αχ πόσο πεινούμε!» μονολογούσαν. «Απαγορεύεται να ξαπλώνετε εκεί», φώναξε ο Φύλακας και απομακρύνθηκε στην βροχή.

Μετά επέστρεψε στον Πρίγκιπα και του διηγήθηκε όσα είχε δει.

«Είμαι επιχρυσωμένος με φύλλα από ατόφιο χρυσάφι», είπε ο Πρίγκιπας, «πρέπει να τα βγάλεις ένα-ένα, και να τα δώσεις στους φτωχούς μου. Οι ζωντανοί πάντα νομίζουν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους».

Φύλλο το φύλλο, το Χελιδόνι έβγαζε το χρυσάφι μέχρι που ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας έμοιαζε αρκετά μουντός και γκρίζος. Φύλλο-φύλλο τα έδινε στους φτωχούς και τα πρόσωπα των παιδιών έγιναν πιο ροδαλά και γελούσαν παίζοντας στους δρόμους. «Έχουμε ψωμί να φάμε!» φώναζαν.

Κατόπιν ήρθε το χιόνι, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι έμοιαζαν λες κι ήταν από ασήμι, λαμπεροί και γυαλιστεροί. Μεγάλοι παγοκρύσταλλοι σαν κρυστάλλινα ξιφίδια κρεμόντουσαν απ’ τις στέγες των σπιτιών, όλοι τριγύριζαν φορώντας γούνες και τα αγοράκια φορούσαν κόκκινα σκουφιά και έκαναν πατινάζ στον πάγο.

Το καϋμένο Χελιδονάκι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν άφηνε τον Πρίγκιπα, τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω απ’ τον φούρνο και όταν δεν έβλεπε ο φούρναρης προσπαθούσε να ζεσταθεί χτυπώντας τις φτερούγες του.

Μα στο τέλος κατάλαβε ότι θα πέθαινε. Είχε δύναμη ίσα-ίσα να πετάξει ως τον ώμο του Πρίγκιπα για μια τελευταία φορά. «Αντίο καλέ μου Πρίγκιπα!», μουρμούρισε, «μπορώ να φιλήσω το χέρι σου;»

«Χαίρομαι που θα πας τελικά στην Αίγυπτο, Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «έμεινες πάρα πολύ καιρό, αλλά φίλησέ με στα μάγουλα επειδή σε αγαπώ».

«Δεν πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι, «πάω στον Οίκο του Θανάτου. Ο Θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;»

Φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα μάγουλα και έπεσε νεκρό στα πόδια του.

Εκείνη τη στιγμή ένας παράξενος ήχος ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν να σπάει κάτι. Η μολυβένια καρδιά του Πρίγκιπα είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν φοβερά δυνατός ο παγετός.

Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος προχωρούσε στην πλατεία, συντροφιά με τους Δημοτικούς Συμβούλους. Καθώς περάσαν από το βάθρο κοίταξαν ψηλά το άγαλμα: «Συμφορά! Πώς ξέπεσε έτσι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!» είπε.

«Ξέπεσε πολύ!» φώναξαν και οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, που πάντοτε συμφωνούσαν με τον Δήμαρχο και κοιτούσαν το άγαλμα.

«Το ρουμπίνι έπεσε απ’ το σπαθί του, τα μάτια του λείπουν και ο χρυσός έχει χαθεί», είπε ο Δήμαρχος, «μάλιστα, έχει τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους!»

«Τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους», είπαν οι Δημοτικοί Σύμβουλοι.

‘Έχει κι όλας ένα νεκρό πουλί δίπλα στα παπούτσια του!» συνέχισε ο Δήμαρχος. «Πρέπει να εκδώσουμε μια δημόσια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ». Και ο Γραμματέας του Δήμου σημείωσε την πρόταση.

Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα. «Αφού δεν είναι πια όμορφος, δεν είναι πια χρήσιμος», είπε ο Καθηγητής Καλών Τέχνων στο Πανεπιστήμιο.

Μετά έλιωσαν το άγαλμα σε μια υψικάμινο και ο Δήμαρχος συνεδρίασε με το Σώμα για να αποφασιστεί τι θα κάνουν το μέταλλο. «Πρέπει να φτιάξουμε άλλο άγαλμα, φυσικά», είπε, «και θα είναι ένα άγαλμα δικό μου».

«Δικό μου», είπε κάθε μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και μαλλώσαν μεταξύ τους. Τελευταία φορά που τους άκουσα, ακόμα μαλλώνανε.

«Τι παράξενο πράγμα!» είπε ο επόπτης των εργατών στο χυτήριο. «Αυτή η σπασμένη καρδιά από μολύβι δεν λιώνει στην υψικάμινο. Πρέπει να την ξεφορτωθούμε». Έτσι την πέταξαν σε μια σκονισμένη στοίβα που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

«Φέρε μου τα δυο πολυτιμότερα πράγματα της πόλης», είπε ο Θεός σε έναν από τους Αγγέλους Του, και ο Άγγελος Του έφερε την μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί.

«Διάλεξες σωστά», είπε ο Θεός, «επειδή στον κήπο μου του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα κελαηδάει για πάντα και στη χρυσή μου πόλη ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει».