Παραμύθι: Οι Δύο Βάτραχοι

Βάτραχος παραμυθιού

(Παραμύθι από τη μακρινή Ιαπωνία)

Πριν από χρόνια πολλά, στην Ιαπωνία των πολλών μυστηρίων, ζούσαν δύο βάτραχοι. Ο ένας έφτιαξε το σπίτι του στην παραλία κοντά στην πόλη Οσάκα. Ο άλλος κατοικούσε σε ένα μικρό καθαρό χείμαρρο που περνούσε μέσα από την πόλη Κιότο. Αφού τους χώριζε τόση μεγάλη απόσταση δεν είχαν δει ή ακούσει ποτέ ο ένας τον άλλο. Όμως, τους ήρθε ταυτόχρονα η ιδέα να δουν λίγο τον κόσμο: ο βάτραχος που ζούσε στο Κιότο θέλησε να επισκεφτεί την Οσάκα, που κάτι είχε ακούσει γι΄αυτήν από το φίλο του τον σπουργίτη, ενώ ο βάτραχος που ζούσε στην Οσάκα επιθυμούσε να πάει στο Κιότο, για το οποίο τόσα του είχε πει ο κυρ-περιστέρης.

Οπότε, ένα ωραίο πρωινό με καιρό φτιαγμένο για ταξίδια, ξεκίνησαν και οι δύο στο δρόμο που οδηγεί από το Κιότο στην Οσάκα, ο ένας από τη μία μεριά κι ο άλλος από την άλλη. Το ταξίδι ήταν πολύ πιο κουραστικό από ό,τι περίμεναν, μιας και περίπου στη μέση των δύο πόλεων υψωνόταν ένα βουνό, το οποίο θα έπρεπε να ανέβουν. Τους πήρε πολύ ώρα και πολλά μεγάλα πηδήματα για αν φτάσουν στην κορυφή, και όταν έφτασαν ξαφνιάστηκαν να δουν τον άλλο βάτραχο μπροστά τους!

Κοίταξαν ο ένας τον άλλο για μια στιγμή και μετά άρχισαν να συζητούν, εξηγώντας το πως βρέθηκαν και οι δυό τόσο μακριά από τα σπίτια τους. Χάρηκαν σαν ανακάλυψαν ότι και οι δύο έκαναν την ίδια ευχή – να μάθουν λίγο παραπάνω για τη χώρα τους, να δουν λίγο παραπάνω από τον αχανή κόσμο – και αφού δεν υπήρχε λόγος βιασύνης ξάπλωσαν σε ένα δροσερό, υγρό μέρος, και συμφώνησαν να ξεκουραστούν για λίγο πριν χωριστούν πάλι οι δρόμοι τους.

«Τι κρίμα που δεν είμαστε ψηλότεροι», είπε ο βάτραχος από την Οσάκα, «γιατί τότε θα μπορούσαμε να δούμε και τις δύο πόλεις από εδώ και θα αποφασίζαμε αν αξίζει τον κόπο να πάμε».

«Μα αυτό μπορούμε να το λύσουμε εύκολα», του απάντησε ο βάτραχος από το Κιότο, «Αρκεί να σταθούμε στα πίσω πόδια μας και να κρατήσουμε ο ένας τον άλλο, και τότε θα μπορεί ο καθένας να δει την πόλη προς την οποία ταξιδεύει».

Αυτή η ιδέα άρεσε τόσο πολύ στο βάτραχο από την Οσάκα που αμέσως  έβαλε τα μπροστινά του πόδια στους ώμους του φίλου του, που είχε επίσης σηκωθεί. Εκεί στέκονταν και οι δύο, προσπαθώντας να τεντωθούν όσο πιο ψηλά μπορούσαν και κρατούσαν ο ένας τον άλλο σφιχτά, για να μην πέσουν κάτω. Ο βάτραχος από το Κιότο έστρεψε τη μύτη του προς την Οσάκα και ο βάτραχος από την Οσάκα έστρεψε την μύτη του προς το Κιότο. Αλλά τα ανόητα πλάσματα ξέχασαν ότι τα μεγάλα μάτια τους ήταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους! Οπότε, σαν στέκονταν όρθιοι, αν και οι μύτες τους ήταν προς το μέρος που ήθελαν να πάνε, τα μάτια τους κοίταζαν τα μέρη από τα οποία είχαν έρθει.

«Ω, μα το Κιότο δείχνει ολόιδιο με την Οσάκα», είπε ο βάτραχος από την Οσάκα, «Σίγουρα δεν αξίζει τόσο μεγάλο ταξίδι. Θα πάω σπίτι.»

«Αν γνώριζα ότι η Οσάκα ήταν απλά ένα αντίγραφο του Κιότο, δεν θα είχα ποτέ ταξιδέψει όλο αυτό το δρόμο» είπε ο βάτραχος από το Κιότο, και καθώς μιλούσε τράβηξε τα χέρια του από τους ώμους του φίλου του και έπεσαν και οι δύο κάτω.

Αποχαιρέτησαν ευγενικά ο ένας τον άλλο και ξεκίνησαν για το σπίτι τους. Κι ό,τι κι αν άκουγαν από εκείνους που είχαν δει και τις δυο πόλεις, μέχρι το τέλος της ζωής τους πίστευαν ότι η Οσάκα και το Κιότο, που είναι τόσο διαφορετικές, ήσαν ολόιδιες!

Διδακτικός Μύθος: Ο Δάσκαλος του Σκύλου

παραμυθένιο λιοντάρι

(Διδακτικός μύθος που μάλλον προέρχεται από τις Ινδίες, αν και παραλλαγές του συναντιούνται σε όλο τον κόσμο)

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη ενός πανέμορφου μα επικινδύνου δάσους, εννέα αγριόσκυλα βγήκαν για κυνήγι. Είχε περάσει το πρωϊνό, και τροφή δεν είχαν βρει ακόμη, όταν συνάντησαν στο διάβα τους ένα θεόρατο λιοντάρι.

«Βλέπω έχετε βγεί για κυνήγι» τους λέει το λιοντάρι. «Τι λέτε να κυνηγήσουμε μαζί, και τα μοιραζόμαστε τα λάφυρα στο τέλος;».

Χωρίς να το σκεφτούν πολύ, τα αγριόσκυλα δέχτηκαν, και το κυνήγι συνεχίστηκε. Μέρα τυχερή φάνηκε εκείνη για τους πεινασμένους κυνηγούς, καθώς πριν το σούρουπο σιμώσει, είχαν πιάσει δέκα λαχταριστές αντιλόπες. Άφησαν τη λεία τους στην άκρη ενός ποταμού και ήπιαν να ξεδιψάσουν. Δυό – τρείς σκύλοι έπεσαν και στα δροσερά νερά, να διώξουν τη ζέστη και τη κούραση της μέρας.

Ύστερα μαζεύτηκαν, και το λιοντάρι είπε: «Ώρα να μοιράσουμε τη λεία μας!»

«Ά, μα είναι τόσο απλό!» πετάχτηκε το νεαρότερο από τα σκυλιά. «Δέκα οι αντιλόπες, δέκα και εμείς. Θα πάρει ο καθένας μας μια αντιλόπη και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό είναι το μόνο δίκαιο!».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά το λιοντάρι, αμέσως πετάχτηκε θυμωμένο. Με έναν πήδο έβαλε κάτω το νεαρό αγριόσκυλο, έβγαλε έναν βρυχηθμό που πάγωσε το αίμα των άλλων σκύλων, και με μια δαγκωματιά έκοψε την ουρά του και την πέταξε μακριά. Με τη βαριά πατούσα του ακόμη πάνω στο πονεμένο και τρομαγμένο σκυλί, γύρισε και κοίταξε τα άλλα σκυλιά. Ο γηραιότερος των σκύλων έκανε ένα βήμα μπροστά, και μίλησε: «Ο αδερφός μας έκανε προφανώς λάθος! Ο Βασιλιάς Λέων που είναι ένας, θα πρέπει να πάρει εννέα αντιλόπες – άρα θα γίνουν δέκα. Εμείς που είμαστε εννέα, θα πάρουμε μια μόνο αντιλόπη, και έτσι θα γίνουμε δέκα και εμείς, και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό είναι το μόνο δίκαιο!»

Στο λιοντάρι άρεσε αυτή η απάντηση. «Είσαι σοφό σκυλί! Ποιος σε δίδαξε, να μοιράζεις τόσο καλά;» ρώτησε τον γηραιότερο των σκυλιών.

«Η ουρά του αδερφού μου ήταν ο δάσκαλος μου» του αποκρίθηκε ο σκύλος, και πλησίασε τον πληγωμένο του αδερφό για να τον περιποιηθεί.

Παραμύθι – Ο Δράκος της Κρακοβίας

δράκος από παραμύθι

(Μύθος της Πολωνίας)

Πριν από χρόνια πολλά, στην πρώιμη ιστορία της Πολωνίας, στις όχθες του ποταμού Βιστούλα, υπήρχε ένας μικρός οικισμός με ξύλινες καλύβες που κατοικούταν από ειρηνικούς ανθρώπους που καλλιεργούσαν τη γη και ψάρευαν στο ποτάμι.

Κοντά στο χωριό ήταν ο λόφος Wawel. Στην πλαγιά του υπήρχε μια βαθιά σπηλιά. Η είσοδος ήταν κατάφυτη με ψηλά χορτάρια, θάμνους και ζιζάνια. Κανένας άνθρωπος δεν είχε τολμήσει ποτέ να εξερευνήσει το σπήλαιο αυτό, και κάποιοι λέγαν πως ένας τρομακτικός δράκος ζούσε μέσα του.

Οι αμούστακοι νέοι του χωριού λέγαν πως δεν πιστεύουν στο δράκο. Οι ηλικιωμένοι του χωριού, τους λέγαν ότι είχαν ακούσει τους πατεράδες τους για το δράκο που κοιμόταν στη σπηλιά, και κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να τολμήσει να τον ξυπνήσει ή θα υπάρχαν ολέθριες συνέπειες για όλους. Κάποιοι από τους νέους αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπήλαιο και να θέσουν ένα τέλος σε αυτές τις ανόητες συζητήσεις, σίγουροι  ότι γνώριζαν καλύτερα και ότι οι δράκοι ήταν  παραμύθια από το παρελθόν.

Πήραν λοιπόν μερικές δάδες και πήγαν στο σπήλαιο. Μπήκαν βαθιά στη καρδιά του, μέχρι που σχεδόν ακούμπησαν σε μια μεγάλη σκοτεινή μάζα που έφραζε το δρόμο τους και άκουσαν τον ήχο μιας βαριάς, υπόκωφης αναπνοής. Τα αγόρια ίσα που πρόλαβαν να τρέξουν ουρλίαζοντας, καθώς ο δράκος, που ένιωσε τη παρουσία τους, ξύπνησε και βρυχήθηκε. Φωτιά ξεχύθηκε από το στόμα του, και ψιλοτσουρούφλισε  τις πλάτες των αγοριών. Όταν ήταν πια αρκετά μακριά, κοίταξαν πίσω και είδαν το θεόρατο δράκο στην είσοδο του σπηλαίου, πολύ θυμωμένο που ξύπνησε από τον μακάριο, μακρόχρονο ύπνο του.

Από εκείνη την ημέρα, οι κάτοικοι της περιοχής, δεν γνώρισαν ησυχία. Κάθε μέρα ο δράκος εμφανιζόταν και άρπαζε ένα πρόβατο ή και κάποιο μικρό παιδάκι. Γίνανε πολλές προσπάθειες για να σκοτώσουν τον δράκο, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν και πολλοί από εκείνους που προσπάθησαν κατέληξαν στη κοιλιά του.

Στο χωριό ζούσε ένας έξυπνος τσαγκάρης που ονομαζόταν Krakus. «Εγώ θα τον κανονίσω το δράκο» δήλωσε στη πλατεία του χωριού. Πήρε λοιπόν κάποια πρόβατα και τα άλειψε  με μια παχιά, κίτρινη πάστα από θείο και πιπέρι.  Στη συνέχεια τα οδήγησε σε ένα μέρος όπου σίγουρα ο δράκος θα τα έβλεπε.

Όταν ο δράκος βγήκε από τη σπηλιά το πρώτο πράγμα που είδε ήταν τα πρόβατα. Βρυχήθηκε, έσπευσε κάτω από το λόφο και τα καταβρόχθισε. Μα λίγο μετά ένισε μια φοβερή φωτιά στα σωθικά του, και μια τρομερή δίψα. Έτρεξε στον ποταμό Βιστούλα και άρχισε να πίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έπινε και έπινε και δεν μπορούσε να σταματήσει. Περρνούσε η ώρα και άρχισε να πρήζεται, αλλά εξακολουθούσε να πίνει όλο και περισσότερο. Ώσπου ξαφνικά ακούστηκε μια μεγάλη έκρηξη, και ο δράκος έσκασε.

Μεγάλη χαρά νιώσαν οι κάτοικοι και πανηγύρι μεγάλο έγινε. Ο Krakus, εκλέχτηκε ομώφονα κυβερνήτης του χωριού. Η περιοχή ευημέρευσε κάτω από την ηγεσία του Krakus και η πλούσια και όμορφη πόλη που δημιουργήθηκε γύρω από το λόφο, ονομάστηκε Κρακοβία, προς τιμήν του.

 

Παραμύθι – Το Τυφλό Αγόρι και ο Κηλιδοβούτης

παραμύθι-νεραϊδα στη θάλασσα-www.tsipiriki.gr

(Παραμύθι από τον Καναδά)

Μια φορά κα έναν καιρό ζούσε στην παγωμένη γη των Εσκιμώων ένα τυφλό αγόρι με την αδελφή και τη θετή μητέρα του. Αν και τυφλός, το αγόρι ήταν δυνατό και μπορούσε να κυνηγήσει και να παρέχει και για την οικογένεια του. Ακόμα κι έτσι όμως, η μητριά δεν αγαπούσε το αγόρι και το μεταχειριζόταν άσχημα.

Μια μέρα, την άνοιξη, όταν  ο πάγος στο παράθυρο έλιωσε, μια τεράστια αρκούδα, μυρίζοντας το κρέας, επιτέθηκε στην καλύβα τους. «Ααααα!,» στρίγκλισε τη μητριά, ωθώντας το τόξο του αγοριού και το βέλος στα χέρια του, φωνάζοντας του «να ρίξει, να ρίξει γρήγορα.» Έτσι και έκανε το αγόρι, και η αρκούδα έπεσε στο έδαφος με έναν ισχυρό γδούπο.

«Την πέτυχα!» φώναξε χαρούμενο. «Όχι» φώναξε η μητριά του, «Πέτυχες το σκύλο μας και θα πρέπει να τιμωρηθείς». Και άρπαξε το χέρι του, πέταξε μακριά το τόξο του και τον τράβηξε μακριά σε ένα άλλο σπίτι, και τον άφησε εκεί.

Η καλύβα ήταν παλιά και βρώμικη και το αγόρι ήθελε να φύγει, αλλά δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της επιστροφής. Κάθισε στην καλύβα, να σκέφτεται και να σκέφτεται. «Αυτό δεν ήταν το σκυλί μας. Ο θόρυβος από την πτώση ήταν πολύ μεγάλος και βαρύς για ένα σκυλί. Γιατί είπε ψέματα για μένα; Γιατί με άφησε σε αυτό το τρομερό μέρος;» Ένιωσε πολύ μπερδεμένος, πολύ λυπημένος, πολύ μοναχικός και σύντομα πολύ πεινασμένος.

Η μητριά και η αδελφή έψησαν την αρκούδα και είχαν ένα υπέροχο δείπνο. Αλλά η αδελφή αγαπούσε τον αδελφό της και ανησυχούσε γι ‘αυτόν. Η μητριά ήταν απασχολημένη με την προετοιμασία του υπόλοιπου του κρέατος της αρκούδας, έτσι κατάφερε καιγλίστρησε έξω και πήρε κάποιο κρέας για τον αδελφό της.

«Δεν μπορώ να μείνω,» είπε, «η μητριά θα καταλάβει ότι λείπω». Αλλά θα έρθω όταν μπορώ. «Ο αδελφός της την ευχαρίστησε και καταβρόχθισε δάγκωσε ένα μικρό κομμάτι κρέατος. Ήξερε αμέσως ότι οι υποψίες του ήταν αλήθεια και ότι αυτό ήταν πράγματι κρέας αρκούδας.

Οι εβδομάδες πέρασαν και η αδελφή συνέχισε να φέρνει κρυφά τρόφιμα για τον αδελφό της όταν μπορούσε. Μια μέρα, το αγόρι άκουσε το κάλεσμα του Κηλιδοβούτη (χήνα που ζεί στα βόρεια του Καναδά) και αποφάσισε να πάει προς τη λίμνη. Σύρθηκε στα χέρια και τα γόνατά του πάνω από το τραχύ έδαφος, μέχρι που τελικά, τα χέρια του άγγιξαν το μαλακότερο γη της άκρη της λίμνης. Στη συνέχεια κάθισε, με το κεφάλι του στα χέρια του, σαν να ήταν ατένιζε πάνω από την πανέμορφη λίμνη.

Ξαφνικά, ένιωσε ένα μαλακό ράμφισμα στο χέρι του και μια φωνή του είπε, «Γιατί κοιτάς έτσι με αυτά τα παράξενα μάτια;» Το αγόρι σήκωσε το χέρι του και ένιωσε τα φτερά. «Είμαι τυφλός», απάντησε, «και δεν μπορώ να δει τη λίμνη -. Μόνο σκοτάδι».

Ο Κηλιδοβούτης ήταν τόσο συμπαθητικός που σύντομα το αγόρι βρέθηκε να του λέει όλα τα σχετικά με τη θετή μητέρα του και πόσο αγενείς και σκληρή ήταν. «Εμείς οι Κηλιδοβούτες μπορούμε να δούμε καλά,» είπε το πουλί. «Καθημερινά βουτάμει βαθιά κάτω στη λίμνη. Αν με πιστέψεις, θα σε πάρω βαθιά μέσα στη λίμνη για να ξεπλύνω τη τύφλωση σου. «Το αγόρι δίστασε μόνο μια στιγμή. «Ναι παρακαλώ», απάντησε, «Τι πρέπει να κάνω;» «Πρέπει να σφιχτείς πάνω μου και δεν πρέπει να κάνεις καμία κίνηση μέχρι να είμαστε έξω από τη λίμνη ξανά.»

Το αγόρι και ο Κηλιδοβούτης  κινήθηκαν αργά μέχρι τη μέση της λίμνης. Ξαφνικά ο Κηλιδοβούτης, με μια απότομη βουτιά, πήρε το αγόρι βαθιά, βαθιά μέσα στα νερά. Όταν το αγόρι δεν θα μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή του πλέον, ο Κηλιδοβούτης  ανέβηκε στην επιφάνεια μαζί του. «Τι μπορείς να δεις τώρα;» ρώτησε ο Κηλιδοβούτης . «Μπορώ να δω ένα γκρίζο χρώμα,» απάντησε το αγόρι. Ο παλαβός βούτηξε και πάλι στα βάθη της λίμνης και επέστρεψε στην επιφάνεια μόνο όταν το αγόρι είχε ξεμείνει από αέρα. «Τι μπορείς να δεις;» ρώτησε. «Μπορώ να δω το φως και τη σκιά,» απάντησε το αγόρι. Για τρίτη φορά, ο Κηλιδοβούτης βούτηξε. «Τι μπορείς να δεις;» ρώτησε ο παλαβός. «Μπορώ να δω τα βουνά στο βάθος και τα σύννεφα στον ουρανό και τις καλύβες πέρα από τις άκρες της λίμνης. Αχ! σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ. Δεν ήξερα ποτέ ότι ο κόσμος ήταν τόσο όμορφος.»

» Προσοχή στη μητριά σου », προειδοποίησε ο Κηλιδοβούτης. «Δεν θα είναι ευτυχής που μπορείς να δείς.»

Το αγόρι γύρισε πίσω στο βρώμικο, ετοιμόρροπο καλύβα που η θετή μητέρα του τον είχε βάλει, μέσα και το βρήκε ακόμα πιο αηδιαστικό τώρα που μπορούσε να δει. Αλλά σκεπτόμενο τα λόγια του Κηλιδοβούτη, κάθισε μέσα στο βούρκο.

Στις επόμενες λίγες εβδομάδες, δεν είπε σε κανέναν οτι μπορούσε να δει. Σύντομα το φαγητό είχε εξαντληθεί, και τη μητριά του ήρθε γι ‘αυτόν. Άκουσε τα βήματά της έξω από την καλύβα του. «Φύγε από εδώ γρήγορα,» φώναξε. «Πρέπει να πάει για κυνήγι.» του απάντησε αυτή. Το αγόρι την ακολούθησε και εκείνη τον οδήγησε προς τη θάλασσα. Κρατώντας το καμάκι στο χέρι του, τον γύρισε προς τη θάλασσα και του είπε ότι υπήρχαν δύο λευκές φάλαινες, μια μεγάλη και μια μικρή. Η μικρή φάλαινα ήταν κοντά στην ακτή και θα έδινε ένα καλό γεύμα, δήλωσε η μητριά. «Εγώ θα δέσω το σχοινί από το καμάκι γύρω από τη μέση μου» είπε. «Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να τραβήξει και να μεταφέρει τη φάλαινα στην ακτή.»

Έδεσε το σχοινί σταθερά γύρω από τη μέση της. Το αγόρι βγήκε μπροστά στην ακτή και έριξε το καμάκι με όλη του τη δύναμη προς την μικρή φάλαινα, αλλά, όπως το έκανε, ένα δυνατό φύσηγμα του αέρα σήκωσε το καμάκι πάνω από τη μικρή φάλαινα και το κάρφωσε στα πλευρά της κατά πολύ μεγαλύτερης φάλαινας.  Η τεράστια φάλαινα άρχισε να χτυπιέται, και με δύναμη τράβηξε προς την ανοικτή θάλασσα. Η μητριά βρέθηκε να σέρνεται βαθύτερα μέσα στο νερό – και γεμάτη θυμό, ούρλιαξε στο αγόρι, «Δεν μπορείς να κυνηγήσεις μόνος, είσαι τυφλός, βοήθησε με άχρηστε, με έχεις ανάγκη!.» Αλλά μια ολόκληρη ζωή σκληρότητας έκαναν το αγόρι να διστάσει. Από την ακτή την έβλεπε να τραβιέται όλο και πιο βαθιά στη θάλασσα, μέχρι που ήταν μόλις ένα μικρό κουκίδα στον ορίζοντα.παραμύθι - www.tsipiriki.gr

Το αγόρι γύρισε στην αδελφή του και έγινε έναςαπό τους μεγαλύτερους κυνηγούς που έζησαν ποτέ. Ένας κυνηγό που δεν χρησιμοποιούσε μόνο την όραση, αλλά όλες τις αισθήσεις του. Όσο για τη μητριά, λέγεται ότι, ακόμη και σήμερα, οι ψαράδες εξακολουθούν να ακούν τις κραυγές τις πάνω από το νερό, δεδομένου ότι σέρνεται γύρω και γύρω από τους ωκεανούς, πίσω από τη μεγάλη λευκή φάλαινα.

Παραμύθι – Μία μόνο Στάμνα

αφρική(Παραμύθι – Μια Παράδοση από την μακρινή Αφρική)

Ο βασιλιάς μιας μακρινής αφρικανικής πόλης, από αυτές που τις λούζει όλη τη μέρα ο ήλιος, κάλεσε όλους τους χωρικούς στο παλάτι για να γιορτάσουν τη καλή χρονιά που πέρασε.

Τους είπε λίγα λόγια πριν: «εγώ θα βάλω το φαγητό, αλλά θέλω ο καθένας σας να φέρει και μία στάμνα με κρασί.»

Ένας από τους καλεσμένους σκέφτηκε «θα φέρω μια στάμνα νερό αντί για κρασί. Μία στάμνα δε θα κάνει και μεγάλη διαφορά μέσα σε όλο αυτό το κρασί.»

Όταν έφτασε η μέρα της μεγάλης γιορτής, ο άντρας αυτός έχυσε τη στάμνα με το νερό μέσα στο μεγάλο δοχείο όπου γινόταν η συλλογή του κρασιού. Η γιορτή ξεκίνησε, και όλοι οι χωρικοί έτρωγαν και χόρευαν. Κατά το τέλος της γιορτής σερβιρίστηκε και το κρασί. Αλλά όταν οι καλεσμένοι άρχισαν να πίνουν, έκπληκτοι συμπέραναν ότι η γεύση του καθόλου δεν ξεχώριζε από εκείνη του νερού.

Τελικά όλοι είχαν υποθέσει ότι οι υπόλοιποι θα έφερναν κρασί, και ότι μια στάμνα νερό δε θα έκανε και μεγάλη διαφορά.

Κουκουβάγια

 

Και μια και ταξιδέψαμε μέχρι την Αφρική, ας πούμε και λίγες αφρικανικές παροιμίες. Από εκείνες που μένουν στο μυαλό και τη καρδιά και μας κάνουν σοφότερους:

Σου δίνει ο φύλαρχος ένα στρώμα, κάθισε μόνο στην άκρη …

Αν δεν ντρέπεται ο κύριος να ανεβαίνει στο γαϊδούρι, δεν ντρέπεται και αυτό να τον ρίχνει κάτω….

Στόμα από μέλι, καρδιά από χολή…

Αυτό που είναι πιο δυνατό από τον ελέφαντα είναι η ζούγκλα …

Χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να ανατραφεί ένα παιδί…

Ο άνθρωπος εφηύρε το ρολόι, αλλά ο Θεός εφηύρε το χρόνο …

Όταν δεν ξέρεις πού πας, κοίτα από πού έρχεσαι. …

Το ψέμα βγάζει λουλούδια, αλλά δεν βγάζει καρπούς …

Εκεί που σ’ αγαπάνε δεν είναι ποτέ νύχτα …

Ο άνθρωπος που περιμένει την πάπια να ψηθεί και να μπει μόνη της στο στόμα του, είναι καταδικασμένος να περιμένει για πάντα…

Και η αγαπημένη: Χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να ανατραφεί ένα παιδί …

 

(Πηγή : http://www.gnomikologikon.gr/proverbs-other.html#ixzz3VJBi6pQg)

 

Η κατάρα των Χαλίλ

έρημος(Παραμύθι από την Αίγυπτο)

Τον καιρό των παραμυθιών ζούσε στη μακρινή Περσία ένας παπουτσής, ο Χαλίλ. Αυτός ο Χαλίλ είχε τη φήμη σπουδαίου μάστορα -λέγαν οτι  δεν είχε βρεθεί άνθρωπος να του ζητήσει παπούτσι, που να μη μπορεί να το φτιάξει.   ‘Ακουσε για τον Χαλίλ ο δερβίσης Νεμπού, ο μάγος του τάγματος των Μελδεβίδων και τον αναζήτησε.

Χαλίλ«, του είπε, «θέλω να μου φτιάξεις παπούτσια με φτερά να μπορώ να πετάω«‘.
Συλλογίστηκε ο Χαλίλ κι απάντησε:
Θα προσπαθήσω«‘.

Πέρασανε χρόνια αλλά όσο και να προσπαθούσε ο Χαλίλ, παπούτσια με φτερά, να πετάν οι άνθρωποι, δεν κατάφερε να φτιάξει. Κι όταν πέθανε ο δερβίσης Νεμπού, τον έπιασε τρόμος. «Ένα πράγμα μου ζήτησε ο άγιος άνθρωπος κι εγώ ήμουν ανίκανος. Φοβάμαι μη με καταραστεί και μένα και τη γενιά μου«.

Λίγο πριν αισθανθεί να τον καλεί κι αυτόν ο θάνατος, ο Χαλίλ κάλεσε τον
πρωτότοκο γιο του, τον Σελίμ Ιμπν Χαλίλ και του είπε:
Γιε μου, θα σου αφήσω το παπουτσάδικο και την ευχή μου και θα σου μάθω όλα τα μυστικά της τέχνης μου, αλλά θα μου ορκιστείς ότι δε θα λησμονήσεις το όνειρο του δερβίση. Θα φτιάξεις παπούτσια με φτερά να πετάν οι άνθρωποι«.
Ο Σελίμ Ιμπν Χαλίλ χωρίς να συλλογιστεί είπε:
Θα προσπαθήσω«.

Πέρασαν τα χρόνια. Ο γιος του Χαλιλ, γέρος πια πήγε στον τάφο του δερβίση κι άρχισε τις κατάρες.
Πανάθεμά σε τρελέ δερβίση. Μια ζωή τρέχω πίσω απ’ τ’ όνειρό σου και δεν κατάφερα τίποτα. Και  τώρα πρέπει ν’ αφήσω το βάρος στο γιο μου και στους γιους των γιων μου να κυνηγάνε μια ζωή, αυτό που δεν πραγματοποιείται.   Καταραμένος να ‘σαι  άθλιε μάγε. Να μη λιώσουν οι σάρκες σου«.
Κι ύστερα ο Σελίμ κάλεσε τον πρωτότοκο γιο του, τον Αβδούλ Ιμπν Σελίμ Ιμπν Χαλίλ και του είπε.
Βαριά σκιά κυνηγά εμάς τους Χαλίλ, γιε μου, να τρέχουμε πίσω από το όνειρο του δερβίση. Για να σου  δώσω το μαγαζί και να σου μάθω τα μυστικά της τέχνης μου, πρέπει να μου ορκιστείς  ότι θα φτιάξεις παπούτσια με φτερά, να πετάν οι άνθρωποι«.
Περάσανε γενιές και γενιές αλλά κανείς απ τους Χαλίλ δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τ’ όνειρο του δερβίση. Κι όλοι πήγαιναν στον τάφο του και τον καταριόντουσαν. Κι έλεγαν πως ο μάγος Νεμπού έμενε ακόμα κάτω από τη γη μ’ ανοιγμένα μάτια, σα να ονειρεύεται.

Ήρθε όμως καιρός κι ανέλαβε το χρέος των Χαλίλ ο Ασίκ Ιμπν Αβδούλ Ιμπν Σελίμ Ιμπν…Ιμπν Χαλίλ, που όταν γέρασε κι έγινε κι αυτός δερβίσης και μάγος των Αλεβίδων, πήγε κι αυτός στον τάφο του Νεμπού, έχυσε κρασί και στάρι κι είπε.
Βλογημένος να ‘σαι δερβίση μου. Μπορεί να μη τα καταφέραμε να φτιάξουμε παπούτσια με φτερά να πετάν οι άνθρωποι, αλλά δοθήκαμε στη τέχνη μας λες και πετούσαμε μεις οι ιδιοι και φτιάξαμε τα πιο ωραία σαντάλια για τις πριγκίπισσες στα χαρέμια και φτιάξαμε παπούτσια από δέρμα κάπρου για τους δουλευτές στα χωράφια και μάθαμε να καρφώνουμε την πρόκα, όχι για να κολλάει το πόδι στη γη αλλά για να τρέχει σα να καβάλαγε αλόγατα του πολέμου. Βλογημένος να ‘σαι δερβίση μου και συ και το τρελό όνειρό σου, που μας κράτησε ζωντανούς«.

Κι έγινε τότε μεγάλο μυστήριο. Λένε πως ο δερβίσης Νεμπού, που από τις κατάρες δεν είχανε λιώσει οι σάρκες του, πρόβαλε από τον τάφο του και πέταξε σα να ‘χε στα πόδια του παπούτσια με φτερά.
Ετσι λύθηκε η κατάρα των Χαλίλ!

Το φίδι με τα χρώματα

snake1(Παραμύθι από τη Βενεζουέλα)

Στα πολύ παλιά χρόνια, τα φτερά όλων των πουλιών του κόσμου ήταν σκέτα γκρίζα, χωρίς ούτε ένα χρωματιστό πούπουλο ανάμεσά τους. Δεν τα ενοχλούσε όμως που ήταν γκρι. Ώσπου μια μέρα, ένας κορμοράνος, συνάντησε ένα νεκρό φίδι που κείτονταν στο νερό, στην άκρη μιας λίμνης. Ήταν ένα φίδι σαν ουράνιο τόξο, με πολλά φωτεινά χρώματα σε λαμπερές αποχρώσεις.

Ο κορμοράνος πήδηξε μέσα στο νερό και τράβηξε το φίδι στην ακτή με το ράμφος του. «Κοίτα τι βρήκα», είπε σ΄ έναν σπίνο, που είχε σταματήσει για να ξεδιψάσει στην όχθη της λίμνης. «Πρέπει να έπεσε από τον ουρανό». Ο σπίνος πλησίασε χοροπηδώντας για να ρίξει μια προσεκτική ματιά στο φίδι. «Τι υπέροχα χρώματα», αναστέναξε. «Αν είχα έστω κι ένα από αυτά τα χρώματα στα φτερά μου, θα έμοιαζα με βασιλιά».

«Κοίτα!» είπε με έκπληξη ο κορμοράνος. «Λίγο κίτρινο από το φίδι ξέβαψε πάνω στο στήθος σου. Έχεις δίκιο, μοιάζεις με βασιλιά τώρα».

Ο σπίνος σταμάτησε λίγο για να θαυμάσει το είδωλό του στο νερό και μετά πέταξε ψηλά στον ουρανό, τιτιβίζοντας καθώς πετούσε, «Κοιτάξτε με! Κοιτάξτε με! Δεν είμαι πια γκρίζος!».

Σε χρόνο λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται ένα πρωινόλουλούδι ν’ ανθίσει, οι όχθες της λίμνης γέμισαν από πουλιά κάθε σχήματος και μεγέθους.
«Δώσε μου λίγο χρώμα!»
«Εγώ θέλω να γίνω μπλε!»
«Εγώ θέλω να γίνω πράσινος!»

Η ίβιδα άρπαξε λίγο πορφυρό. Κάποια πουλιά πάλευαν μεταξύ τους για το χρυσαφί χρώμα. Ο παπαγάλος πρόλαβε και πήρε λίγο πράσινο και πορτοκαλί. Τονυχτοπούλι βολεύτηκε με λίγο καφετί, ενώ ο ερωδιός καλύφτηκε με ένα εκτυφλωτικό λευκό. Ο σπίνος εντόπισε τον κορμοράνο λίγο παραπέρα, σε μια άκρη, γκρίζο όπως πάντα.

«Εσύ δε θα πάρεις χρώματα;» ρώτησε ο σπίνος μπερδεμένος. «Στο κάτω-κάτω της γραφής, εσύ βρήκες το χρωματιστό φίδι».
«Θα πάρω μόλις τελειώσουν όλοι οι άλλοι. Δε μου αρέσουν αυτές οι φασαρίες».

Ο σοφός κορμοράνος περίμενε υπομονετικά, ώσπου έφυγαν όλοι οι άλλοι, τσιρίζοντας με ενθουσιασμό και επιδεικνύοντας το καινούργιο χρώμα τους. Ύστερα κοίταξε καλά το φίδι. Δεν είχαν μείνει πολλά χρώματα, στην πραγματικότητα λίγες μόνο κηλίδες από λευκό που δεν μπόρεσε να πάρει ο ερωδιός.

«Έχασες την ευκαιρία», είπε θλιμμένα ο σπίνος. «Ίσως θα έπρεπε να είχες διαλέξει το αγαπημένο σου χρώμα πριν πεις σε όλους τους άλλους για το φίδι».
«Μια χαρά θα βολευτώ και με το άσπρο», είπε ο κορμοράνος. «Έπειτα, δεν είναι τα χρώματα που κάνουν το πουλί, αλλά οι σκέψεις και οι πράξεις του».

Ο σπίνος είδε τον κορμοράνο να φτερουγίζει μακριά και θαύμασε τη σοφία του. Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα προσπαθούσε ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα του κορμοράνου. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ακόμη κατενθουσιασμένος με το ολοκαίνουριο κίτρινο στήθος του.

Από τότε, τα δάση της Βενεζουέλας είναι γεμάτα με πανέμορφα χρωματιστά πουλιά, όμως ο ευγενικός κορμοράνος είναι ακόμη γκρίζος, με λίγες μόνο κηλίδες λευκού στα φτερά του..

Ο Βάτραχος που τραγουδούσε

(Λαϊκό Παραμύθι από το Μεξικό).

ΒατραχάκιαΚάθε μέρα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, ένας γέρος γεωργός και οι τρεις γιοί του πήγαιναν στα χωράφια τους να δούνε αν ωριμάζει το καλαμπόκι που είχανε σπείρει.  “Όπου να ‘ναι θα το θερίσουμε”, είπε μια μέρα ο γέρο χωρικός.


Ένα πρωί όμως, καθώς παρατηρούσαν τα φυτά, είδαν ότι σε μια γωνιά ενός χωραφιού, κάτι ή κάποιος είχε τσακίσει τους βλαστούς και είχε φάει όλους τους ώριμους σπόρους.“Ποιος ήρθε εδώ χθες τη νύχτα;” φώναξε θυμωμένος ο γεωργός.

Οι τρεις γιοί του έψαξαν ολόγυρα, αλλά δε βρήκαν ούτε πατημασιές, ούτε κάποιο άλλο χνάρι του κλέφτη. “Απόψε τη νύχτα θα φυλάξεις το χωράφι και θα πιάσεις τον κλέφτη”, είπε ο γεωργός στο μεγαλύτερο γιό του.

Το βράδυ, ο μεγαλύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα πηγάδι. Πλάι του καθόταν ένας βάτραχος και τραγουδούσε.

“Σώπα! Η φωνή σου είναι απαίσια και το τραγούδι σου είναι κι αυτό απαίσιο! Σώπα, γιατί θα διώξεις τον κλέφτη που κυνηγώ”, διέταξε ο μεγαλύτερος γιος το βάτραχο. “Σε παρακαλώ, δώσε μου ένα κομμάτι από το κέικ σου”, παρακάλεσε ο βάτραχος. “Όχι δε σου δίνω”, φώναξε ο γιος.

Ο βάτραχος άνοιξε το στόμα του και τραγούδησε ακόμα πιο δυνατά, ένα ακόμα πιο μεγάλο τραγούδι. “Αν δεν εννοείς να σωπάσεις, θα σε κάνω εγώ να σωπάσεις”, φώναξε ο μεγαλύτερος γιος. Άρπαξε το βάτραχο και τον πέταξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε και κάθισε σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.

Όλη τη νύχτα έμεινε καθισμένος εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί, βρήκε κατάπληκτος πιο πολλά καλαμπόκια σπασμένα και φαγωμένα τα σπειριά τους. Όταν θα γύριζε σπίτι, θα έλεγε στον πατέρα του άσχημα νέα.

“Απόψε το βράδυ θα πας εσύ να φυλάξεις το χωράφι”, είπε ο πατέρας στο δεύτερο γιο του.

Μόλις βασίλεψε ο ήλιος, ο δεύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Όταν έφτασε στο πηγάδι, ο βάτραχος ήταν πάλι εκεί και τραγουδούσε δυνατά ένα μεγάλο τραγούδι.

“Τι τρομερός θόρυβος! Σε παρακαλώ σταμάτα!”, φώναξε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος σταμάτησε το τραγούδι. “Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο κέικ”, είπε. “Όχι, δε σου δίνω. Θα το φάω όλο εγώ”, απάντησε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος ξανάρχισε το τραγούδι, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά.

“Φτάνει πια!” Φώναξε ο δεύτερος γιος κι αρπάζοντας το βάτραχο από το ένα πόδι, τον έριξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε πιο κάτω, σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.

‘Ολη τη νύχτα ο δεύτερος γιος έμεινε εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί ήτανε πιο πολλά καλαμπόκια φαγωμένα κι έπρεπε να πει στον πατέρα του ότι δεν έπιασε τον κλέφτη.

Το άλλο βράδυ ο γεωργός έστειλε το μικρότερο γιό του να φυλάξει το καλαμπόκι. Ο μικρός ξεκίνησε για το χωράφι με το φόβο ότι αφού τ’ αδέρφια του δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη, ούτε κι αυτός θα το κατάφερνε. Σταμάτησε όταν άκουσε το βάτραχο να τραγουδάει, κοντά στο πηγάδι. “Πολύ ωραία η φωνή σου και το τραγούδι σου όμορφο”είπε.

“Χαίρομαι που σ’ άρεσε”, έκραξε ο βάτραχος και τραγούδησε ακόμη πιο δυνατά ένα πιο μεγάλο τραγούδι. “Θα μου δώσεις λίγο από το κέικ σου;”, ρώτησε όταν σταμάτησε το τραγούδι. “Βέβαια, πάρε όσο θέλεις”, είπε ο μικρός γιος και άφησε μπροστά στον βάτραχο ολόκληρο το κέικ.

Όταν ο βάτραχος κατάπιε και τα τελευταία ψίχουλα, είπε: “Aφού μου φέρθηκες τόσο καλά, θα σου πω ένα μυστικό. Στον πάτο αυτού του πηγαδιού, υπάρχει ένα μαγικό σμαράγδι, που μπορεί να πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες σου, τρεις ευχές”.

“Σ’ ευχαριστώ”, είπε ο μικρός γιος. Σκέφτηκε μια στιγμή. “Μπορώ να έχω ό,τι θέλω; Ό,τι μ’ αρέσει;” ρώτησε.

“Ό,τι και όποιον θέλεις”, έκρωξε ο βάτραχος. “Τότε θέλω μια γυναίκα” είπε ο γιος. “Πρέπει να πεις και τι είδους γυναίκα θέλεις και να ζητήσεις κι ένα σπίτι για να ζείτε”, είπε ο βάτραχος. “Τώρα σκύψε πάνω από το πηγάδι και πες τις ευχές σου”.

Ο γιος έσκυψε στο πηγάδι, πάνω από το κρύο νερό: “Θέλω μια γυναίκα όμορφη, καλή, να μαγειρεύει καλά, ένα ωραίο σπίτι κοντά στο πηγάδι και να μπορέσω να πιάσω τον κλέφτη των καλαμποκιών”, είπε πολύ δυνατά και καθαρά.

“Τώρα πρέπει να πάμε στο χωράφι”, είπε ο βάτραχος κι άρχισε να τραγουδάει δυνατά. Ο μικρός γιος τον έπιασε και τον έβαλε στον ώμο του και κίνησε για το καλαμποκοχώραφο.

Ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει πίσω στα μακρινά βουνά, όταν ένα πελώριο λευκό πουλί φάνηκε στον ουρανό. Πέταξε στο χωράφι και άρχισε να ξεσκίζει τα καλαμπόκια και να τα τρώει. Ο βάτραχος πήδηξε κοντά του κι άρχισε να του τραγουδάει ένα απαλό, γλυκό νανούρισμα. Το πουλί σταμάτησε να τρώει, έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε γρήγορα σε βαθύ ύπνο.

“Έλα εδώ”, είπε ο βάτραχος σιγανά στο μικρό γιο. “Αυτό το πουλί, στην πραγματικότητα είναι μια νέα και όμορφη κοπέλα. Μια κακιά μάγισσα την έκανε πουλί, γιατί η κοπέλα δεν ήθελε να παντρευτεί το φοβερό γιο της μάγισσας. Τώρα πάρ’ την και πήγαινέ την στον πατέρα σου”.

Ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε και τους δυο στο αγρόκτημα.“Αυτό το πουλί ειναι ο κλέφτης του καλαμποκιού”, είπε στον πατέρα του. Τ’ αδέρφια του θέλησαν να σκοτώσουν το πουλί, όμως ο μικρός γιος είπε: “Όχι, είναι δικό μου και θα το κρατήσω”.

Το άλλο πρωί, ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε στο πηγάδι. Εκεί, κοντά στο πηγάδι, ήταν ένα πανέμορφο σπίτι. Ξαφνικά, το πουλί εξαφανίστηκε, όμως την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μια όμορφη κοπέλα βγήκε τρέχοντας έξω. Ο μικρός γιος κατάλαβε πως αυτή ήταν η μεταμορφωμένη κοπέλα και την ερωτεύτηκε αμέσως.

Από τότε ζήσαν μαζί ευτυχισμένοι ενώ ο βάτραχος ξαναπήγε κοντά στο ποτάμι και τραγουδούσε χαρούμενος…

Ο Άντρας στο Φεγγάρι

φεγγάρι

(Παραμύθι από την Αργεντινή).

Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.

     «Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά», έλεγε πεισματάρικα. «Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ».

     «Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι», ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της. «Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά».

     Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?

     Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό…πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.

     Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?

    Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: «Γειά σου..γειά σου..»

     Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν…

     Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης.  Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του…

     Ψηλά, ανάμεσα στ’ αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ’ ένα πανέμορφο νούφαρο.

     Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου…

Το σοφό παιδί

κουκουβάγια με τριαντάφυλλο(Παραμύθι από τη Ρωσία)

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωριό στη μέση της μεγάλης ρωσικής στέπας, ζούσαν δύο αδέλφια. Ο ένας ήταν πλούσιος και τρανός, με τροφαντή γυναίκα και πολλά παιδιά, ο άλλος φτωχός και χήρος, με μόνη συντροφιά του την εφτάχρονη κόρη του.

Μια μέρα τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να πάνε στην πρωτεύουσα όπου, όπως κάθε χρόνο, γινόταν το μεγάλο παζάρι – ο πλούσιος με το όμορφο άτι του, ο φτωχός με τη φοράδα του. Δρόμο πήραν δρόμο άφησαν και, την ώρα που σουρούπωνε, είδαν μπροστά τους μια έρημη καλύβα. «Εδώ να περάσουμε τη νύχτα!» είπε ο πλούσιος. Ξεπέζεψαν, έδεσαν τα άλογα έξω από το καλυβάκι και έπεσαν να κοιμηθούν. Πολύ πρωί, τους ξύπνησαν χλιμιντρίσματα. Βγαίνουν στην πόρτα, και τι να δουν! Τα άλογα ήταν τρία! Το τρίτο ήταν ένα πουλαράκι, που το είχε γεννήσει η φοράδα τη νύχτα. Στεκόταν, μισοτρεκλίζοντας, πλάι στο άλογο του πλούσιου αδελφού.

«Δικό μου είναι!», φώναξε ο Ντιμίτρι, ο πλούσιος.

«Από πού κι ώς πού;» ρώτησε ο Ιβάν, ο φτωχός. «Αφού το γέννησε η φοράδα μου!»

«Ναι, αλλά στεκόταν πλάι στο άλογό μου!» απάντησε ο Ντιμίτρι.

Τα δύο αδέλφια άρχισαν να μαλώνουν και κανένας δεν υποχωρούσε. Στο τέλος αποφάσισαν, μόλις φτάσουν στην πόλη, να ζητήσουν από τον βασιλιά να αποδώσει δικαιοσύνη.

Ετσι κι έκαναν. Ο βασιλιάς τούς δέχτηκε καθισμένος στον θρόνο του και τους άκουσε προσεκτικά. Από τα πρώτα τους κιόλας λόγια κατάλαβε ότι το πουλάρι ανήκε στον Ιβάν, επειδή όμως ήθελε να διασκεδάσει λιγάκι, είπε:

«Πολύ μπερδεμένα μου τα λέτε εσείς οι δυο και δεν μπορώ να αποφασίσω. Θα δώσω, λοιπόν, το πουλάρι σ’ όποιον μου πει ποιο πράγμα στον κόσμο είναι το γρηγορότερο, ποιο είναι το παχύτερο, ποιο είναι το απαλότερο και ποιο το πολυτιμότερο. Να έρθετε σε μία βδομάδα με τις απαντήσεις σας!».

Τα αδέλφια πήραν αμίλητα τον δρόμο του γυρισμού. Ο πλούσιος πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και εξιστόρησε όσα έγιναν στη γυναίκα του. «Μα, δεν σε ρώτησε και τίποτα δύσκολο ο βασιλιάς!», είπε εκείνη. «Να τι θα του απαντήσεις: Το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο είναι το άλογό σου, το παχύτερο το γουρούνι μας, το απαλότερο το πάπλωμά μας και το πολυτιμότερο ο μικρός μας γιος».

Ο φτωχός γύρισε στο φτωχικό του καταστενοχωρημένος. Πήρε την κορούλα του στην αγκαλιά του και της είπε όσα είχαν συμβεί. Εκείνη, σκέφτηκε λίγο και του απάντησε: «Να πεις στον βασιλιά ότι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο είναι ο παγωμένος βόρειος άνεμος τον χειμώνα, το παχύτερο είναι το χώμα των χωραφιών της πατρίδας μας, το απαλότερο είναι το χάδι ενός παιδιού και το πολυτιμότερο είναι η τιμιότητα».

Πέρασαν οι μέρες και τα δύο αδέλφια παρουσιάστηκαν και πάλι μπρος στον βασιλιά. Εκείνος ξεκαρδίστηκε με τις απαντήσεις του Ντιμίτρι, όμως άκουσε με προσοχή τον Ιβάν και θα του έδινε το πουλάρι στη στιγμή, αν δεν ήθελε να τον δοκιμάσει λίγο ακόμη.

«Εσύ τα σκέφτηκες όλα αυτά;» τον ρώτησε.

«Οχι, εγώ, μεγαλειότατε», απάντησε ο Ιβάν, «η εφτάχρονη κορούλα μου».

«Για να δούμε αν είναι τόσο έξυπνη όσο φαίνεται», είπε ο βασιλιάς. «Σε εφτά ημέρες να τη φέρεις στο παλάτι. Να εμφανιστεί όμως μπροστά μου ούτε γυμνή ούτε ντυμένη ούτε πεζή ούτε καβάλα σ’ άλογο ούτε με δώρα ούτε με άδεια χέρια. Αν τα καταφέρει, θα πάρεις και το πουλάρι και εκατό ασημένια δουκάτα».

Ο Ιβάν γύρισε σπίτι ακόμα πιο στενοχωρημένος. Είπε δακρυσμένος στην κόρη του τι ζητούσε ο βασιλιάς, εκείνη όμως, χωρίς να ταραχτεί καθόλου, του ζήτησε να της φέρει έναν λαγό και μια πέρδικα και να πάψει να ανησυχεί.

Εφτασε η μεγάλη μέρα… Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο παλάτι, περιμένοντας να δει πώς θα εμφανιζόταν η κορούλα του Ιβάν μπροστά στον βασιλιά. Κι εκείνη, ήρθε τυλιγμένη σε ένα ψαράδικο δίχτυ, καβάλα σ’ έναν λαγό, κρατώντας στα χέρια της μια πέρδικα.

«Ωραία!» φώναξε ο βασιλιάς. «Δεν είναι ούτε γυμνή ούτε ντυμένη ούτε πεζή ούτε καβάλα σ’ άλογο. Τα χέρια της όμως είναι γεμάτα!» Τότε το κοριτσάκι άνοιξε τα δάχτυλα και η πέρδικα πέταξε στον αέρα. Θαυμάζοντας την εξυπνάδα του κοριτσιού, ο βασιλιάς τη ρώτησε με γλυκιά φωνή:

«Τόσο φτωχοί είστε, λοιπόν; Τόσο πολύ χρειάζεστε το πουλάρι;»

«Ναι, μεγαλειότατε!», απάντησε το κοριτσάκι. «Ζούμε με τους λαγούς που πιάνει ο πατέρας μου απ’ το ποτάμι και με τα ψάρια που μαζεύει από τα δέντρα».

«Αχά!», φώναξε θριαμβευτικά ο βασιλιάς. «Να που δεν είσαι και τόσο έξυπνη! Πού ακούστηκε να υπάρχουν λαγοί στα ποτάμια και ψάρια στα δέντρα;»

«Και πού ακούστηκε αρσενικό άλογο να γεννάει πουλάρι;», απάντησε το κοριτσάκι.

Τραντάχτηκε το παλάτι από τα γέλια και τα χειροκροτήματα. Ο βασιλιάς διέταξε να δοθούν αμέσως στον Ιβάν το πουλάρι και τα δουκάτα και δήλωσε με δυνατή φωνή:

«Μονάχα στο βασίλειό μου θα μπορούσε να γεννηθεί ένα τόσο σοφό κορίτσι!»