Παραμύθι: O Γλάρος κι ο Κάβουρας

γλάρος ζωγραφιά

(Λαϊκή αφήγηση από το νησί του μυστηρίου και των παράξενων φαινομένων, τη πανέμορφη Κεφαλλονιά)

 

Κόκκινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ την κλώτσο να γυρίση παραμύθι ν’ αρχινίση.

 

Μια φορά κι έναν καιρό, μια μέρα που κανε φρυγούρα*, ένας γλάρος κατάλευκος επήγε μπροστά στη θάλασσα, κι είπε στα ψάρια:

– «Kαλά μου ψάρια, που κολυμπάτε αμέριμνα, ξέρετε τι σας μέλλεται;»

– «Όχι, δεν ξέρουμε! Υπάρχει κάτι που δες ή άκουσες και θα έπρεπε να ξέρουμε;»

– «Nά! Εσείς του βυθού τα πράματα τα ξέρετε. Μα εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και χορεύω με τον αγέρα. Μακριά βλέπω, και είδα πως πριν ο μήνας φύγει, και ξανάχει μολημέρι* και μοληνύχτι*,  θα ξεραθεί ετούτη η θάλασσα, που μέσα κολυμπάτε, και θα χαθείτε όλα. Μα εγώ, μαγκλανιάς* δεν είμαι! Aν θέλετε να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω, θα σας πάρω λίγα-λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλήσω σε μια άλλη θάλασσα. Κι αν είμαστε τυχεροί, η θάλασσα αυτή ποτέ δε θα στερέψει».

Πολλά ψάρια σκιάχτηκαν*, και δέχτηκαν να τα μεταφέρει ο γλάρος στην θάλασσα που δεν θα στέρευε. Eκείνος όμως άλλα είχε στο νού: ήθελε, χωρίς κόπο, να τα τρώει. Παίρνοντας λίγα-λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ’ ένα μέρος στη στεριά και χωρίς δεύτερη κουβέντα, τα κατάπινε.

Ένας κάβουρας που έμενε εκεί γύρω, ψιλιάστηκε τη παγαποντιά του γλάρου. Πριν χαθούν τα ψάρια όλα, πάει και λέει του γλάρου:

– «Γλάρε ψυχοπονιάρη, κι εγώ θέλω να σωθώ! Στη θάλασσα την αστέρευτη πήγαινε με λοιπόν και κάνε δελέγκου*. Mη με βάνεις όμως στο στόμα σου, γιατί εγώ, με τις δαγκάνες μου, μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου».

O γλάρος, για να μη φανεί ύποπτος στα ψάρια, δέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος ήθελε να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε να τον πνίξει, και του ’λεγε:

– «Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε».

Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα. Την τελευταία μάλιστα στιγμή, του ’δωσε και με μια με τις δαγκανάρες του, και για καιρό τον ετραυμάτισε, και στην ανεμορριπή τον έστειλε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.

Κεφαλλονίτικη Διάλεκτος

Κάνει φρυγούρα: αφόρητη ζέστη ή ζέστα
Μαγκλανιάς: τεμπέλης άχρηστος
Σκιάζομαι: φοβάμαι
Στην ανεμορριπή: στον αγύριστο
Κάνε δελέγκου: κάνε γρήγορα
Έχει μολημέρι: βρέχει όλη μέρα
Έχει μοληνύχτι: βρέχει όλη νύχτα

 

Κυπριακό παραμύθι: Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν

Πασχαλινά Αυγά

(Παραμυθάκι από τη Μεγαλόνησο, γραμμένο στη όμορφη ντοπλιολαλιά )

Αρχή του παραμυθιού, καλωσήρθε η αφεντιά σας

Μιαν βολάν κ’ έναν καιρόν είχεν έναν κοπελλούιν κι αγγιόστην* δκυό σελίνια. Εκράτεν τα κάμποσες ημέρες κ’ εσκέφτετουν είντα να τα κάμη. Να τα φυλάξη έσσω;* Αν του τα κλέψουν; Να τα παίξη κουμάριν* να τα πολλύνη; Αν του τα πάρουν; Σκέφτου-σκέφτου, αποφάσισεν ν’ αγοράση τίποτε, να το πουλήση, να τα πολλύνη. Εγόρασεν λοιπόν αυκά*.

Εγέμωσεν ένα καλάθιν, επήεν στην Χώραν,* επούλησέν τα και κείνα κ’ εκέρτισεν κι άλλα. Τε, τε,* επόλλυνεν τα σελίνια. Εγινήκαν δκυό ολόκληρες λίρες.

Μιαν ημέραν εγέμωσεν το καλάθιν του αυκά κ’ ελάμνησε* που το Δάλιν* να πά΄ στην Χώραν. Άμαν έφτασεν στον Αλυκόν* ηύρεν τον κατσασμένον.* Εσκέφτην να κάτση νάκκου* να πνάση* ώστοι να κάτση λλίον ο ποταμός να μπορήση να ρέξη.*

Έβαλεν λοιπόν το καλάθιν χαμαί κ΄έκατσεν πα΄στην πέτραν. Σαν εκάθετον έπκιασέν τον η συλλοή. Ελάλεν ΄που μέσα του «Έτσι που πάω, εννά κερτίσω πολλά ριάλια. Άμαν κερτίσω άλλα λλία, να γοράσω έναν γαούριν να μεν τυραννιούμαι μέσ΄στες στράτες. Άμαν τα πολλύνω κι άλλον, να πουλήσω το γαούριν να γοράσω μούλαν, κ΄ύστερα να πουλήσω την μούλαν να γοράσω άππαρον*, να περνώ ππασιάς. Να πααίνω στον καβενέν να βάλλω τό΄ναν πόϊν πα΄στ΄άλλον, έτο* έτσι.»

Την ώραν που σήκωσεν το πόϊν του νκρίζει* του καλαθκιού, εποκουππίστην* μέσ΄τον ποταμόν κ’ έπαιρνέν το το νερόν. Ήτουν να σκάση ΄που το μαράζιν του. Κείνην την ώραν έφτασεν κειαμαί ένας που τον έξερεν κι αρώτησεν τον είντα ΄παθεν κ΄ εν΄μαραζωμένος. Με δκυό χείλη καμένα λαλεί του: «Επήαν και τ’ αυκά και το καλάθιν». Και είπεν του την ιστορίαν, καλή ώρα, όπως σας την λαλώ εγιώ τωρά.

Γλωσσάρι:

αγγιόστην = απόκτησε,
έσσω = μέσα στο σπίτι,
κουμάριν = στα χαρτιά,
πολλύνη = πληθύνη,
αυκά= αυγά,
Χώρα = Λευκωσία,
τε, τε = σιγά, σιγά,
ελάμνησε = ξεκίνησε,
Δάλιν = χωριό στην επαρχία Λευκωσίας,
Αλυκός = παραπόταμος του ποταμού Γιαλιά,
κατσασμένον = φουσκωμένο ή ανεβασμένο,
νάκκου = λίγο,
πνάση= ξεκουραστεί,
ρέξη = περάσει,
άππαρος = άλογο,
έτο = νά,
νκρίζει = αγγίζει ή σπρώχνει,
εποκουππίστην = αναποδογύρισε.

Αισώπου Μύθοι: Η Αλεπού και ο Πελαργός

αλεπού παραμυθιού

(Μύθος του Αισώπου, του μεγάλου αρχαίου Έλληνα μυθοποιού και μυθογράφου)

Μια φορά και έναν καιρό, πριν από χρόνια πολλά, στη στέγη ενός εγκαταλελειμμένου αγροτόσπιτου, ζούσε ένας πελαργός με τη φαμίλια του. Κοντά τους ζούσε μια πονηρή αλεπού με κοκκινωπή γούνα και φουντωτή ουρά. Μια μέρα, ο πελαργός και η αλεπού συναντήθηκαν στις παρυφές του παρακείμενου δάσους.

– «Καλημέρα Κύριε Πελαργέ! Πώς κι από δω;» τον ρώτησε η αλεπού.

– «Ήρθα εδώ στο δάσος για να μαζέψω τροφή για τα παιδιά μου», της απάντησε ο πελαργός.

– «Μιας κι ήρθες στη γειτονιά μου, δεν έρχεσαι να σου κάνω το τραπέζι»; του λέει η πονηρή αλεπού, ψάχνοντας πάντα τρόπους να διασκεδάσει.

Ο πελαργός παραξενεύτηκε με την πρόταση της αλεπούς, αλλά από ευγένεια δέχτηκε. Πήγε λοιπόν στο σπίτι της, κάθισε στο τραπέζι και η αλεπού τον σέρβιρε μια ζεστή και λαχταριστή σούπα σε ρηχό όμως, πιάτο. Τότε κατάλαβε ο πελαργός, πως η αλεπού ήθελε να γελάσει μαζί του, αφού με το μακρύ του ράμφος ήταν αδύνατο να φάει τη σούπα σε ρηχό πιάτο.

Έκανε λοιπόν πως έτρωγε και αφού τελείωσε και η αλεπού, την ευχαρίστησε και της είπε:

– «Ήταν πολύ νόστιμη η σούπα. Για να σου ανταποδώσω την φιλοξενία, δεν έρχεσαι αύριο στο δικό μου σπίτι, να φάμε μαζί;»

Η αλεπού, κρυφογελώντας ακόμη, δέχτηκε την πρόταση του και ο πελαργός ξεκίνησε για το σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι η αλεπού τον κορόιδεψε και ότι θα έπρεπε να πάρει το μάθημά της.

Την επόμενη μέρα, ο πελαργός εξήγησε στη κυρία πελαργίνα τι του έκανε η αλεπού. Μετά, της ζήτησε να ετοιμάσει ένα πολύ ωραίο δείπνο και να το σερβίρει σε γυάλες με ψηλό λαιμό. Όταν πλησίασε το μεσημέρι, η αλεπού, κουνιστή και λυγιστή, ξεκίνησε για το σπίτι του πελαργού. Χτύπησε την πόρτα και η οικογένεια την υποδέχτηκε με χαμόγελο.

– «Τι ωραία που μυρίζει το φαγητό που ετοιμάσατε! Μου τρέχουν τα σάλια!» σχολίασε η αλεπού.

Κάθισε στο τραπέζι, κι ο πελαργός με τη γυναίκα του έφεραν τις γυάλες. Ο πελαργός έχωσε αμέσως το ράμφος του μέσα στον ψηλό λαιμό της γυάλας και άρχισε να τρώει το φαγητό του με μεγάλη όρεξη. Η αλεπού προσπάθησε να χώσει τη μουσούδα της, αλλά άδικος κόπος. Ούτε μια μπουκιά δεν κατάφερε να φάει.

Αφού τελείωσε το φαγητό του ο πελαργός, σηκώθηκαν από το τραπέζι και η αλεπού προχώρησε μουτρωμένη και νηστική, αλλά χωρίς να πει λέξη. Καληνύχτισε την οικογένεια και έφυγε για το σπίτι της, όχι όμως πριν ακούσει τα χαχανητά που ξεχύνονταν από το πελαργόσπιτο. Στο δρόμο σκεφτόταν συνεχώς πως, αν μαθευόταν το πάθημά της, τα άλλα ζώα δε θα την είχαν πια σε υπόληψη και πως γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος!

Παραμύθι – Ο Καυχησιάρης Άντρας

Μύθος του Αισώπου:  “Ανήρ Κομπαστής”

Long_Jump

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα άντρας αθλητής στην Αθήνα και κόμπαζε (καυχιόταν) αταμάτητα για τα κατορθώματα του. Η αγαπημένη του ιστορία ήταν πως κάποτε, σε μεγάλους αγώνες στην Ρόδο, είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άλμα. Και παρότρυνε τους ακρατές να ταξιδέψουν στη Ρόδο για να το επιβεβαιώσουν και οι θεατές του αγώνα.

Ώσπου κάποια στιγμή, ένας από τους παριστάμενους σηκώθηκε, έκοψε ένα κλαδί και με αργές κινήσεις χάραξε μια γραμμή στο χώμα. Αργά-αργά, έγραψε και δίπλα τη λέξη «Ρόδος». Και γυρνώντας στον καυχησιάρη του είπε ειρωνικά: «Ιδού η Ρόδος! – να δούμε τώρα και το πήδημα;» (Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα).παραμύθι - www.tsipiriki.gr

Σύμφωνα με το μύθο, την ίδια μέρα ο καυχησιάρης αθλητής άλλαξε πόλη.

Ο θρύλος της Πανδώρας

ο μύθος της ΠανδώραςΌταν ο κόσμος γνώρισε την Τιτανομαχία, μια μάχη τρομερή σε ένταση ανάμεσα στους Ολύμπιους Θεούς και τους Τιτάνες κι η οποία κράτησε 10 χρόνια, κάποιοι από τους Τιτάνες τάχθηκαν με το μέρος του Δία. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν κι ο Προμηθέας, γιος του Τιτάνα Ιαπετού. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Δίας συνδέθηκε με στενή φιλία μαζί του, φιλία η οποία κράτησε για πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή όμως η φιλία τους άρχισε να κλονίζεται και σύντομα μετατράπηκε σε έχθρα. Αιτία για αυτή τους την έχθρα ήταν το γεγονός ότι ο Προμηθέας έμαθε στους ανθρώπους τις τέχνες, τους έδωσε γνώση για να αναπτύξουν πολιτισμούς, τους χάρισε το κρέας για να το τρώνε, ορίζοντας ότι στους θεούς θα θυσιάζουν τα οστά και τέλος τους έδωσε την φωτιά. Σε όλα αυτά φυσικά ο Δίας ήταν αντίθετος και πολλές φορές λογομάχησε έντονα με τον Προμηθέα ώσπου στο τέλος τον έδεσε για 3000 χρόνια στον Καύκασο. Προτού όμως καταφύγει σε αυτή τη λύση είχε προσπαθήσει για άλλη μια φορά να τιμωρήσει όχι μόνο τον Προμηθέα μα και το γένος των ανθρώπων.

Ο Προμηθέας είχε έναν αδερφό, τον Επιμηθέα. Ενώ ο Προμηθέας ήταν σοφός, ώριμος κι αρκετά έξυπνος ο αδερφός του ήταν πιο επιπόλαιος και πιο ευκολόπιστος. Για αυτόν το λόγο ο Προμηθέας του είχε επιστήσει την προσοχή ώστε να μη λάβει κάποιο δώρο από τον άρχοντα των θεών. Συν τοις άλλοις, ο Επιμηθέας ήταν κάτοχος του πιθαριού στο οποίο είχε περικλείσει ο Προμηθέας όλα τα κακά, όπως την Πείνα, την Τρέλα, τον Πόλεμο κτλ κτλ και το οποίο δεν έπρεπε να ανοιχθεί ποτέ για να μην ελευθερωθούν στον κόσμο.

Ο Δίας λοιπόν σκέφτηκε να δημιουργήσει μια γυναίκα ακαταμάχητα όμορφη, γοητευτική η οποία θα δινόταν δήθεν ως δώρο στον Προμηθέα με απώτερο σκοπό να καταστρέψει τόσο εκείνον όσο και το ανθρώπινο γένος. Για αυτό το λόγο δημιούργησε την γυναίκα αυτήν, μια γυναίκα πανέμορφη. Οι Θεές του Ολύμπου και οι Ώρες την στόλισαν, την αρωμάτισαν, την χτένισαν και να της μάθουν να αποκτήσει χάρη, θηλυκότητα και τρόπους. Ο Ερμής της έμαθε να είναι πονηρή και της έμαθε διάφορα τεχνάσματα για να εξαπατεί κάποιον. Η γυναίκα που θα δινόταν ως δώρο λοιπόν στον Προμηθέα ήταν πλέον έτοιμη. Το όνομα αυτής ήταν Πανδώρα. Ο Δίας όμως σκέφτηκε ότι ο Προμηθέας που ήταν αρκετά έξυπνος θα καταλάβαινε την παγίδα που θα του έστηνε και φοβήθηκε ότι το σχέδιο του θα καταστρεφόταν. Για αυτό το λόγο σκέφτηκε να την δωρίσει στον Επιμηθέα.

Όταν ο Ερμής πήγε την Πανδώρα στον Επιμηθέα εκείνος θαμπώθηκε τόσο πολύ από την ομορφιά της και την χάρη της που όχι μόνο δέχθηκε αυτό το δώρο αλλά σύντομα την παντρεύτηκε. Ο Προμηθέας πάντοτε φοβόταν την γυναίκα του αδερφού του κι ήταν δύσπιστος απέναντι της. Για αυτό ζητούσε από τον Επιμηθέα να την προσέχει αλλά και να έχει πάντοτε το νου του για να μην πλησιάσει η Πανδώρα το πιθάρι με όλα τα δεινά του κόσμου. Όσο όμως ο Επιμηθέας υπενθύμιζε στην Πανδώρα ότι όχι μόνο δεν έπρεπε να ανοίξει το πιθάρι αλλά και να το πλησιάζει καν, τόσο εκείνη γινόταν περίεργη για το τι μπορεί να περιείχε αυτό μέσα. Για αυτό το λόγο σκεφτόταν συνεχώς πως θα βρει ευκαιρία να το ανοίξει κρυφά από τον άνδρα της. Παρόλο που ο Επιμηθέας την πρόσεχε αρκετά καλά, εκείνη βρήκε την ευκαιρία μια μέρα που εκείνος έλειπε. Γεμάτη περιέργεια για το περιεχόμενο του πιθαριού, το πλησίασε κι άνοιξε το καπάκι. Μεμιάς η Πανδώρα τρομαγμένη είδε να ελευθερώνονται στον κόσμο όλα τα δεινά και τα τέρατα που με τόσο κόπο είχε κλείσει εκεί ο Προμηθέας. Κάποια στιγμή που ξεπέρασε τον τρόμο της έκλεισε και πάλι το καπάκι, προλαβαίνοντας να κρατήσει κλεισμένη στο πιθάρι την Ελπίδα.παραμύθι - www.tsipiriki.gr

Από τότε λοιπόν όλα τα δεινά του κόσμουξεχύθηκαν και ταλανίζουν τους ανθρώπους. Αυτή που υπάρχει όμως ακόμα στον αντίποδα και περιμένει καρτερικά είναι η ελπίδα κι απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων.

Παραμύθι – H Ανθούσα, η Ξανθούσα, η Χρυσομαλλούσα

Einstein(Παραλλαγή της Ραπουνζέλ από τη Κεντρική Ελλάδα)

Έναν καιρό κι ένα ζαμάνι ήτανε μια γριά. Η κακότυχη εφτά χρόνια πεθυμούσε τη φακή και δε μπορούσε να την πετύχει. Όταν έβρισκε τη φακή, δεν είχε κρομύδι, όταν έβρισκε κρομύδι, δεν είχε λάδι, όταν έβρισκε λάδι, δεν είχε νερό. Για τούτο κακιωνόταν κι έλεγε: «Αχ! και δα πια! βουλήθηκε ο φτωχός να παντρευτεί, χάθηκαν τα νταούλια». Κατόπι πια τα ήβρε όλα. Πήρε μια μέρα τον τέντζερη και πήγε και τον έστησε μες στη μέση στη ρεματιά. Πάει του βασιλιά ο γιος να ποτίσει το άλογο του. Σαν είδε το άλογο τον τέντζερη, ξιπάστηκε και δεν έπινε. Μανιώθηκε εκείνος, έδωσε τον τέντζερη μια προποδιά και τον έχυσε. Σαν τον είδε η πολλά καμένη μπάμπω, τον καταρίστηκε και του είπε: «Αχ πια! έτσι που πεθυμούσα εγώ εφτά χρόνια τη φακή, έτσι κι εσύ να πεθυμάς την Ανθούσα, την ξανθούσα και τη μακρομαλλούσα».

Μόλις τ’ άκουσεν αυτό ο του βασιλιά ο γιος, πήρε τα χωριά με την αράδα κι έτρεχε και γύρευε την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη μακρομαλλούσα. Τρεις μήνες έτρεξε, δεν την ήβρε. Από τους τρεις κι ύστερα πήγε σ’ ένα χωριό και ρωτάει: «Μη λάχει και βρίσκεται δωπέρα η Ανθούσα, η ξανθούσα, η μακρομαλλούσα;» «Δωπέρα κάθεται», του είπαν. «Πού είναι το σπίτι της; Να με πάτε κει πέρα». Τον πήρανε, τον πήγανε. Κει που πήγε, κοιτάζει το σπίτι, σκάλα δεν είχε. Από που ν’ ανέβει; Κει κοντά είδεν ένα δέντρο κι ανέβηκε απάνω και κοίταζε γύρω. Καθώς κοίταζε γύρω, έρχεται μια δράκαινα’ πήγε από κάτω στο σπίτι και φώναξε: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε ένα όμορφο κορίτσι, έριξε τα μαλλιά του κι ανέβηκε πάνω η δράκαινα. Σε λίγο πήγε κι ο αδερφός της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Βγήκε πάλι από το παραθύρι η Ανθούσα, έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε κι ο αδερφός της. Έφαγαν, ήπιαν κι έπειτα κατέβηκαν η μάνα της κι ο αδερφός της. Του βασιλιά ο γιος, σαν είδε που φύγανε, κατεβαίνει από το δέντρο, πάει κοντά στο σπίτι και φωνάζει:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανεβώ να κατέβω.

Σαν το άκουσεν αυτή, πάλι έριξε τα μαλλιά της κι ανέβηκε απάνω του βασιλιά ο γιος. Άμα ανέβηκε, της είπε που ήθελε να την πάρει γυναίκα. Κι εκείνη του είπε: «Εγώ σε παίρνω. Μα τώρα που να σε κρύψω; Μη λάχει κι έρθει η μάνα μου και σε βρει εδωπέρα, γιατί θα σε φάει». Τον τυλίγει μες στο πάπλωμα και τον βάζει μες στο σεντούκι. Σφουγγάρισε κιόλα να μη μυρίζει ανθρωπίλα το σπίτι. Σαν βράδιασε, πήγε η μάνα της και φώναξε:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Έριξε τα μαλλιά της, ανέβηκε απάνω, άρχισε να μυρίζεται και να λέει: «Ανθρωπιάς μυρίζει». Της λέει η θυγατέρα της: «θα έφαγες κανέναν και για κείνον σου μυρίζει».

Το πρωί, μόλις έφυγεν η μάνα της, τον έβγαλε από μέσα απ’ το σεντούκι. Έπειτα τα μιλήσανε οι δύο να φύγουν. Μα σε κείνο το σπίτι όλα μιλούσανε. Για να μη το πούνε που φύγανε, πιάσανε και τα δέσανε όλα το στόμα τους κι ύστερα φύγανε. Μόλις φύγανε, πήγε η γριά η δράκαινα στο σπίτι. Φωνάζει, ξαναφωνάζει: Ανθούσα μου, ξανθούσα μου, χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω να κατέβω.

Κανένας δεν αποκρίνεται. Σαν είδε που δε φάνηκε, σκαρφάλωσε κι ανέβηκε απάνω. Ξαναφωνάζει πάλι:

Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, που είσαι;

Όλα είχαν δεμένο το στόμα τους και δεν αποκρίθηκαν. Μόνο το γουδί αστόχησαν να δέσουν το στόμα του κι από κει στην κώχη που καθότανε αποκρίθηκε και είπε: «Χτες ήρθε του βασιλιά ο γιος και τον έκρυψε και τώρα φύγανε μαζί». Σαν το άκουσε αυτό η δράκαινα, θε να τρελλαθεί. Είχε μες στο στάβλο μίαν αρκούδα, πάει την παίρνει, ανεβαίνει απάνω και απολιέται καταπόδι τους. Πήγε, πήγε δρόμο πολύν, τους έφτασε. Το κορίτσι είχε μαζί του τα χτένια του και το πεσκίρι του. Σαν είδε που τους έφτασε, ρίχνει το χτένι το αρύ και γίνεται μια παλιούρια και δεν μπορούσε να περάσει η δράκαινα. Τράβηξε η αρκούδα από δω, τσαλαπάτησε από κει, άνοιξε τόπο με τα χίλια ζόρια και πέρασε. Πήγε, πήγε, πάλι τους έφτασε. Σαν είδαν πως τους έφτασε, ρίχνει το κορίτσι το χτένι το πυκνό και γίνεται μια αγκάθια ακόμα πιο πυκνή. Όσο να ξεμπλέξει η αρκούδα, εκείνοι πήγαν πολύ μακριά. Πέρασε πάλι η αρκούδα, πήγε, πήγε, τους πρόφτασε. Σαν είδαν πάλι που τους έφτασε, ρίχνει το πεσκίρι και γίνεται θάλασσα. Η κακότυχη η μπάμπω, η δράκαινα, έκλαιγε και παρακαλούσε τη θυγατέρα της να γυρίσει πίσω».

εκείνη δεν την άκουσε, δεν ήθελε ν’ αφήσει τον άντρα της. II δράκαινα, σαν είδε που δεν μπορούσε να καταφέρει τη θυγατέρα της, γυρίζει και. της λέει! «Εσύ, κορίτσι μου, αφήκες εμένα τη μάνα σου κι ακολούθησες αυτόν, μα στάσου να σου πω κι εγώ τι θα σου κάνει αυτός. Τώρα κει που θα πάτε, θα σ’ αφήσει απάνω σ’ ένα δέντρο, αφορμή να πάει να πάρει τη μάνα του να ‘ρθουν να σε πάρουν, και θα τον φιλήσει η μάνα του και θα αστοχήσει και θα πάρει άλληνα. Μόνο εσύ να κατέβεις απ το δέντρο, να πας εκεί που ζυμώνουν ψωμιά για τη χαρά και να κάνεις ό,τι κάνεις να πάρεις ένα κομμάτι ζυμάρι και να κάνεις από κείνο δύο πουλάκια, να τα στείλεις να πάνε να κάτσουν στο παραθύρι του να τον ξυπνήσουν, για να σε συλλογιστεί».

Κατά πως το είπεν η μάνα της, έτσι το έπαθε. Όταν ήρθε κοντά στου βασιλιά το παλάτι, ανέβηκε εκείνη απάνω σ’ ένα δέντρο. Έκατσε, έκατσε, είδε που δε φάνηκε να ‘ρθουνε να την πάρουν, στενοχωρήθηκε. Έγινε μια κατσιβέλα και πήγε στο φούρνο. Είδε κει που πλάθανε ψωμιά και ρώτησε! «Τι θα τα κάνετε τόσα ψωμιά;» Της είπανε! «Του βασιλιά ο γιος θα κάνει χαρά και για τη χαρά τα ψήνουμε».

storiesFolk

Από δω είχε, από κει είχε, έκλεψε ένα κομμάτι ζυμάρι, έκανε δύο πουλάκια, τα έστειλε στου βασιλιά το παραθύρι κι αυτή πάλι γύρισε και πήγε κι ανέβηκε απάνω σε κείνο το δέντρο. Πήγανε τώρα τα πουλάκια, έκατσαν πάνω στο παραθύρι κι άρχισε το ένα να λέει στο άλλο! «θυμάσαι άραγε που έτρεχες τρεις μήνες και γύρευες την Ανθούσα, την ξανθούσα, τη χρυσομαλλούσα;» «Δε θυμούμαι», έλεγε το άλλο. «θυμάσαι που ήρθες κι ανέβηκες απάνω στο δέντρο και, σαν έφυγε η μάνα μου, φώναξες, Ανθούσα μου, ξανθούσα μου και χρυσομαλλούσα μου, ρίξε τα μαλλάκια σου, κι έριξα τα μαλλιά μου κι ανέβηκες και σε τύλιξα μες στο πάπλωμα;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που ήρθε η μάνα μου κι εφάγαμε και, σαν την ξεπροβόδισα, σ’ έβγαλα κι εφύγαμε κι εμείς; Και κείνη σαν πήγε στο σπίτι και είδε που δεν ήμουνα, ανέβηκε πάνω στην αρκούδα και μας έφτασε;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που έριξα το χτένι το αρύ κι έγινε μια παλιούρια και την τσάκισε η αρκούδα με τα δόντια της και μας έφτασε πάλι;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι που έριξα το πυκνό το χτένι κι έγινε μια ακόμα αγκάθια και πάλι πέρασε και μας έφτασε κι ύστερα έριξα το πεσκίρι κι έγινε θάλασσα και δεν μπρόρεσε πια να περάσει;» «Δε θυμούμαι», «θυμάσαι άραγε που μ’ ανέβασες πάνω σ ένα δέντρο και πήγες να φέρεις αμάξια να με πάρεις και σε φίλησε η μάνα σου και κοιμήθηκες και μ’ αστόχησες;» «Α! θυμούμαι, θυμούμαι, θυμούμαι».

Του βασιλιά ο γιος όλα αυτά τα άκουσε, γιατί απ’ την αρχή ήτανε ξυπνητός. Πρώτα δεν καταλάβαινε τι ήθελαν να πούνε τα πουλιά, μα ευθύς κατόπι του ήρθαν στο νου όλα. Σηκώνεται τότε, πάει στο δέντρο, πήρε την Ανθούσα κι έκανε μια χαρά που βάσταξε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και με κέρασε του βασιλιά η γυναίκα τρεις χρυσές κούπες κρασί.

Παραμύθι: Ο Δάκρυς

τοπίο με ρολόγια, παραμύθι ελλάδας

(Παραμύθι Λαϊκό από την Ηλεία)

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από χρόνια πολλά, ήτανε μια γυναίκα που χείρεψε νωρίς και όλο έκλαιγε. Κάποιοα δάκρυα είναι όμως μαγικά -στα παραμύθια τουλάχιστον- και κάποιος άγιος τη λυπήθηκε και επέτρωε από τα δάκρυα της να γεννηθεί ένα παιδί που το ονόμασε Δάκρυ. Για τον Δάκρυ, οι ημέρες περνούσαν σα χρόνια και μόλις πήγε είκοσι ημερών ήτανε σα να πήγε είκοσι χρονών. Και τότε είπε της μάνας του! «Μάνα, εγώ θα φύγω», και του λέει «πού θα πας, παιδάκι μου, εγώ επέρασα τόσα και τόσα και έχυσα τόσα δάκρυα για να σε κάνω και εσύ μου λες πως θα φύγεις;» «Μάνα, εγώ θα φύγω», της ξανάπε -και λίγες μέρες μετά σηκώθηκε κι έφυγε.

Στο δρόμο που επάγαινε απάντησε μια γριά και του λέει: «Εδώ που πας, να μην κάνεις δεξιά, να κάνεις μόνο αριστερά» και ο Δάκρυς της απαντά: «Εγώ, όπου θέλω θα πάω» και προχώρησε στο δρόμο του. Στο δρόμο που επάγαινε απάντησε ένα παλικάρι ίσα με αυτόν και λέει του Δάκρυ: «Τι θέλεις εσύ από δω;» «Και τι είσαι εσύ;» του λέει ο Δάκρυς και πιαστήκανε στα χέρια. Τέλος ο Δάκρυς τον ενίκησε και του λέει ο άλλος: «Πιο πέρα είναι ο άλλος μου αδερφός’ αν τον νικήσεις κι εκείνονε θα γίνουμε και οι τρεις αδέρφια». Σα φθάσανε και σ’ εκείνονε, τον επάλαιψε και αυτόνε ο Δάκρυς, τον ενίκησε, και γίνανε τρεις αδερφοί.

Τώρα και οι τρεις αδερφοί προχωρούσανε και πήγανε σ’ ένα σπίτι και ανεβήκανε απάνου και ευρηκανε ό,τι τους χρειαζότανε, από τουφέκια μέχρι σκυλιά. Πήρανε τα τουφέκια οι δύο αδερφοί και πήγανε στο κυνήγι, ενώ ο μεγαλύτερος κάθησε στο σπίτι να μαγειρέψει. Εκεί που εμαγέρευε βλέπει ένα παπαδάκο στην πάντα του και του ζήταγε φαΐ να φάει. Ο μεγάλος αδερφός του είπε «δε σου δίνω» και του λέει ο παπαδάκος: «Έλα να σε δέσω με μια τρίχα από τα γένια μου και, άμα λυθείς, να μη μου δώσεις να φάω». Αυτός δέχτηκε, μα, άμα τον έδεσε, δεν μπορούσε να λυθεί και έτσι έφαγε το φαΐ. Το βράδυ που ήρθανε τα δύο αδέρφια του τον βρήκαν δεμένο με την τρίχα και τον ρώταγαν τι συνέβη. Αφού τους τα είπε όλα, την άλλη μέρα θέλησε να κάτσει ο άλλος αδερφός.

Κάθησε και αυτός να μαγειρέψει και ήρθε πάλι ο παπαδάκος και του ζήταγε φαΐ να φάει και αυτός δεν του έδινε. Ο παπαδάκος του είπε: «Έλα να σε δέσω με τρεις τρίχες από τα γένια μου και, άμα λυθείς, να μη μου δώσεις να φάω». Αφού τον έδεσε, δε μπορούσε ούτε και φτούνος να λυθεί και το βράδυ που ήρθανε τα δύο άλλα αδέρφια το βρήκανε και φτούνο δεμένο. Τώρα δεν έμενε παρά μόνο ο Δάκρυς.

Την άλλη μέρα κάθησε και αυτός να μαγειρέψει και ήρθε πάλι ο παπαδάκος και του ζήταγε φαΐ να φάει, αλλά ο Δάκρυς δε του έδινε. «Κάθησε να σε δέσω με πέντε τρίχες», του είπε, «από τα γένια μου και, άμα λυθείς, να μη μου δώσεις να φάω». Ο Δάκρυς δέχτηκε και εκάθησε και τον έδεσε. Άμα τον έδεσε, ο παπαδάκος άρχισε να τρώει μα δεν έφαγε πολύ, γιατί ο Δάκρυς έσπασε γρήγορα τις τρίχες και λύθηκε και άρχισε να τον κυνηγάει. Τα άλλα δύο αδέρφια του γύρισαν γρήγορα από το κυνήγι και κυνηγούσαν τώρα και οι τρεις μαζί τον παπαδάκο. Τέλος, τον πρόφτασε ο Δάκρυς και τον σκότωσε.

Γέμισε ένα μπουκαλάκι με αίμα και κάρφωσε το ματωμένο μαχαίρι του πίσω από την πόρτα και έφυγε, αποχαιρέτησε τα αδέρφια του και όπου περνούσε έγραφε «εδώ ο Δάκρυς περνάει, ελευθέρα η είσοδος» και προχωρούσε και προχωρούσε και έφθασε σ’ ένα σπίτι κοντά στην ακροθαλασσιά. Ανέβηκε απάνου και βρήκε οκτώ δωμάτια ανοιχτά, εννιά πηρούνια, εννιά κουτάλια, εννιά μαχαίρια, εννιά πιάτα κι ένα δωμάτιο κλειστό. Στο σπίτι αυτό έμεναν οκτώ αδερφοί, που είχαν μια αδερφή και την έλεγαν Πεντάμορφη και δούλευαν μόνο και μόνο γι’ αυτήν. Ήτανε πάρα πολύ όμορφη και γι αυτό ερχόντουσαν παλικάρια από όλο τον κόσμο να την κλέψουν, αλλά κανείς δεν μπορούσε. Έμενε στο κλειστό δωμάτιο και αγνάντευε από το παράθυρο της τ’ αδέρφια της που ήσαντε στη θάλασσα. Ο Δάκρυς ανέβηκε απάνου στο δωμάτιο της και έσπασε την πόρτα επειδή δεν του άνοιγε. Όταν μπήκε μέσα, λέει: «Μόνη σου είσαι; Βάλε μου φαΐ να φάω και στρώσε μου να κοιμηθώ». Το κορίτσι του λέει: «Άμα έρθουνε τα αδέρφια μου, θα σε σκοτώσουνε». «Άμα ρθούνε», της λέει, «να με ξυπνήσεις». Αφού έφαγε, έπεσε και κοιμήθηκε. Το κορίτσι, όταν είδε τα αδέρφια της να ετοιμάζονται να βγουν από την θάλασσα ξύπνησε τον Δάκρυ. Ο Δάκρυς σηκώθηκε απάνου, πήρε οκτώ λιθάρια και πήγε στο παράθυρο. Σαν πλησίαζαν τα αδέρφια, ο Δάκρυς ρίχνει από ένα λιθάρι σε κάθε καράβι τους και άλλα εβουλιάζανε και άλλα εγυρίσανε. Μετά από αυτά, τα αδέρφια της παραδεχτήκανε ότι τους νίκησε ο Δάκρυς και δεχτήκανε να πάρει την αδερφή τους. Αφού νικηθήκανε, φύγανε μακρυά και χαθήκανε.

Ο Δάκρυς είπε στην Πεντάμορφη να τον ξυπνάει κάθε μέρα πολύ πρωί. Μια μέρα η «Πεντάμορφη το ξέχασε να τον ξυπνήσει και τα αδέρφια της προλάβανε και βγήκανε από τη θάλασσα. Όταν τους είδε ο Δάκρυς της είπε ότι «τώρα θα με σκοτώσουνε, αλλά θα σκοτώσω και εγώ μερικούς. Να μου κάνεις όμως μία χάρη. Να τους πεις να με θάψουνε μέσα στην αυλή και να γράψουνε απάνου στο λάκκο μου «ιδού ο Δάκρυς κείτεται», αλλιώς να τους πεις πως δε θα τους ακολουθήσεις». Όταν πήγανε τα αδέρφια της Πεντάμορφης απάνου σκοτώσανε το Δάκρυ, αφού σκότωσε πρώτα και αυτός μερικούς.

Η Πεντάμορφη τους είπε να τον θάψουν στην αυλή και να γράψουν απάνου στο λάκκο του «ιδού ο Δάκρυς κείτεται», αλλιώς δε θα τους ακολουθήσει. Τα αδέρφια της αφού έκαναν εκείνα που τους είπε, έφυγαν και πήγαν σ’ άλλη χώρα.

έρημος, παραμύθια

Το μαχαίρι που είχε ο Δάκρυς πίσω από τηνπόρτα, πριν φύγει από τα αδέρφια του, άρχισε να στάζει αίμα. Μόλις το είδαν, τα αδέρφιατου Δάκρυ κατάλαβαν ότι ο Δάκρυς σκοτώθηκε, γιατί πριν φύγει τους είχε πει ότι «όταν δείτε το μαχαίρι να στάζει αίμα, αυτό σημαίνει ότι σκοτώθηκα». Γι’ αυτό λοιπόν, όταν το είδαν, ξεκίνησαν και οι δύο μαζί για να τον βρουν. Ακολούθησαν το δρόμο που έγραφε ο Δάκρυς «εδώ ο Δάκρυς περνάει, ελευθέρα η είσοδος» και έφθασαν στο σπίτι που ήταν κοντά στην ακροθαλασσιά. Όταν μπήκαν μέσα, είδαν ένα σταυρό στον κήπο και από πάνου έγραφε «ιδού ο Δάκρυς κείτεται». Τον ξέχωσαν και τον άλειψαν με το αίμα που είχε μέσα το μπουκαλάκι κι αναστήθηκε. Μα και τώρα δεν έβαλε μυαλό και έφυγε χωρίς να ακολουθήσει τα αδέρφια του.

Άρχισε να κάνει τον ψαρά και γύρναγε όλες τις χώρες και τέλος έφθασε και στην χώρα που είχε πάει η Πεντάμορφη με τα αδέρφια της. Η Πεντάμορφη άκουσε που φώναζε «ψάρια!» και βγήκε να πάρει. Αυτός μόλις την είδε αμέσως την γνώρισε και της λέει: «Έλα, κυρία μου, να πάρεις ψάρια». Μόλις τον πλησίασε, της λέει! «Με γνωρίζεις εμένα». Αυτή του απάντησε «όχι» και της λέει πως λέγεται Δάκρυς. «Τώρα είναι όλα τα αδέρφια μου απάνου και δεν μπορούμε να φύγουμε.» Σαν το άκουσε ο Δάκρυς ανέβηκε απάνου και τους σκότωσε όλους και την πήρε και φύγανε. Από κει πήγε στ’ αδέρφια του, τα πήρε και πήγανε στην μάνα του, αλλά ήταν πεθαμένη.

Αφού έμαθε που ήταν ο λάκκος της, πήγε και την ξέχωσε, την άλειψε με αίμα από το μπουκαλάκι κι αναστήθηκε και ζήσανε όλοι καλά και εμείς καλύτερα.

Λησμονημένο Παραμύθι

νύχτα με αστέρια(Ποίημα του Παύλου Νιρβάνα)

Είπε, να μου πει το παραμύθι
το παλιό, που ελησμονήθη,
κι έσκυψε κι ανανοήθη, σα γριούλα,
μ’ άνθια στη μορφή, μήλα στα στήθη,
κι άρχισε το παραμύθι:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παλληκάρι,
βασιλιά παιδί και ρήγισσας καμάρι,
μια παιδούλα αγάπησε, καλή ώρα,
όπως αγαπούν και τώρα…»

– Όπως αγαπούν και τώρα.

«Κι ήτανε φτωχιά η παιδούλα, μα είχε βιό της
κάλλη και δροσιές στο μερδικό της.
κι η αγάπη είναι τυφλή, καλή ώρα,
Σαν και πάντα, σαν και τώρα.»

– Σαν και πάντα, σαν και τώρα.

«Και το βασιλόπουλο ένα βράδυ
την αγκάλιασε τρελλά μες στο σκοτάδι
και τη φίλησε γλυκά, καλή ώρα,
ποιος το ξέρει! σαν και τώρα…»

– Ποιος το ξέρει! σαν και τώρα.

«Την κορώνα του της βάζει στο κεφάλι
και τα στήθια της τα κάνει προσκεφάλι
και της λέει λόγια γλυκά κι ακόμα
όσα λεν στόμα με στόμα…»

– Όσα λεν στόμα με στόμα
– Κι ύστερα, πώς να στο πω, καλέ μου;
Κι ύστερα…Το ξέχασα, γλυκέ μου,
το παλιό το παραμύθι…

– Κι αν το ξέχασες, το ξέρουν ταίρια ταίρια
ρώτα να στο πουν τα περιστέρια,
ρώτα να στο μάθουν τα τριγώνια,
να στο κελαϊδήσουνε τ’ αηδόνια…
κι ύστερα λησμόνα το, που ελησμονήθη!
κι η ζωή μας κι η αγάπη παραμύθι.

…………….

αφρική

 

Ο Γαβριήλ ο μυλωνάς και η κερα-Μαριώ

animals-44569_640

(Λαϊκό Παραμύθι)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας μυλωνάς και τον έλεγαν Γαβριήλ. Γύρω στον ανεμόμυλο είχε ένα αμπελάκι και τόσο φτωχός ήτανε, που τον έλεγαν τζατζαλά (κουρελιάρης).

Κει κοντά κάθουνταν και μια αλεπού, που την έλεγαν κερα-Μαριώ. Η αλεπού πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε απ’ τ’ αμπελάκι τα σταφύλια, και δεν άφηνε τον Γαβριήλ ούτε μια ρώγα να φάγει. Ο Γαβριήλ τι να κάμει δεν ήξερε, πιάνει μια μέρα και κρύβεται πίσω απ’ το μύλο, και μόλις βγήκε η κερα-Μαριώ να φάγει τα σταφύλια, την αρπάζει απ’ τ’ αυτιά να τήνε σκοτώσει. Η καημένη η κερα-Μαριώ άρχισε να τόνε παρακαλεί και να τόνε λέγει:

– Αμάν, κυρ Γαβριήλ, μη με σκοτώνεις και πολλά καλά θα δεις ’πό τα μένα.

Ο μυλωνάς τήνε λυπήθηκε και δεν τη σκότωσε, παρά την κράτησε μέσα στο μύλο και τον έκαμνε δουλειές.

Μια μέρα λέγει στον Γαβριήλ:

– Κυρ Γαβριήλ, άκουσέ με, τι θα σε πω· μήπως σε βρίσκουνται τίποτε κάνα δυο φλουριά;
– Έχω δυο φλουριά της μάνας μου.
– Και γω τόσα ήθελα, λέγει η κερα-Μαριώ.

Tην άλλη μέρα, η κερα-Μαριώ μια και δυο ίσια στου βασιλέ το παλάτι· χτυπάει την πόρτα. Ανοίγει η δούλα:
– Τι θέλεις, κερα-Μαριώ;
– Ήρτα να σας αγγαρέψω, μήπως και σας βρίσκεται κάνα κόσκινο, που κοσκινίζουν τα φλουριά. Δουλεύω σ’ ένα αφεντικό πολύ πλούσιο και θέλει να τα κοσκινίσω και δεν έχει κόσκινο.
– Πώς, είπαν οι δούλες, όσα θέλεις· μόνε ποιο μπόγι θέλεις; Έχουμε μπόγια μπόγια.
– Να με δώστε το κόσκινο που κοσκινίζουν τα μικρά φλουριά, είπε η κερα-Μαριώ.
Oι δούλες είπαν αναμεταξύ τους:
– Ας αλείψουμε λιγάκι μέλι από κάτ’ το κόσκινο, κι ίσως κολλήσει και σε μας τίποτε.

Το παίρνει το κόσκινο η αλεπού, μια και δυο στο μυλωνά. Βλέπει κάτ’ απ’ το κόσκινο μέλι· κατάλαβε πως το ’καμαν οι δούλες. Κολνάει το φλουράκι και το πάει πίσω στο παλάτι του βασιλέ. Χτυπάει την πόρτα, ανοίγει η δούλα.
– Ευχαριστώ πολύ, λέγει η αλεπού, μόνε κοπέλα μ’, σε παρακαλώ πολύ, να με δώστε το κόσκινο που κοσκινίζετε τα μεγάλα φλουριά.
– Να το δώσουμε, είπαν οι δούλες ολόχαρες.
Κι αλείφουν μέλι για να κολλήσει το φλουρί κι είπαν αναμεταξύ τους:
– Δεν είδαμε στο άλλο κόσκινο, κόλλησε τίποτε;
Γυρίζει το κόσκινο η δούλα απ’ την ανάποδη, τι να δει: ένα φλουρί κολλημένο· η χαρά της δε λέγεται.

Παίρνει πάλε η αλεπού το κόσκινο και πάει στο μύλο.
– Κυρ Γαβριήλ, δώσ’ με και τ’ άλλο φλουρί να κάμω την τέχνη μ’.
Παίρνει το φλουρί και το κολνάει πάλε κάτ’ στο κόσκινο και το πάει στο παλάτι. Χτυπάει την πόρτα, την ανοίγει η δούλα.
– Ευχαριστώ τις κοπέλες μου, λέγει η κερα-Μαριώ, μόνε θα σας έλεγα κάτι τι· το αφεντικό μου, που δουλεύω, είναι πολύ καλό παιδί και πάρα πολύ πλούσιος και θέλει κάνα καλό κορίτσι να παντρευτεί. Μήπως ξέρετε σείς κανένα που το ταιριάζει; Δεν ξέρετε τι εμορφιές και τι λεβεντιές έχει!

Άμα τ’ ακούσανε οι δούλες, τρέχουνε απάν’ και το λένε στο βασιλέ. Ο βασιλές είχε μια κόρη πολύ όμορφη κι ήθελε να τήνε παντρέψει, και σα να τον ήρθε στο λογαριασμό. Βγαίνει έξω και λέγει την αλεπού:
– Δε με κάμνεις τη χάρη, κερα-Μαριώ, να τον φέρεις εδώ να τόνε διω και γω;
– Το θέλημά σου, αφέντη βασιλέ· σήμερα είναι Σάββατο, την Τετάρτη θα τόνε φέρω.
Βγαίνει η αλεπού έξω από την πόρτα και συλλογίζεται τι να κάμει, γιατί ο γαμπρός ούτε παντελόνι δεν είχε να φορέσει. Πάει στο μύλο και τα λέει όλα στο μυλωνά:
– Δεν ξέρεις κυρ Γαβριήλ, τι δουλειά σκάρωσα· θα πάρεις τη βασιλοπούλα, και καθόλου να μη μιλείς.

Ο καημένος ο μυλωνάς, τι να πει; Και το ’ριξε στο γέλιο. Η αλεπού, όσο περνούσαν οι μέρες κι έφθανε η Τετάρτη, δεν ήξερε τι ψευτιά να σκαρώσει, όσο που τα κατάφερε. Πιάνει και δένει ένα μεγάλο κλαδί πίσω απ’ την ουρά της, και πάει αντίκρι στου βασιλέ το παλάτι, κάμποσο μακριά, σ’ ένα χωράφι άσπαρτο όλο τεζέκες (βόλοι από χώμα) και γυρίζει γλήγορα και σηκώνει μια σκόνη σαν καπνό. Απ’ το παλάτι του βασιλέ φαίνονταν κι έλεγαν αναμεταξύ τους:
– Διέστε, έρχεται ο γαμπρός· σκόνη σήκωσαν τ’ αμάξια, θα είναι πολλά.
Σ’ αυτό το μεταξύ χτυπάει η πόρτα, τρέχουνε οι δούλες ν’ ανοίξουν, τι να διούνε: Την αλεπού!
– Πού ’ναι ο γαμπρός, κερα-Μαριώ, τήνε ρωτούν.
– Άσ’ τα κοπέλες μου, πού να σας τα πω, τι επάθαμε στο δρόμο. Μας έπιασαν κλέφτες και μας ξεγύμνωσαν κι άφησαν το γαμπρό χωρίς ρούχα και παράδες κι ήρθα να σας το πω, να διούμε τι θα γένει.

Ανεβαίνουν απάν’ οι δούλες, το λένε στο βασιλέ. Φωνάζει ο βασιλές απάν’ την κερα-Μαριώ και τη λέγει:
– Περαστικά, κερα-Μαριώ.
– Τι να σε πω, κυρ βασιλέ, είμαι καταφαρμακωμένη, αυτό κι αυτό πάθαμε.
Ο βασιλές με τα γέλια τη λέγει:
– Γι’ αυτό στεναχωριέσαι, κερα-Μαριώ; Παράδες να θέλεις, όσες θέλεις. Ανοίγει ο βασιλές μια κάσα και βγάζει έναν τουρβά γεμάτο και τον δίνει την κερα-Μαριώ.
Η κερα-Μαριώ η πονηρή απ’ τη χαρά της δεν ήξερε τι να κάμει. Παίρνει τον τουρβά τα φλουριά, μια και δυο στο μυλωνά και τον λέγει:
– Σήκω, κοιμήθηκες φτωχός και σηκώθηκες πλούσιος! Μπρος, πορπάταγε και μη μιλάς καθόλου.

Τον παίρνει η αλεπού, τον χώνει σ’ ένα μαγαζί και τον ντύνει απ’ τα νύχια ώς την κορφή καθαυτό γαμπρό, και τον πάει στο παλάτι. Σ’ όλο το δρόμο τον έδινε ορμήνειες:
– Μόλις θα πάμε στο παλάτι και θα μας ανοίξουν, να κάμεις σ’ όλους ένα σχήμα, και κατόπι να φιλήσεις του βασιλέ το χέρι. Και όταν σε μιλεί ο βασιλές, συ να μη μιλάς πολλά, να μην ντροπιαστούμε.

Ο μυλωνάς, όπως τον είπε η αλεπού, όλα κατά γράμμα. Μόλις μπήκαν στο παλάτι, σ’ όλους έκαμε από ένα σχήμα, φιλεί το χέρι του βασιλέ. Ο βασιλές ολόχαρος παίρνει τη βασιλοπούλα απ’ το χέρι και την παρουσιάζει στον γαμπρό. Η βασιλοπούλα, σαν τον είδε, τον άρεσε και κάμνει γάμο σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. H κερα-Μαριώ ήτανε στα μέσα και στα έξω, κι ο Γαβριήλ ο τζατζαλάς έγινε βασιλιάς.

Ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ ένα κόκκινο βρακί.

Ο μικρός βλάκας

γαϊδαρος cartoon
(Παραμύθι από τη Ζάκυνθο)

Μια φορά κι έναν καιρό
πού ‘κανε πολύ νερό
εμαλώνανε δύο Οβραίοι
δύο κακοί μακελαραίοι
για ένα ψάρι, για ένα χέλι
για ένα κούτρουλο κοπέλι

 

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, μια οικογένεια και είχε ένα παιδί, λίγο βλαμμένο. Μια μέρα λοιπόν πιάνει και ρωτάει ο πατέρας:

–Τι θα φάμε αύριο γυναίκα μου;
–Τι θα φάμε; Δεν παίρνουμε πατσά;
–Ωραία. Να στείλεις αύριο πρωί το παιδί στο χασάπη να φέρει πατσά.

Την άλλη μέρα λέει στο παιδί η μάνα του.

–Να πας στο χασάπη, παιδάκι μου και να φέρεις δύο λίτρες πατσά. Κατάλαβες;
–Κατάλαβα.

Πραγματικά, κινάει το παιδί για το χασάπη. Όταν όμως έφτασε έξω από το χασάπικο δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί τι του είχε ζητήσει η μάνα του να πάρει. Τι να κάνει, γυρίζει πάλι πίσω και της λέει.

–Ωρέ μάνα, τι μου είπες να φέρω; Ξέχασα.
–Πατσά σου είπα παιδάκι μου.
–Πατσά;
–Ναι, πώς το λένε; Κοιλιά, κοιλιά.

Φεύγει μια και δυο το παιδάκι και πάει στο χασάπη.

–Μού είπε η μάνα μου…
–Τι σου είπε η μάνα σου; Κρέας; Συκώτι;
–Όχι, μου είπε από ‘τούτη, από τούτη και χτύπαγε την κοιλιά του.
–Α, μωρέ, πατσά σου ‘πε, λέει ο χασάπης.
–Ναι, ναι! λέει το παιδάκι.

Το δίνει λοιπόν ο χασάπης δυο λίτρες πατσά σε μια μπόλια και του την δένει κιόλας. Την παίρνει το παιδί και ξεκινάει για να φύγει. Εκεί κοντά ήταν η θάλασσα και σκέφτηκε το παιδί να πάει πλύνει τον πατσά. Και πράγματι, πηγαίνει κι αρχίζει να τον χτυπάει στα βράχια. Ώρα πολλή έκανε την ίδια δουλειά. Χτύπημα και τίναγμα. Χτύπημα και τίναγμα. Εκείνη την ώρα, έτυχε να περνάει ένα βαπόρι από ‘κει. Είδε το παιδί ο καπετάνιος και νόμιζε ότι του κάνει σινιάλο. Παίρνει λοιπόν μια βάρκα με δυο ναύτες και κινάει να φτάσει στο λιμάνι. Βγαίνουν έξω, πλησιάζουν το παιδί και το ρωτάνε:

–Γιατί κάνεις έτσι, μωρέ; Τι έπαθες;
–Ε, να άπλωνα τον πατσά, κάνει γελώντας το παιδί.
–Άκου να σου πω, θα σου δώσω ένα γερό χέρι ξύλο για να μάθεις
να με φέρνεις εδώ χωρίς αιτία.

Και πραγματικά το πιάνει και του δίνει ένα ξύλο που δεν είχε ξα-
ναφάει.

–Από δω και πέρα, όταν συναντάς κάποιον θα του λες:

«Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου
Κι ούτε πουλί πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σου»

Παίρνει το καημένο δρόμο με τον πατσά στο χέρι και μετά από λίγο συναντά δυο κυνηγούς. Αρχίζει λοιπόν να λέει:

«Ώρα καλή στην πρύμνη σας κι αέρα στα πανιά σας
Κι ούτε πουλί πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σας»

–Βρε, τι λες; Να μην βρεθεί πουλί μπροστά μας;

Και τον αρχίζουν και οι δυο στο ξύλο και τον κάνουνε του αλατιού.

Το κακόμοιρο το παιδί, πάνω στην απελπισία του, τους λέει:
–Και τι να λέω;
–Να λες:
«Χίλιοι την ώρα
Και εκατό το μομέντο»

Συνεχίζει λοιπόν το δρόμο και –τι σύμπτωση! Συναντάει μια κηδεία. Μόλις τον ακούνε να λέει έτσι του λένε:

–Ωρέ, τι λες; Να πεθαίνουνε χίλιοι την ώρα κι εκατό το λεπτό;

Το πιάνουνε λοιπόν και του δίνουνε ένα γερό χέρι ξύλο.

–Τι να λέω, φωνάζει αυτό.
–Να λες:
«Θεός σχωρέσ’ τονε! Θεός σχωρέσ’ τονε!»

Μόλις συνήλθε λοιπόν από το ξύλο, συνεχίζει το δρόμο του, όπου συναντάει έναν γάμο.
Με το που τον ακούνε ο γαμπρός και οι κουμπάροι να λέει: «Θεός σχωρέσ’ τονε! Θεός σχωρέσ’ τονε!» πιάνουν και του δίνουνε ένα ξύλο που του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι και του λένε:

–Δεν θα ξαναπείς έτσι, παρά θα λες:
«Να ζήσετε! Να ζήσετε!» και να γελάς κιόλας.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει φαίνεται μπροστά του ένας άντρας δύο μέτρα και χοντρός που κουβαλάει μαζί του μια γουρούνα γκαστρωμένη. Μόλις ακούει το παιδί να του λέει «Να ζήσετε!» γίνεται έξαλλος, το αρπάζει και το σαπίζει στο ξύλο.

–Να μην ξαναπείς έτσι, αλλά να λες:
«Απ’ αυτό να τρως, να αλείφεσαι
Και να βάνεις και στα μουστάκια σου»

Έτσι, παραπατώντας από το ξύλο συνεχίζει το κακόμοιρο και συναντά έναν που έκανε κακά σε ένα χωράφι.
Ακούει ο άλλος το παιδί να του λέει:
«Απ’ αυτό να τρως, να αλείφεσαι
Και να βάνεις και στα μουστάκια σου»
και σηκώνει τα βρακιά του να πάει να περιλάβει το μικρό, ώσπου τον έκανε να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του.

–Δεν θα ξαναπείς έτσι. Θα λες:
«Πούφου βρώμα, πούφου βρώμα!»

Τραβάει το δρόμο του το παιδί μα συναντάει έναν ψαρά, που μό-
λις ακούει «Πούφου βρώμα» τον αρχινάει στο ξύλο.

–Σου βρωμάνε τα ψάρια μου; του λέει. Να μάθεις, μωρέ να λες:
«Α! πράμα εθαρραπάηκα!» και να χαμογελάς κιόλα.

Σηκώνεται και τρεκλίζοντας πάει για το σπίτι του όπου συναντάει δυο αλήτες να τσακώνονται και τους λέει:
«Α! πράμα εθαρραπάηκα!» χαμογελώντας.

Δεν χάνουν λεπτό αυτοί, παρατάνε τον καυγά και αρχινάνε το αγό-
ρι στις κλωτσιές. Και όταν τελειώνουν του λένε:
–Θα λες:
«Χωρίστε αδερφάκια μου, χωρίστε αδερφάκια μου!»

Μαζεύει τον πατσά από κάτω το παιδί κι όπου φύγει – φύγει!
Λίγο πιο κάτω συναντάει κάτι σκυλιά στο δρόμο που τσακωνόντουσαν.

«Χωρίστε αδερφάκια μου, χωρίστε αδερφάκια μου!» λέει το παιδί.

Τα σκυλιά δίνουνε μία, του παίρνουν τον πατσά και χάνονται. Με τα πολλά γυρνάει σπίτι του.

–Μωρέ, πού είναι ο πατσάς; του λέει η μάνα του.
–Μου το φάγανε τα σκυλιά.

Όπου τον πιάνει η μάνα του και του δίνει ένα ξύλο που τέτοιο δεν ξανάφαγε ποτέ.

Κι εζήσανε εκείνοι καλά.
Κι εμείς εδώ καλύτερα.
Μήτε εγώ ήμουνα εκεί,
Μήτε αλήθεια σας είπα.